Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Ποιος είναι ο βάρβαρος;


            Κι αυτός με το φυσικότερο ύφος μάς είπε: «είναι τα κεφάλια δύο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα 'δειχνα, μα είναι τυλιγμένα με εφημερίδες.
(σελίδα 60, «Τα κεφάλια» Η σαρκοφάγος. Γιώργος Ιωάννου
Εκδόσεις Κέδρος 1981, δ' έκδοση)

Γνωρίζουμε πως η λέξη βάρβαρος δεν είχε αρχικά μειωτική σημασία. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει τους Κάρες με το επίθετο βαρβαρόφωνοι (Ιλιάδα Β 867): είναι απλώς αυτοί που μιλούν κάποια ξένη γλώσσα, μη ελληνική. Περίπου είκοσι εφτά αιώνες χωρίζουν τον Όμηρο από τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος σε ομιλία του χρησιμοποίησε τη λέξη barbaric (αναφερόμενος στο Ισλαμικό Κράτος) με τη σημασία που όλοι γνωρίζουμε σήμερα: "we will destroy this barbaric terrorist organization and continue to stand with people across the region who seek a better and a safer future". 
Από την αρχαία μέχρι τη σύγχρονη χρήση της η λέξη βάρβαρος έχει μία αξιοπρόσεκτη διαδρομή και η πιο διάσημη ίσως χρήση της προέρχεται από τον απόστολο Παύλο (Ρωμ. 1,14), ο οποίος δεν τη χρησιμοποιεί με μειωτική σημασία: Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί. Από αυτή τη διαδρομή αξίζει να δοθεί προσοχή σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός σε σχέση με άλλα συναφή.
Στην Επιτομή Ιστοριών (9,3) του Ιωάννη Ζωναρά καταγράφεται ένα γεγονός γνωστό από τον Λίβιο (Ab urbe condita 23.24): οι Βόιοι, ένα γαλατικό φύλο, στήνουν μέσα σε ένα δάσος ενέδρα στον ρωμαϊκό στρατό και τον εξολοθρεύουν. Κόβουν το κεφάλι του υπάτου, του Ποστούμιου Αλβίνου, και χρησιμοποιούν το κρανίο του ως αγγείο για τις θυσίες τους. Παρόμοιο περιστατικό αναφέρει ο Ζωναράς και παρακάτω, σε μία πιο γνωστή
περίπτωση, όταν ο βασιλιάς των Βουλγάρων, ο Κρούμος, κάνει το ίδιο με το κεφάλι του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου A' (15,15) και το μετατρέπει σε κύπελλο κρασιού από το οποίο έπιναν οι ηγεμόνες που βρίσκονταν υπό την εξουσία του. Στο πρώτο απόσπασμα του Ζωναρά, αυτό που αφορά την ενέδρα του γαλατικού φύλου, παρατηρεί κανείς πως γίνεται αντιδιαστολή ανάμεσα σε Ρωμαίους και βαρβάρους (κάτι το οποίο δεν κάνει ο Λίβιος, ο οποίος τους αναφέρει με το εθνικό τους όνομα: Galli). Είναι μάλλον σαφές ότι εδώ υπάρχει η αντιδιαστολή του πολιτισμένου και του μη πολιτισμένου. Το ίδιο κάνει και στην περίπτωση της βυζαντινοβουλγαρικής σύγκρουσης: διαρπάζεται δε ξύμπασα η του βασιλέως αποσκευή και άπαν το των Ρωμαίων χαράκωμα, και περιγίγνεται τοις βαρβάροις και πλούτος συχνός και όπλα πολλά και ίππος μύρια.
Ο Κρούμος προσφέρει κρασί από το κρανίο του Νικηφόρου

