Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Μακεδονικός ετυμολογικός αγώνας

ἀμφισβητούντων Ἀθηναίων πρὸς Βοιωτοὺς περὶ τῆς χώρας ἥν καλοῦσι Σίδας. Ἐπαμινώνδας δικαιολογούμενος ἐξαίφνης ἐκ της ἀριστερᾶς μεταλαβὼν κεκρυμμένην ῥόαν καὶ δείξας ἤρετο τί καλοῦσι τοῦτο. τῶν δ’ εἰπόντων «ῥόαν». «ἀλλ’ ἡμεῖς, εἶπε, σίδαν» (ὁ δὲ τόπος τοῦτ ́ ἔχει τὸ φυτὸν ἐν αὑτῷ πλεῖστον, ἀφ’ οὗ τὴν ἐξ ἀρχῆς εἴληφε προσηγορίαν) καὶ ἐνίκησεν.» 
Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 14.64.18 - 14.64.25

Στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου έχουμε την πρώτη ίσως χρήση της ετυμολογίας στη διπλωματία. Λέγεται πως τον 4ο αι. π.Χ. οι Αθηναίοι βρίσκονταν σε διένεξη με τους Θηβαίους για μία περιοχή που ονομαζόταν Σίδαι και ήταν διάσημη για τα ρόδια της. Ο Επαμεινώνδας έδειξε στους Αθηναίους ένα ρόδι και τους ρώτησε πώς το λένε. Εκείνοι απάντησαν ότι λέγεται ρόα, μία λέξη από την οποία προέρχεται το σημερινό ρόδι. Τότε ο Επαμεινώνδας τούς επισήμανε ότι η βοιωτική λέξη ήταν σίδη, αποδεικνύοντας έτσι ότι, αφού η διαφιλονικούμενη περιοχή ονομαζόταν Σίδαι και ήταν γεμάτη ροδιές, τότε ανήκε στους Θηβαίους που ονόμαζαν σίδη το ρόδι.
Τον 19ο αιώνα η ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων θα συνέδεε την ετυμολογία με την ιστορική και εδαφική συνέχεια του έθνους. Στο χώρο της Μακεδονίας της οθωμανικής περιόδου, ειδικά μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και την ανεξαρτητοποίηση της Βουλγαρίας, οι επιδιώξεις του ελληνικού κράτους προσέκρουσαν στις διεκδικήσεις των Βουλγάρων. Η περιοχή της Μακεδονίας κατοικείτο από σλαβόφωνο πληθυσμό τον οποίο διεκδικούσε η Βουλγαρία και η σύγκρουση δεν θα περιοριζόταν μόνο στο στρατιωτικό και στο διπλωματικό πεδίο, αλλά θα επεκτεινόταν και στον χώρο της επιστήμης. Στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αι. παρατηρούμε τη συγγραφή ετυμολογικών έργων που επιχειρούν να συνδέσουν με το ελληνικό έθνος πληθυσμούς οι οποίοι δεν μιλούσαν ως μητρική την ελληνική γλώσσα.
Το επιχείρημά τους ήταν πως οι σλαβόφωνοι της οθωμανικής Μακεδονίας ήταν ουσιαστικά ομιλητές μιας ελληνικής διαλέκτου που "έπασχε" από "σλαβοφάνεια", δηλαδή φαινόταν να είναι σλαβική διάλεκτος, ενώ δεν ήταν. Η πρώτη γνωστή διατύπωση αυτής της θεωρίας χρεώνεται στο γραμματέα της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Γεώργιο Τσορμπατζόγλου, ο οποίος το 1904 κατά τη διάρκεια ερευνητικής αποστολής στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία συντάσσει εκθέσεις που φανερώνουν την πεποίθησή του ότι η γλώσσα των κατοίκων της περιοχής «δεν είνε βουλγαρική, αλλ’ αρχαιοτάτη Ελληνομακεδονική». Τον επόμενο χρόνο εκδίδεται στο Κάιρο το βιβλίο Η γλώσσα των εν Μακεδονία βουλγαροφώνων από τον Γεώργιο Μπουκουβάλα, πρώην επιθεωρητή ελληνικών σχολείων στη Μακεδονία, ο οποίος παραθέτει ένα μικρό γλωσσάριο 657 λέξεων του σλαβικού ιδιώματος, τις οποίες θεωρεί ελληνικής προέλευσης. Πιστεύει πως το μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου της διαλέκτου είναι «συνονθύλευμα λέξεων», από τις οποίες ελάχιστες είναι οι βουλγαρικές. Όμως το γνωστότερο έργο που επιχειρεί να συνδέσει τις σλαβικές διαλέκτους της Μακεδονίας με την αρχαία ελληνική είναι το Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων εκ συγκρίσεως της σλαβοφανούς μακεδονικής γλώσσης προς την ελληνικήν του Κωνσταντίνου Ι. Τσιούλκα, που εκδόθηκε το 1907 και επανακυκλοφόρησε το 1991, όταν αναζωπυρώθηκε το μακεδονικό ζήτημα.
Ο Κωνσταντίνος Τσιούλκας υπήρξε γυμνασιάρχης σε ελληνικό σχολείο στο Μοναστήρι μέχρι το 1889, όταν παύθηκε από τις οθωμανικές αρχές. Καταγόταν από το σλαβόφωνο χωριό Γκόρεντσι (σήμερα: Κορησσός)· ο ίδιος δηλώνει πως δεν γνωρίζει καμία σλαβική γλώσσα (εξαιρείται η διάλεκτος της Μακεδονίας, την οποία θεωρεί ελληνική) και πως αγνοεί ακόμα και το αλφάβητό τους (1991: ιε ́), γεγονός που μειώνει την επιστημονική του εγκυρότητα: εύλογα αναρωτιέται κανείς πώς χαρακτηρίζει τη διάλεκτο ως «σλαβοφανή», αφού ο ίδιος δε γνωρίζει καμία σλαβική γλώσσα, και πώς μπορεί, χωρίς να γνωρίζει σλαβικές γλώσσες, να αντικρούσει επιστημονικά την άποψη ότι η διάλεκτος είναι σλαβικής προέλευσης.