Μετά τη σημασιολογική της δείνωση η λέξη βάρβαρος χρησιμοποιήθηκε συχνά για να δηλώσει τον άλλο, ο οποίος συνδέεται με τον απολίτιστο: οι Ρωμαίοι και οι βάρβαροι, οι Έλληνες και οι βάρβαροι. Το γεγονός όμως είναι ότι συχνά Έλληνες και Ρωμαίοι προχώρησαν σε ωμότητες όμοιες με των βαρβάρων. Στην αρχαία γραμματεία υπάρχουν χρήσεις όπου η λέξη βάρβαρος δε χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την υπεροχή ενός έθνους έναντι των άλλων. Στον βίο του Πύρρου (34,7-9) ο Πλούταρχος μας περιγράφει την ακόλουθη σκηνή: Ο Αντίγονος Β' Γονατάς συγκρουόταν με τον βασιλιά της Ηπείρου στο Άργος. Ο Πύρρος σκοτώθηκε και αποκεφαλίστηκε από κάποιον στρατιώτη με το όνομα Ζώπυρος, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για αυτή την πράξη. Το κεφάλι το παρέλαβε ο γιος του Αντίγονου Β', ο Αλκυονέας, και το πήγε στον πατέρα του, ο οποίος τον χτύπησε και τον αποκάλεσε βάρβαρο. Έπειτα σκέπασε το πρόσωπό του και δάκρυσε. Η γνήσια οργή του Αντίγονου και έπειτα η συγκίνησή του δίνουν την πιο ανθρώπινη σημασία της λέξης βάρβαρος, η οποία δεν συνδέεται με έθνη, αλλά με αξίες.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

στρουμφοκάμηλος

Κυκλοφορούν στο διαδίκτυο φωτογραφίες από διάφορες αστείες ταμπέλες. Σε μία από αυτές υπάρχει το όνομα ενός νέου είδους στο ζωικό βασίλειο: η στρουμφοκάμηλος, μια ένωση στρουμφ με καμήλα. Το λάθος που έκανε ο συντάκτης της συγκεκριμένης πινακίδας περιγράφεται με τους γλωσσολογικούς όρους της παρετυμολογίας και της επανανάλυσης. 
Ο μέσος ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει γλωσσολογική κατάρτιση και πολύ περισσότερο δε γνωρίζει την ορθή ετυμολογία των λέξεων (Hock & Joseph, 1996: 174)· η άγνοιά του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επανερμηνευτούν ελεύθερα και να υποστούν αλλαγές στη μορφή και τη σημασία λέξεις άγνωστες προκειμένου να γίνουν σημασιολογικά διαφανείς. H διαδικασία κατά την οποία ο ομιλητής μιας γλώσσας επανερμηνεύει μία απαρχαιωμένη ή ξένη λέξη και την εξομαλύνει αλλάζοντας τη μορφή ή τη σημασία της βάσει μίας γνωστής σε αυτόν λέξης ονομάζεται λαϊκή ετυμολογία (πβ. Pisani, 1967: 150). Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γερμανικού όρου Volksetymologie, τον οποίο εισηγήθηκε το 1852 ο Ernst Föstermann με άρθρο αφιερωμένο στη γερμανική λαϊκή ετυμολογία (Malkiel, 1993: 19) που αντιδιαστέλλει προς τη «λόγια ετυμολογία» (gelehrte Etymologie), η οποία βασίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Περίπτωση λαϊκής ετυμολογίας στην ελληνική είναι π.χ. το αγιόκλημα, του οποίου η παλαιότερη μορφή *αιγόκλημα είχε καταστεί σημασιολογικά αδιαφανής, επειδή η λέξη που χρησιμοποιούταν ως πρώτο συνθετικό (αἴξ , αἰγ - ός) είχε πέσει σε αχρηστία (Μπαμπινιώτης, 2002 2 : 53 και Χατζιδάκις, 1905: 167-168).




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ηοck Hans Henrich & Joseph Brian D., 1996: Language History, Language Change, and Language Relationship. An Introduction to Historical and Comparative Linguistics. Berlin · New York, Mouton de Gruyter.
Malkiel Yakov, 1993: Etymology. Cambridge, New York, Melbourne, Cambridge University Press.
Pisani Antonio, 1967: L’ etimologia, Storia, Questioni, Metodo. Paideia. 
Χατζιδάκις Γεώργιος, 1905: Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τ. Α ́, Αθήνα, βιβλιοθήκη Μαρασλή (και φωτοτυπική ανατύπωση, Αθήνα, Βασιλείου, 1991).

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Το λεξικό του συνταγματάρχη Νικολάς Μάρκες

"Consiguió al menos que diera un paso más, pues desde entonces ella empezó a mandarle nervaduras de hojas disecadas en diccionarios..."
El amor en los tiempos del cólera - Gabriel García Márquez

«Ο συνταγματάρχης έπαιρνε τον νεαρό εγγονό παντού μαζί του, του εξηγούσε τα πάντα και, αν καμιά φορά αυτός τον αμφισβητούσε, τον οδηγούσε πίσω στο σπίτι, κατέβαζε από το ράφι το οικογενειακό λεξικό και ατσάλωνε την αυθεντία του με τον αλάθητο ορισμό που έβρισκε εκεί.»
σελ. 69, Η βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες,  Τζέραλντ Μάρτιν. Μετάφραση: Άδωνις Σαμψών. Εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2013. 

«Το πρώτο δωμάτιο το χρησιμοποιούσαν για αίθουσα επισκέψεων και για προσωπικό γραφείο του παππού. Είχε ένα τραπέζι που έκλεινε, μια στριφογυριστή πολυθρόνα με σούστες, έναν ηλεκτρικό ανεμιστήρα και μια βιβλιοθήκη άδεια, με ένα μόνο βιβλίο τεράστιο και ξηλωμένο: το λεξικό της ισπανικής γλώσσας.»
σελ. 48, Ζω για να τη διηγούμαι. Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου. Εκδόσεις Λιβάνη, 2003.

«Ήταν επίσης ο παππούς μου που με έφερε σε επαφή με το γραπτό λόγο στα πέντε μου χρόνια, κάποιο απόγευμα που με πήγε να γνωρίσω τα ζώα ενός τσίρκου που περνούσε από την Κατάκα κάτω από μία τέντα μεγάλη σαν εκκλησία. Αυτό που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου ήταν ένα κακόμοιρο και εξαθλιωμένο μηρυκαστικό με μία εξαιρετικά τρομερή έκφραση. 
"Είναι μια καμήλα", μου είπε ο παππούς. 
Κάποιος που βρισκόταν κοντά πλησίασε απότομα: 
"Συγνώμη, κύριε συνταγματάρχα, είναι μία δρομάδα."
Μπορώ τώρα να φανταστώ πώς θα πρέπει να ένιωσε ο παππούς όταν κάποιος τον διόρθωσε μπροστά στον εγγονό του. Χωρίς ούτε καν να το σκεφτεί, το ξεπέρασε με μία αξιοπρεπή ερώτηση: 
"Ποια είναι η διαφορά;"
"Δεν ξέρω", του είπε ο άλλος, "αλλά αυτή είναι μια δρομάδα". 
Ο παππούς δεν ήταν καλλιεργημένος ούτε παρίστανε πως είναι, γιατί το είχε σκάσει από το δημόσιο σχολείο της Ριοάτσα για να πάει να πυροβολεί σε έναν από τους αναρίθμητους εμφύλιους πολέμους της Καραϊβικής. Ποτέ ξανά δε μελέτησε, αλλά σε όλη του τη ζωή είχε συνείδηση των κενών του και μια όρεξη για άμεσες γνώσεις που αντιστάθμιζαν με το παραπάνω τις ελλείψεις του. Εκείνο το απόγευμα του τσίρκου επέστρεψε αποκαρδιωμένος στο γραφείο και συμβουλεύτηκε το λεξικό με παιδική προσήλωση. Τότε έμαθε αυτός και έμαθα κι εγώ μια για πάντα τη διαφορά ανάμεσα σε μια δρομάδα και μια καμήλα. Στο τέλος έβαλε εκείνο το θαυμαστό λεξικό στην αγκαλιά μου και μου είπε: 
"Αυτό το βιβλίο όχι μόνο τα ξέρει όλα, αλλά είναι και το μόνο που ποτέ δεν κάνει λάθη". 
Ήταν ένας τεράστιος εικονογραφημένος τόμος με έναν κολοσσιαίο άτλαντα στη ράχη, στους ώμους του οποίου στηριζόταν το στερέωμα του κόσμου. Εγώ δεν ήξερα να διαβάζω ούτε να γράφω, αλλά μπορούσα να φανταστώ πόσο δίκιο είχε ο συνταγματάρχης, αφού ήταν σχεδόν δύο χιλιάδες πολύχρωμες σελίδες και με εξαιρετικά σχέδια. Στην εκκλησία με είχε εντυπωσιάσει το μέγεθος της Σύνοψης, αλλά το λεξικό ήταν πιο χοντρό. Ήταν σαν να έμπαινα σε όλο τον κόσμο για πρώτη φορά. 
"Πόσες λέξεις να έχει;" 
"Όλες", είπε ο παππούς. 
Η αλήθεια είναι πως δε χρειαζόμουν τότε το γραπτό λόγο, γιατί κατάφερνα να εκφράζω με σχέδια όλα όσα με εντυπωσίαζαν. [...] Ωστόσο όταν ο παππούς μού χάρισε το λεξικό μού ξύπνησε τόση περιέργεια για τις λέξεις, που άρχισα να το διαβάζω σαν μυθιστόρημα με αλφαβητική σειρά και χωρίς να το καταλαβαίνω. Έτσι έγινε η πρώτη μου επαφή με αυτό που θα γινόταν το θεμελιώδες βιβλίο στο πεπρωμένο μου ως συγγραφέα.»
ό.π., σελ. 112-113