Πιστεύει πως η Μακεδονία είναι πεδίο δράσης της βουλγαρικής προπαγάνδας, που διακατεχόμενη από πανσλαβικές βλέψεις, διακηρύσσει ότι οι διάλεκτοι της Μακεδονίας είναι σλαβικές· αυτό το «ψεύδος» επιχειρεί να ανασκευάσει με τη μελέτη του, αφού δηλώσει ότι ακόμα και ανθρωπολογικά, ηθικά, θρησκευτικά και κοινωνικά οι Μακεδόνες είναι διαφορετικοί από τους Βούλγαρους και θα είναι αίσχος να υπαχθούν «εις την μογγολοταταρικήν ομοσιπύαν» (σελ. ιγ ́). Η θέση του για τη γλώσσα συνοψίζεται επιγραμματικά στην φράση ότι «η ψυχή και η σεμίγδαλις της σλαβοφανούς μακεδονικής διαλέκτου είνε ελληνική, τα δε κάρκαρα, τα πίτυρα και ει τι άλλο σμικρότερον είνε τουρκικά, λατινικά –και ταύτα δε πάλιν εξ ημών– και ολίγιστα δε εξ επιδρομής σλαβικά» (σελ. ιε ́). Το δυσνόητο της γλώσσας για το φυσικό ομιλητή της ελληνικής το ξεπερνά αναφερόμενος στην ύπαρξη λεξιλογίου, το οποίο μπορεί να είναι δυσνόητο για τον μέσο έλληνα, αλλά είναι ελληνικό και επιμένει στην ακουστική ομοιότητα της «σλαβοφανούς μακεδονικής» διαλέκτου με την ελληνική. Η σύγκριση επαναλαμβάνεται συνεχώς: «μόνον δε η μακεδονική γλώσσα έχει τας αρετάς της ελληνικής γλώσσης» (1991: κζ ́).
Στις τελευταίες σελίδες του πρώτου μέρους εκθέτει τα συμπεράσματά του με εκτενείς ιστορικές, γλωσσικές και πολιτικές αναφορές και τονίζει ότι μόνο «η δικαιοσύνη της επιστήμης» μπορεί να αναχαιτίσει τα ψεύδη «των δικηγόρων του βουλγαρισμού» (σελ. ρε ́)· επαναλαμβάνει την πίστη του για τη γνησιότητα του μακεδονικού αίματος και για την αυτοχθονία του μακεδονικού λαού (σελ. ρι ́), που κατοικεί τους ίδιους τόπους, που μιλά μια γλώσσα μη σλαβική και που «εις άμυναν λαμπράν και αυτήν την φυσιογνωμίαν και το κρανίον και τα ήθη και τα έθιμα και τας παραδόσεις και την ψυχικήν σύστασιν και την συνείδησιν δύναται να επιδείξη ως εθνικά σθεναρά στοιχεία του παλαιού ακραιφνούς Μακεδόνος και της ελληνικής αυτού φύσεως» (σελ. ρθ ́).
Τονίζοντας ότι «εν τη μακεδονική γλώσση υπάρχουσι και νυν έτι 1260 λέξεις ομηρικαί, ενώ εν τη γλώσση του ελληνικού λαού μόλις 650» (σελ. ρη ́) απευθύνεται στους «αληθείς λογίους των εθνών» πιστεύοντας ότι, αν οι «ευγενείς και δίκαιοι» Ευρωπαίοι γνωρίσουν την ελληνική φύση της γλώσσας των Μακεδόνων, θα απονείμουν «δικαιοσύνην κρίσεως προς τα από της γλώσσης δίκαια των Μακεδόνων» (σελ. ρια ́). Για τον Τσιούλκα η «πανσλαβική προπαγάνδα» των Βουλγάρων συνίσταται σε «ψευδώνυμο φιλάνθρωπο πολιτική» και ψευδοεπιστήμη, που έχει εξαγοραστεί για να επικυρώσει τους πόθους προσεταιρισμού των κατοίκων της Μακεδονίας (σελ. ριζ ́)· τα ψεύδη των προπαγανδιστών «καταισχύνουσιν την αλήθειαν» (σελ. ριδ ́) η οποία είναι με το μέρος των Ελλήνων.
Η σχέση του λεξιλογίου της γλώσσας των Μακεδόνων με των υπόλοιπων Ελλήνων και των ομηρικών επών αναδεικνύεται στο β ́ μέρος του βιβλίου, που είναι εκτενέστερο και περιλαμβάνει πρώτα ένα συγκριτικό λεξιλόγιο της ελληνικής και της «σλαβοφανούς» μακεδονικής (σελ. 1-95), και έπειτα ένα επίσης συγκριτικό κατάλογο λέξεων της «μακεδονικής» της «ομηρικής» και της δημοτικής (σελ. 96-132), καταλόγους παραγώγων και συνθέτων ταξινομημένων ανάλογα με την παραγωγική κατάληξη ή το πρώτο συνθετικό κλπ., καθώς και ένα κατάλογο όπου συγκρίνονται λέξεις της τσακωνικής, της ελληνικής και της μακεδονικής (σελ. 132-332).
Η άγνοια της Βουλγαρικής τον οδηγεί στο να ετυμολογεί από την «ομηρική» Ελληνική λέξεις της διαλέκτου που είναι ολόιδιες στο βουλγαρικό λεξιλόγιο (π.χ. ετυμολογεί τις λέξεις voda (=νερό), nos (= μύτη) και nof (= νέος) από τις αρχαιοελληνικές ὕδωρ, ῥὶς (συγκεκριμένα από τη γενική ῥι-νὸς), νέος). Αποδίδει σε ελληνική προέλευση λέξεις οι οποίες προέρχονται από την ινδοευρωπαϊκή και καταγράφει τις λέξεις της διαλέκτου με το ελληνικό αλφάβητο όχι εφαρμόζοντας φωνητική γραφή, αλλά γράφοντας τη λέξη έτσι ώστε να μοιάζει με την αντίστοιχη ελληνική (π.χ. κλειtsch, ενώ η φωνητική απόδοση είναι [klič] ‘κλειδί’ και ζείμμα, ενώ η φωνητική απόδοση είναι [zima] ‘χειμών’).
Παρόμοιες προσπάθειες ετυμολογικής σύνδεσης της ελληνικής και των σλαβικών διαλέκτων της Μακεδονίας έγιναν από διάφορους συγγραφείς. Το 1923 ο Κλεάνθης Νικολαΐδης κυκλοφορεί στην Αθήνα την Ιστορίαν του Ελληνισμού (με κέντρον και βάσιν την Μακεδονίαν) στης οποίας τις σελίδες 581-582 περιλαμβάνει λέξεις δανεισμένες από την ελληνική. Το 1948, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν, δημοσιεύτηκε με ενθάρρυνση του τμήματος Πολιτικής Επιστράτευσης της νομαρχίας Πέλλας το βιβλίο του σλαβόφωνου εκπαιδευτικού Γ. Γεωργιάδη Το μιξόγλωσσον εν Μακεδονία ιδίωμα και η εθνολογική κατάστασις των ομιλούντων αυτό Μακεδόνων, ο οποίος επίσης υποστήριζε ότι η γλώσσα των Μακεδόνων ήταν εξέλιξη της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου (που ήταν ελληνική). Η παραγωγή έργων τα οποία επικαλούνται την ετυμολογική συγγένεια μεταξύ της ελληνικής και των σλαβόμορφων –όπως τα αποκαλούν– ιδιωμάτων της Μακεδονίας συμπίπτει κυρίως με περιόδους έξαρσης του Μακεδονικού ζητήματος. Η ετυμολογία θεωρείται ως η ισχυρότερη απόδειξη της γλωσσικής συγγένειας και προσδίδει «επιστημονική» αυθεντία στις εθνικές διεκδικήσεις.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Οι άντρες δεν κλαίνε