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

The Dictionary of Obscure Sorrows

Ο John Koenig είναι καλλιτέχνης και γράφει ένα λεξικό με λέξεις που επινοεί ο ίδιος για συναισθήματα τα οποία δεν έχουν όνομα. Το project ονομάζεται Dictionary of Obscure Sorrows Ξεκίνησε το 2009 ως video blog, με ένα κλιπ αφιερωμένο σε κάθε καινούρια λέξη. Στην ιστοσελίδα του δηλώνει πως αποστολή του είναι να συλλάβει τους πόνους, τους δαίμονες, τις διαθέσεις, τις χαρές και τις παρορμήσεις που περιπλανώνται στις ερημιές του εσωτερικού μας κόσμου, να τους βάλει μία ετικέτα κι έπειτα να τους αφήσει και πάλι ελεύθερους, να συνεχίσουν την περιπλάνησή τους στο υποσυνείδητο. Παροτρύνει τους επισκέπτες να διαβάζουν το λεξικό τη νύχτα.
Από το λεξικό του διάλεξα μία λέξη η οποία περιγράφει την απογοήτευση του να φωτογραφίζεις κάτι καταπληκτικό, ενώ υπάρχουν άπειρες άλλες όμοιες φωτογραφίες με το ίδιο αντικείμενο ή θέμα. Περισσότερα στο βίντεο και τον ορισμό που ακολουθούν: 
vemödalen - n. the frustration of photographing something amazing when thousands of identical photos already exist—the same sunset, the same waterfall, the same curve of a hip, the same closeup of an eye—which can turn a unique subject into something hollow and pulpy and cheap, like a mass-produced piece of furniture you happen to have assembled yourself.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Tailgating

Μία πολύ γνωστή πρακτική που συνιστά επιθετική οδήγηση είναι αυτό που ονομάζεται tailgating στην αγγλική γλώσσα (το σχετικό άρθρο της αγγλόφωνης βικιπαίδειας είναι διαφωτιστικό). Στην ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη, τουλάχιστον ως επίσημη ορολογία: υπάρχουν βέβαια -σε άλλο επίπεδο ύφους- οι όροι γκαζόφρενα και κωλοφεράντζα που έχουν καταγραφεί στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό (και οι δύο λέξεις στο ίδιο λήμμα).
Προσπαθώντας να βρω κάποιον τύπο κατάλληλο για επίσημο ύφος, εντόπισα στο λεξικό Δημητράκου (σελ. 3729) τη μεσαιωνική λέξη καταποδώ με τη σημασία ακολουθώ κατά πόδας. Από αυτό το ρήμα μπορεί να παραχθεί η λέξη καταπόδηση. Θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως επίσημη απόδοση του tailgating.
Το βίντεο που ακολουθεί είναι από το Lost Highway του David Lynch:


Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Το τρενάκι των αντιδράσεων

Η προηγούμενη ανάρτηση προκάλεσε αντιδράσεις, αρνητικές και θετικές. Θα εστιάσω στις πρώτες, αναδημοσιεύοντας ειρωνικά σχόλια του fb.
Λοιπόν, ελλόγιμοι συντηρητικοί μου φίλοι, κομμένες οι ελληνικούρες: έχει βγει σεργιάνι ο μαχόμενος καθαρός δημοτικισμός και κυνηγάει τους αντιδραστικούς γλωσσαμύντορες (που ως γνωστόν, 30 χρόνια μετά την καθιέρωση της Δημοτικής μάς επιβάλλει ακόμη απαράδεκτους αρχαϊσμούς που ενδέχεται να μην τις αντιλαμβάνεται ο μπαρμπα Τάσος στην δυτική πλαγιά της Βάλια Κάλντα, άρα είναι αποβλητέοι, εεε εννοώ ούστ από εδώ).

Και μην δω κανά τελικό -ν- ή καμιά τριτόκλιτη κατάληξιν, θα πέσει ξύλο, γκε γκε;

Ο αρθρογράφος προφανώς χρειάζεται μια γεύση από την περίφημη βρεγμένη του φίλτατου... (προφανώς εννοεί βρεγμένη σανίδα).

1ο σχόλιο: Χμ... ωστε ο ανορθογραφος γραφων γνωριζει και τον Ιωαννη της Κλιμακος ... 2ο σχόλιο: Δεν πειραζει μια χαρα ειναι γραμμενα. Γιατι αν δε ξερεις τι σημαινει "θυρα" τοτε πρεπει να θυμασαι απ΄εξω τι θα πει "παρα-θυρο"... (η Ελληνικη γλωσαα ειναι απειρως ωραιοτερη και πιο πρακτικη απο τις φραγκολεβαντινικες ή τουρκικες παραλλαγες) 3ο σχόλιο: Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα γλωσσικά δάνεια, σε όλες τις γλωσσες υπάρχουν, αλλά το να σχολιάζεται αρνητικά από τον αρθρογράφο η χρήση των...ελληνικών λέξεων, αποτελεί ομολογουμένως μια πρωτοτυπία


να ξεβρωμίσουμε από τους καθαρευουσιάνους επιτέλους... όπου βρίσκετε ελληνικούρα, ντουφεκάτε!


Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Ο συρμός του λογιοτατισμού

Μπαίνεις στο τρένο. Κλείνουν οι πόρτες και διαβάζεις "Μη στηρίζεστε στη θύρα. Ανοίγει αυτόματα". Κατεβαίνεις Σύνταγμα. "Ο συρμός εκκινεί αμέσως", ακούγεται μία φωνή από τα μεγάφωνα του μετρό προειδοποιώντας τους επιβάτες να απομακρυνθούν από τις θύρες. Απομακρύνεσαι από τις πόρτες, πηγαίνεις να ανέβεις τις σκάλες και διαβάζεις ότι η κυλιόμενη κλίμακα ξεκινά αυτόματα. "Πάλι καλά που δεν εκκινεί και αυτή", σκέφτεσαι, αλλά έτσι όπως πάει, στο τέλος κι αυτή θα εκκινεί. Το τρένο έγινε συρμός, η κυλιόμενη σκάλα έγινε κυλιόμενη κλίμακα (μέχρι τώρα ήξερες μόνο την Κλίμακα του Ιωάννου) και όλα τα αυτοκόλλητα στα καινούργια τρένα προτιμούν τη λέξη θύρα αντί για τη λέξη πόρτα.
Αυτοκόλλητο σε παλιό βαγόνι: Άνοιγμα πόρτας σε περίπτωση ανάγκης.

Αυτοκόλλητο σε καινούργιο βαγόνι: Άνοιγμα θύρας σε περίπτωση ανάγκης.

 Ανοίξτε την πόρτα.

Ανοίξτε τη θύρα.
 
Μη στηρίζεστε στην πόρτα. Ανοίγει αυτόματα.

Μη στηρίζεστε στη θύρα. Ανοίγει αυτόματα.

Προσοχή! Η κυλιόμενη κλίμακα ξεκινά αυτόματα.

Χειρολαβή και κλίμακα αποβίβασης έκτακτης ανάγκης.