Στον πατέρα μου. 
 ὡς ἡδὺ δάκρυα τοῖς κακῶς πεπραγόσι θρήνων τ᾽ ὀδυρμοὶ μοῦσά θ᾽ ἣ λύπας ἔχει
Ευριπίδη Τρωάδες, 608-609

Η δήλωση "οι άντρες δεν κλαίνε" είναι πιο σκληρή από την προσταγή "μην κλαις". Η πρόταση αυτή, αν και δεν περιέχει προσταγή, ωστόσο περιγράφει κάτι που μοιάζει με αντικειμενική πραγματικότητα, όπως η γέννηση και ο θάνατος. Υπονοεί πως δεν είναι στο χέρι σου να επιλέξεις αν θα κλάψεις ή όχι. Αν είσαι άντρας, δεν έχεις επιλογή.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Έχω όμως για οδηγό αυτό που έγραψε ο Μπόρχες στις Διερευνήσεις: «Γεγονός είναι ότι κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του. Ο μόχθος του μεταβάλλει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το παρόν –αλλά και το μέλλον» (σελ. 93, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Επιστρέφω στα αρχαία κείμενα, γιατί είναι η αφετηρία μου. Διαβάζοντάς τα αναζητώ ένα μονοπάτι που θα με καθοδηγήσει.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Όταν ο Πάτροκλος δακρύζει για την καταστροφή των Αχαιών, ο Αχιλλέας τον χαρακτηρίζει μωρό κορίτσι (‘τίπτε δεδάκρυσαι Πατρόκλεες, ἠΰτε κούρη νηπίη, Π 7-8). Ο Οδυσσέας, ενώ βρίσκεται φιλοξενούμενος στο παλάτι του βασιλιά Αλκίνοου, ακούει τον Δημόδοκο να τραγουδά τα κατορθώματα των Αχαιών και τη διαμάχη του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα, και δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Επειδή ντρέπεται τους Φαίακες, σκεπάζει το πρόσωπό του και κλαίει (κάλυψε δὲ καλὰ πρόσωπα: αἴδετο γὰρ Φαίηκας ὑπ᾽ ὀφρύσι δάκρυα λείβων, θ 85-86).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Ξενοφώντας αφηγείται την πορεία των Μυρίων στα εδάφη του βασιλείου των Περσών και την προσπάθεια να γυρίσουν στην πατρίδα. Φτάνουν κάποτε σε ένα βουνό που λεγόταν Θήχης, γράφει ο Ξενοφώντας. Όταν ανέβηκαν οι πρώτοι σε αυτό, ακούστηκε βοή. Ο Ξενοφώντας και οι οπισθοφύλακες νόμισαν ότι δέχονταν επίθεση. Επειδή η φασαρία ήταν ολοένα και πιο δυνατή και πιο κοντινή, ανέβηκε σε ένα άλογο, πήρε τον Λύκιο και τους ιππείς και κάλπασαν προς την κορυφή. Εκεί άκουσαν τους άντρες να φωνάζουν θάλασσα, θάλασσα, και να μεταβιβάζουν ο ένας στον άλλο τη λέξη. Όταν όλοι έφτασαν στην κορυφή, η ιεραρχία είχε χαθεί: οι στρατιώτες αγκάλιαζαν τους στρατηγούς και έκλαιγαν (ἐπεὶ δὲ ἀφίκοντο πάντες ἐπὶ τὸ ἄκρον, ἐνταῦθα δὴ περιέβαλλον ἀλλήλους καὶ στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς δακρύοντες. Κύρου Ανάβασις, 4.7.25).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Στον βίο του Πύρρου (34,7-9) ο Πλούταρχος αφηγείται πως, όταν έφεραν στον Αντίγονο Β' Γονατά το κεφάλι του αντιπάλου του Πύρρου, εκείνος θυμήθηκε την κατάληξη του παππού και του πατέρα του, και σκέπασε το πρόσωπο για να κρύψει το κλάμα του (τὴν χλαμύδα προθέμενος τοῖς ὄμμασιν ἐδάκρυσεν). Σεβάστηκε τη σορό του εχθρού του, τη στόλισε και την έκαψε.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό ξεχνώντας την υπόσχεσή του ότι δεν θα τον απαρνηθεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνει. Όταν επιβεβαιώθηκε η προφητεία του Χριστού ότι ο Πέτρος θα τον απαρνηθεί, εκείνος βγήκε έξω και έκλαψε πικρά (καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς. Κατά Ματθαίον, κστ' 75).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει στις Εξομολογήσεις για τον πόνο που του έφερε ο θάνατος ενός αγαπημένου παιδικού φίλου. Λέει πως η καρδιά του σκοτείνιασε και πως ό,τι αντίκρυζε ήταν θάνατος (Quo dolore contenebratum est cor meum, et quidquid aspiciebam mors erat). Η πατρίδα του ήταν ένα βασανιστήριο και το πατρικό σπίτι ήταν δυστυχία (et erat mihi patria supplicium, et paterna domus mira infelicitas). Μόνο ο θρήνος ήταν γλυκός και αντικαθιστούσε τον αγαπημένο φίλο στις απολαύσεις της ψυχής του (Solus fletus erat dulcis mihi et successerat amico meo in deliciis animi mei).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Μπορώ να ταυτιστώ με όσους έκλαψαν: τον Οδυσσέα που έκλαψε για τα περασμένα, τους Έλληνες που έκλαψαν επειδή ξαναείδανε τη θάλασσα έπειτα από πολύ καιρό, τον Αντίγονο που λυπήθηκε για την κατάληξη του εχθρού του, τον Πέτρο που θρήνησε για την αδυναμία να κρατήσει τον λόγο του, τον Αυγουστίνο που βρήκε παρηγοριά στο κλάμα για την απώλεια του αγαπημένου φίλου.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Επιστρέφω στα αρχαία κείμενα, γιατί είναι η αφετηρία μου. Διαβάζοντάς τα δημιουργώ ένα μονοπάτι που θα με καθοδηγήσει στον λαβύρινθο της ζωής.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Αυτός που έχει την ιδιότητα να μαυρίζει

Ο Emmanuel Poire (γνωστός με το ψευδώνυμο Caran d' Ache) γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Νοεμβρίου 1858. Χρειάστηκε η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία για να ξεμείνει στην ρωσική μεγαλούπολη ένας Γάλλος στρατιώτης της Grande Armee, ο παππούς του σκιτσογράφου.

Ο Emmanuel είχε Γάλλους γονείς και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Ρωσία. Πήγε στο Παρίσι στην ηλικία των 20 για να καταταγεί στο στρατό όπου υπηρέτησε για 5 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ασχολήθηκε με το σχέδιο. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις έγιναν στο Le Chronique Parisienne το 1880 ενώ διακοσμούσε με το έργο του το περιοδικό La Vie Militaire.Το πρώιμο έργο του ήταν αφιερωμένο στην εξύμνηση του γαλλικού στρατού στη συνέχεια όμως επιδόθηκε στο σατιρικό σκίτσο. H έμπνευσή του, ο συνδυασμός σκίτσων - συνήθως χωρίς λόγια - σε μικρές ιστορίες με χιουμοριστικό περιεχόμενο συνέβαλαν ώστε από πολλούς θεωρείται ο πατέρας του κόμικ.

Συνεργάστηκε με τα Le Figaro Illustre (όπου δημοσίευε σκίτσα από το 1895 στο φύλλο της Δευτέρας), La Caricature, Le Chat Noir, Le Rire. Παράλληλα με το έργο του σε εφημερίδες και περιοδικά δημοσίευσε άλμπουμ (Album de croquis militaires et d'histoire sans legendes, Histoire de Marlborough) ενώ διακόσμησε με σκίτσα του και διάφορες εκδόσεις βιβλίων. To 1892 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Carnet de Cheques με θέμα το σκάνδαλο της διώρυγας του Παναμά και το 1898 δημιούργησε μαζί με τον Forain το περιοδικό Pssst...! To περιοδικό είχε αποκλειστικά σκίτσα του Forain και του Caran d' Ache στα οποία υποστηριζόταν ο στρατός και γίνονταν επιθέσεις κατά του Dreyfuss και των υποστηρικτών του, αποκαλύπτοντας τις αντισημιτικές απόψεις των καλλιτεχνών.
Το 1898 ένα μέρος του έργου εκτέθηκε στην Fine Arts Society στο Λονδίνο. Στα σχέδια του σκιτσογράφου ήταν και η δημιουργία ενός μυθιστορήματος σε σκίτσα. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την έμπνευσή του γιατί πέθανε νωρίς, στις 26 Φεβρουαρίου 1909. Το ημιτελές μυθιστορηματικό του άλμπουμ με τον τίτλο Maestro έμενε στην αφάνεια για περίπου έναν αιώνα και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1999.

Η εταιρεία:
Το 1924 ο Ελβετός Arnold Schweizer ίδρυσε στη Γενεύη την γνωστή εταιρεία που κατασκευάζει γραφική ύλη και πολυτελή είδη γραφής. To όνομά της το πήρε από το ψευδώνυμο του σκιτσογράφου που ο ιδρυτής της εταιρείας θαύμαζε.

Η ετυμολογία:
Ο Caran D' Ache επέλεξε το ψευδώνυμό του από την ρωσική λέξη karandash που σημαίνει μολύβι. Η ευφυής μεταγραφή της ρωσικής λέξης στα γαλλικά ως Caran d' Ache δημιουργεί μία παρετυμολογία, προτείνοντας ως προέλευση του ψευδωνύμου του το εκγαλλισμένο λατινικό όνομα Caran (Caranus) και τον ψεύτικο τίτλο ευγενείας από κάποιο υποθετικό τόπο (d' Ache). Στο όνομα του Caran από την Ache ο Emmanuel Poire έκρυψε την ρωσική λέξη και το ρωσικό παρελθόν της οικογένειάς του. Η λέξη αυτή μας ταξιδεύει ακόμα πιο μακριά, σε μια τουρκική ρίζα. Πρώτες μαρτυρίες για τη λέξη karandash στα ρωσικά βρίσκονται στον 18ο αιώνα.
1) kara σημαίνει μαύρος (karan-lik=σκοτάδι, karan-gi=αυτός που ζει στην άγνοια).
2) adash σημαίνει "που έχει την ιδιότητα/που έχει κάτι κοινό με κάποιον ή κάτι"
π.χ. yoldash = αυτός που έχει τον ίδιο δρόμο με κάποιον = ο συνταξιδιώτης.
arkadash = αυτός που έχει την ίδια πλάτη με κάποιον, που προστατεύει τα νώτα του άλλου = ο φίλος (πβ. νεοελλ. καρντάσι.
Έτσι karandash=αυτός που έχει την ιδιότητα να μαυρίζει, το μολύβι, ο γραφίτης.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Από τον Δημητράκο στον Μπαμπινιώτη


Είμαι παιδάκι τσίφτικο κι εγώ θα καθαρίσω, και μη χαλάς τα κέφια σου, θα `ρθω μέσα στ’ αδέρφια σου εγώ να τους μιλήσω.


Το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη Με κυνηγούν τ' αδέρφια σου, το οποίο ακούστηκε για πρώτη φορά στην ταινία Ο Ατσίδας (1962), έχει ως θέμα τις δυσκολίες που εμπόδιζαν τις ερωτικές σχέσεις της εποχής, λόγω των αυστηρών ηθών που περιόριζαν τη γυναίκα στο οικογενειακό σπίτι και την εμπόδιζαν να συνάψει ελεύθερα σχέσεις.
Στη μελέτη με τίτλο Διά λόγους τιμής της Έφης Αβδελά καταγράφεται η σταδιακή απονομιμοποίηση των εγκλημάτων τιμής στις δεκαετίες του '50 και του '60. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον κινηματογράφο: ο τύπος του αδελφού που περιφρουρεί την τιμή της αδερφής είναι αποκλειστικά χαρακτήρας της κωμωδίας. Στις ταινίες της περιόδου ο έρωτας είναι ο αποκλειστικός νικητής, ενώ απαξιώνεται το παλιότερο έθιμο της επιλογής του συντρόφου από την οικογένεια της γυναίκας. 



Τα ήθη αυτά αντικατοπτρίζονται στο Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης (ΜΛΕΓ), το οποίο άρχισε να συντάσσεται τη δεκαετία του 1930 και δημοσιεύτηκε είκοσι χρόνια αργότερα. Στο λήμμα κερατάς διαβάζουμε τον ορισμό: ο ανήρ του οποίου η σύζυγος μοιχεύεται, και κατ' επέκταση η αδελφή, η θυγάτηρ ή και άλλη στενή συγγενής αυτού. Ο λεξικογράφος, που συνέτασσε το λήμμα οχτώ δεκαετίες πριν, κατέγραφε την επικρατούσα αντίληψη σχετικά με την τιμή: κάποιος μπορούσε να χαρακτηριστεί κερατάς λόγω της ερωτικής ελευθερίας κάθε γυναίκας που ανήκε στο στενό συγγενικό του περιβάλλον.
Παρακάτω στο λημματολόγιο συναντούμε το λήμμα κερατώνω: προσβάλλω την συζυγικήν τιμήν τινός, απατώ, ατιμάζω τον άνδρα, επί οικείας γυναικός και ιδίως επί συζύγου. Η σημασία ακολουθείται από δύο παραδείγματα, από τα οποία το ένα σήμερα προκαλεί την έκπληξη του σημερινού αναγνώστη: εκεράτωσε τον πατέρα της.


Στο ΛΝΕΓ, το οποίο δημοσιεύτηκε σχεδόν μισό αιώνα μετά, η σημασία είναι αυτή που γνωρίζουμε σήμερα: ο σύζυγος που τον απατά η γυναίκα του. Η απόσταση των σημασιών στα δύο λεξικά είναι τεράστια, όση και η απόσταση των δύο εποχών, της μεσοπολεμικής Ελλάδας και της Ελλάδας των τελών του 20ού αιώνα.
Μία πιο προσεχτική ανάγνωση του λεξικού Δημητράκου, όπως επικράτησε να λέγεται, θα μπορούσε να αποκαλύψει πολλά για την κοινωνία της εποχής, για τα ήθη της και για τη θέση της γυναίκας. Η σημασία της ομοφυλοφιλίας αρχίζει με τις λέξεις γενετήσιος διαστροφή. Στο λήμμα ροδάνι υπάρχει η φράση: η γλώσσα της πάει ροδάνι (επί λίαν φλυάρων γυναικών). Η πολυλογία εκείνη την εποχή θεωρείτο γυναικεία αποκλειστικότητα. Σε όλα τα σύγχρονα λεξικά η σημασία της φράσης έχει αποσυνδεθεί από το γυναικείο φύλο.
Οι προβληματισμοί -και οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής- παρεισφρέουν στο λεξικό. Βρισκόμαστε σε μία εποχή κατά την οποία οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα της ψήφου και στο λήμμα ψήφος, στη σημασία 14 βρίσκεται το παράδειγμα: δεν θα δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Αποτελεί ειρωνική συγκυρία η χρονική σύμπτωση της έκδοσης του λεξικού με τη χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες.
Οι σημασίες και τα παραδείγματα που ξενίζουν τον σημερινό αναγνώστη αναδεικνύουν μια άλλη χρησιμότητα των παλαιών λεξικών: αποκαλύπτουν το πνεύμα μιας άλλης εποχής, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό στον ορίζοντα της συγχρονίας. Το πνεύμα της εποχής διαποτίζει τους ανθρώπους, οι σημερινοί αναγνώστες δεν αντιλαμβάνονται αυτό το τμήμα του λεξικού που θα είναι ξένο στις μελλοντικές γενιές. Ωστόσο μία γεύση της αλλαγής στην εποχή μας μπορούμε να πάρουμε από τις διεκδικήσεις των ομόφυλων ζευγαριών ή των φυλομεταβατικών. Η καθιέρωση του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια και η ψήφιση του νομοσχεδίου για την ταυτότητα φύλου αποκαλύπτει νέες τάσεις που ίσως θα οδηγήσουν σε αναθεώρηση του ορισμού λέξεων, όπως οικογένεια, γυναίκα, άνδρας. Στα λεξικά της αγγλικής γλώσσας έχει ήδη ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρησή τους.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Λέξεις ταμπού στο λεξικό Μπαμπινιώτη

Πριν από είκοσι χρόνια κυκλοφόρησε το ΛΝΕΓ, που έγινε ευρύτερα γνωστό ως λεξικό Μπαμπινιώτη,  και το οποίο επρόκειτο  να γίνει το πιο διάσημο λεξικό της νεοελληνικής, αφού έμαθαν για αυτό και άνθρωποι που μάλλον δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή τους λεξικό. Ο βασικός λόγος για αυτή τη φήμη ήταν η καταγραφή της σημασίας "οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρ. του ΠΑΟΚ)" στο λήμμα Βούλγαρος, καθώς η αγαθή πρόθεση της λεξικογραφικής ομάδας αποτυπώσει πιστά τη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα ξεσήκωσε τις αντιδράσεις όλων όσων αντιμετώπισαν τη σημασία αυτή ως εθνική προσβολή.
Η οργή κατά του λεξικού πυροδότησε ένα ντόμινο αντιδράσεων: μία μειωτική σημασία στο λήμμα Πόντιος προκάλεσε την αντίδραση των Ποντίων, ενώ στο λήμμα Φιλιππινέζα το παράδειγμα "η ασκούμενη δικηγόρος είναι η Φιλιππινέζα του γραφείου. Κάνει όλες τις άλλες δουλειές, εκτός από το να δικηγορεί" προκάλεσε την αντίδραση των δικηγόρων. Ήταν προφανές ότι το λεξικό είχε συγκεντρώσει ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό από ανθρώπους που το διάβαζαν για να βρουν επιλήψιμες σημασίες και παραδείγματα. Ήταν το θέμα της ημέρας για πολλά δελτία ειδήσεων την άνοιξη του 1998 και είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Είναι το λεξικό το οποίο έκανε ανθρώπους άσχετους με τη λεξικογραφία να θεωρητικολογούν σχετικά με τα όριά της και είναι το μοναδικό που έγινε γηπεδικό σύνθημα:  
Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω δυνατά, / μπουγάτσα με κιμά.

Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω μια ζωή / μπουγάτσα με τυρί.
Η απάντηση στις αντιδράσεις ήταν η επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης, η οποία απογοήτευσε όσους υπερασπίστηκαν την επιστημονική ελευθερία, επειδή επιχειρούσε να κατευνάσει τα πνεύματα αφαιρώντας τις προσβλητικές αναφορές. 
Αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι, αν και αφαιρέθηκε η υποτιμητική σημασία του λήμματος Βούλγαρος, ωστόσο δεν αφαιρέθηκε το λήμμα χαμουτζής που χρησιμοποιούν υποτιμητικά οι Βορειοελλαδίτες για τους Νοτιοελλαδίτες. Σε αυτήν την περίπτωση το ΛΝΕΓ και το ΛΚΝ είναι τα μόνα λεξικά που καταγράφουν τη λέξη (βρίσκεται επίσης στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr), καθώς δεν υπάρχει ούτε στα ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014 και είχε στη διάθεσή του τα λημματολόγια των προηγούμενων λεξικών.
 
Η επανεκτύπωση ωστόσο της πρώτης έκδοσης του λεξικού Μπαμπινιώτη προκάλεσε άλλου είδους κριτική, προερχόμενη από αυτούς που υποστήριζαν πως ο λεξικογράφος πρέπει να έχει την ελευθερία να παράγει το έργο του χωρίς να λογοκρίνεται. Η δημοσιογραφική ομάδα του Ιού της Ελευθεροτυπίας με το άρθρο "Παλλαϊκή λεξικογραφία" κατηγόρησε το λεξικό επειδή υποχώρησε σε όλες τις απαιτήσεις των κατηγόρων του: απέσυρε τις επίμαχες σημασίες, προσέθεσε λήμματα, ενώ άλλα, όπως το λήμμα Κύπρος, τα διαμόρφωσε έτσι ώστε να είναι εθνικώς ορθά.
Αυτό που δεν παρατήρησαν οι αυτόκλητοι λεξικογράφοι του Ιού, ωστόσο, είναι πως οι αλλαγές στο λεξικό δεν έγιναν απαραίτητα κατόπιν απαιτήσεων. Στη δεύτερη έκδοση του 2002 συναντάμε το λήμμα εξήντα εννέα, το οποίο έχει μόνο τις σημασίες σχετικά με τον αριθμό 69: 
1. εξήντα οκτώ συν ένα, ο αριθμός 69 2. (ως επίθ.) αυτοί που ανέρχονται ποσοτικά στον αριθμό 69
Αν αναζητήσει κανείς άλλους αριθμούς, όπως εξήντα οκτώ, εξήντα επτά κλπ. δεν θα τους εντοπίσει. Το λήμμα εξήντα εννέα μπήκε εκεί μόνο επειδή κατέγραφε μία στάση στο σεξ. Όποιος διαθέτει την πρώτη έκδοση του λεξικού μπορεί να διαβάσει το λήμμα εξήντα εννέα με τη σεξουαλική σημασία: 
3. ερωτική στάση κατά την οποία έρχονται σε επαφή ταυτόχρονα το στόμα τού ενός εραστή με το γεννητικό όργανο του άλλου
Μπορούμε να φανταστούμε ότι πριν την επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης έγινε ένα προσεχτικό χτένισμα στο λημματολόγιο προκειμένου να αφαιρεθούν τυχόν επιλήψιμα λήμματα, παραδείγματα και σημασίες. Ωστόσο, η παρουσία του λήμματος εξήντα εννέα μαρτυρά την προσπάθεια να καταγραφεί στο λεξικό μία ομάδα λέξεων που αντιμετωπίζονται ως ταμπού και είναι πράγματι πρωτοποριακή, επειδή η λέξη δεν έχει καταγραφεί από κανένα σύγχρονο λεξικό (τουλάχιστον από τα σημαντικά λεξικά που κυκλοφορούν). Δεν υπάρχει στα ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο πιο πρόσφατο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014. Η πρώτη έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη είναι παραμένει μέχρι σήμερα η μοναδική που καταγράφει αυτή τη σημασία.
Παρά τη συγκεκριμένη προληπτική αυτολογοκρισία του το ΛΝΕΓ δεν λογόκρινε γενικότερα τις λέξεις ταμπού και στο λημματολόγιό του συναντάμε αρκετές τέτοιες. Μία από αυτές, ίσως φόρος τιμής στον Ηλία Πετρόπουλο, καθώς καταγράφεται στο βιβλίο του "Το μπουρδέλο", είναι η ρεπατζού: γυναίκα ελευθερίων ηθών που αντικαθιστά εργαζομένη σε οίκο ανοχής, όταν η τελευταία έχει ρεπό (σελ. 1536, β' έκδοση του 2002). Είναι άλλη μία λέξη από αυτές που βρίσκονται μόνο στο ΛΝΕΓ και δεν υπάρχουν στα λημματολόγια των άλλων λεξικών. Το συγκεκριμένο λήμμα, βέβαια, δικαίως δεν συμπεριλαμβάνεται στα λημματολόγια των άλλων λεξικών, καθώς αποτελεί αρκετά σπάνια και περιθωριακή λέξη, ωστόσο η παρουσία του έχει κάποια χρησιμότητα: λειτουργεί ως νομιμοποίηση της αργκό και των λέξεων ταμπού στα λεξικά. Αντιθέτως, η διαγραφής της σημασίας του εξήντα εννέα αποκαλύπτει πως η σεμνοτυφία της κοινωνίας αντιδρά ακόμα και στην επιστημονική λεξικογραφική προσέγγιση του αργκοτικού και ακατάλληλου λεξιλογίου.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Το shοκολατάκι

Λίγα χρόνια πριν έγινε viral ένα βίντεο στο οποίο η βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη χρησιμοποίησε τον φθόγγο [ʃ] (στην αγγλική γραφή αποδίδεται με sh) για να προφέρει τη λέξη shοκολατάκι. Το συγκεκριμένο φώνημα δεν υπάρχει στη νεοελληνική. Η προφορά της βουλευτού ακολουθούσε την προφορά της γαλλικής chocolat, από την οποία η νεοελληνική γλώσσα έχει δανειστεί τη λέξη.


Η διατήρηση της φωνολογίας των δανείων λέξεων, ειδικά όταν ο ομιλητής δανείζεται φθόγγους που δεν υπάρχουν στη γλώσσα, αντιμετωπίζεται κατά κανόνα με απόρριψη και διακωμώδηση.


(Σε κάποια άλλη εποχή, ωστόσο, η σωστή προσφορά του [ʃ] (sh), μπορούσε να αποβεί σωτήρια: στη Βίβλο (Κριτές, ΙΒ ́ 5-6) οι Γαλααδίτες, όταν φύλασσαν τα περάσματα του Ιορδάνη, είχαν καταφύγει σε μια δοκιμασία την οποία εφάρμοζαν για να εντοπίσουν τους Εφραϊμίτες ανάμεσα στους ταξιδιώτες και να τους εμποδίσουν να περάσουν: τους ζητούσαν να προφέρουν τη λέξη shibbólet (שִׁבֹּלֶת‬), και, όποιος δεν μπορούσε να προφέρει το πρώτο σύμφωνο ως [∫], αλλά το πρόφερε ως [s], σκοτωνόταν.)

Υπάρχει η εντύπωση πως κατά τον δανεισμό ξένων λέξεων είναι απαραίτητη η προσαρμογή των λέξεων στη φωνολογία της νεοελληνικής γλώσσας. Πράγματι, αυτό ισχύει σε οριακές περιπτώσεις, όπως η προαναφερθείσα. Οι ομιλητές της νεοελληνικής γλώσσας αντιλαμβάνονται την ξενική προφορά των δανείων λέξεων ως ασυνήθιστη και αστεία. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προφορά των δανείων επηρεάζεται από την προφορά που έχουν οι συγκεκριμένοι τύποι στην γλώσσα προέλευσης. Αυτή η επιρροή καταγράφεται και στο ΛΚΝ, το οποίο συμπεριλαμβάνει την προφορά του κάθε λήμματος. Στην εισαγωγή του λεξικού αναφέρεται:

Για τα δάνεια προτιμήθηκε η προφορά που βρίσκεται πλησιέστερα στον ξένο τύπο, εφόσον, βέβαια, ακούγεται πραγματικά και με κάποια συχνότητα, π.χ. παρμπρίζ [parbriz], καμπάνια [kampaña].

Οι περισσότερες περιπτώσεις στις οποίες το ΛΚΝ υιοθετεί την προφορά της δάνειας λέξης αφορούν τα συμφωνικά σύμπλεγματα [nt] και [mp]. Στη φωνολογία της νεολληνικής γλώσσας αυτά δεν υπάρχουν. Τα μπ και ντ αποδίδουν στη γραφή πάντοτε τα [b] και [d] (ή έρρινα: [ᵐb], [ⁿd]). Επομένως, το λεξικό αποδίδει τα nt, mp των ξένων λέξεων ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, οι λέξεις κάμπος (< λατ. campus), καντίνα (< ιταλ. cantina), κόντρα (< ιταλ. contra) αποδίδονται φωνητικά ως [kámbos], [kandína], [kóndra], ενώ αντιθέτως οι λέξεις κοντέινερ (< αγγλ. container), κοντράστ (< γαλλ. contraste) και ίντερνετ (< αγγλ. internet) ως [kontéiner], [kontrást], [ínternet] (η έμφαση δική μου).
Τα κριτήρια που εφαρμόζονται από το ΛΚΝ είναι μάλλον χρονικά: λέξεις που αποτελούν νεότερα δάνεια είναι αναμενόμενο να κουβαλούν στις αποσκευές τους την προφορά της γλώσσας προέλευσης. Σε αυτό συμβάλλει και η γνώση της γλώσσας προέλευσης, που επηρεάζει τους φυσικούς ομιλητές της νεοελληνικής. Επομένως, η ξενική προφορά των δανείων λέξεων διακωμωδείται μόνο όταν αναγνωρίζεται ως τέτοια.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η μεταφορική χρήση του λεμονιού

H Corrine Beaumont είναι γνωστή από την εκστρατεία "Know Your Lemons", με την οποία επιχειρεί να ενημερώσει τις γυναίκες σχετικά με τον καρκίνο του μαστού, χρησιμοποιώντας τα λεμόνια ως μεταφορά για το στήθος. Δεν πρόκειται βέβαια για καινοφανή μεταφορά, αφού φαίνεται πως έχει ταξιδέψει μαζί με τον καρπό της λεμονιάς σε διάφορες εποχές και πολιτισμούς. 
Λεξικό Δημητράκου
Αν αναζητήσει κανείς το λήμμα λεμόνι στο ΜΛΕΓ, θα βρει και τη μεταφορική σημασία, αποτυπωμένη σχεδόν με λυρισμό: οι σφριγηλοί μαστοί των νεανίδων, πρβλ. κιτρολέιμονα (σελ. 4294). Ακολουθώντας την παραπομπή στο λήμμα κιτρολέμονο, ο λεξικογράφος γράφει έναν παρόμοιο ορισμό: μτφ. επί των σφριγηλών και προπετών μαστών των νεανίδων (σελ. 3917). Παραθέτει -αντί παραδείγματος- ένα δημώδες δίστιχο: τα δυο σου κιτρολέμονα | να σου τα σφίξω, δαίμονα. Στο λήμμα κιτρολεμονιά υπάρχει επίσης μεταφορική σημασία: ως χαρακτηρισμός αγαπωμένης γυναικός, η οποία ακολουθείται από άλλο δημώδες δίστιχο:  ω κιτρολεμονίτσα μου, κι ω κιτρολεμονιά μου, | εσύ 'σαι που τα μάρανες τα φύλλα της καρδιάς μου. 
Το ΛΝΕΓ (Σταματάκου) μοιάζει να αντιγράφει τα ερμηνεύματα του λεξικού Δημητράκου. Το λεμόνι έχει μεταφορική σημασία: σφριγηλοί μαστοί νεάνιδος (σελ. 1802) και παραπέμπει στο κιτρολέμονο. Στο λήμμα κιτρολέμονο δίνει μεταφορική σημασία: επί των μαστών των νεανίδων, ενώ στο κιτρολεμονιά καταγράφει τον σχεδόν πανομοιότυπο ορισμό: χαρακτηρισμός αγαπωμένης γυναικός (σελ. 1652). Σε αυτό το λεξικό δεν υπάρχουν παραδείγματα που να συνοδεύουν το ερμήνευμα. 
Τα δημώδη άσματα που καταγράφει το ΜΛΕΓ αποκαλύπτουν τη γενικευμένη χρήση των συγκεκριμένων μεταφορών, του στήθους ως λεμονιών και της γυναίκας ως λεμονιάς, στη νεοελληνική δημοτική ποίηση. Στο πασίγνωστο Λεμονάκι μυρωδάτο οι στίχοι κρύβουν επιμελώς την ερωτική διάσταση: Λεμονάκι μυρωδάτο / κι από περιβόλι αφράτο / μη παραμυρίζεις τόσο / και με κάνεις και νυχτώσω. Στο Κοντούλα λεμονιά ακούμε τα λόγια: Μωρή κοντούλα λεμονιά, / με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα, / σε φίλησα κι αρρώστησα, / και το γιατρό δε φώναξα. Η υπαινικτική χρήση της μεταφοράς είναι απαραίτητη σε μία κοινωνία με αυστηρά ήθη. 
Λεξικό Δημητράκου
Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις ξεκάθαρης σύνδεσης του λεμονιού με το στήθος. Στην Κρήτη, σε μία μαντινάδα από τα Παινέματα τση κόρης, ο τραγουδιστής παινεύει τα κάλλη της κόρης και μεταξύ άλλων λέει: Αν πω για τα βυζάκια σου, τα Καστρινά λεμόνια, απού 'ναι ολοστρόγγυλα και άσπρα σαν τα χιόνια. Σε άλλο κρητικό τραγούδι ο τραγουδιστής απευθύνεται στη γυναίκα λεμονιά και χτίζει γύρω από τη συγκεκριμένη μεταφορά μια αφήγηση για την κόρη που δεν μπορεί να έχει: Μα η λεμονιά που αγαπώ σ' άλλο μοιράσι πέφτει, / για ένα κλαδί λεμονανθό θα με 'ποδώσει κλέφτη. [...] Δεντρί που σε καμάρωνα καθημερνή και σχόλη κι εδά 'γειρες τσοι κλώνους σου σε ξένο περιβόλι. 
Η μεταφορά ταξιδεύει και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Από τη Χίο προέρχεται το τραγούδι Ω κρητική μου λεμονιά (να σε φυτέψω στο γιαλό, φοβάμαι τους κουρσάρους, να μη σε βρούνε μοναχή κι ερθούνε και σε πάρουν), ενώ από τη Μικρασία το Λιβισιανή μου πέρδικα: Έρχομαι κι εσύ κοιμάσι μέσα στ’ άσπρα γιασιμιά, / ξύπνα που να ζεις κι να ’σι, φουντουτή μου λιμουνιά. Ακόμα και στη συλλογή δημοτικών τραγουδιών του Passow με τίτλο Τραγούδια Ρωμαίικα, η οποία κυκλοφόρησε το 1860, διαβάζουμε: «τα στήθη σου λεϊμόνια και τα βυζιά σου κλώνοι / χαράς στον νιο όπου θα μπει να κόψει το λεϊμόνι». 
 
Μια καθιερωμένη μεταφορά όπως αυτή, εύκολα βρίσκει το δρόμο στην ποίηση. Στη συλλογή Τα Ρω του Έρωτα του Οδυσσέα Ελύτη, στο ποίημα Το δελφινοκόριτσο: Σαν λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε / κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε
H μεταφορική χρήση του λεμονιού δεν περιορίζεται στα όρια της ελληνικής γλώσσας. Είναι γνωστή και στην ισπανική. Ο Oscar Conde γράφει στο λεξικό της λουνφάρδο (είναι η αργεντίνικη αργκό του τάνγκο), στο λήμμα limones ως ερμήνευμα τη λέξη στήθη, και εξηγεί: por alusion a la forma del limon, fruto del limonero (Diccionario Etimológico Del Lunfardo). Στους Λουσιάδες του Καμόες, ποιήματος γραμμένου τον 16ο αι., γίνεται η ίδια σύνδεση: Os formosos limões ali, cheirando, / estão virgíneas tetas imitando. Η λίστα είναι μεγάλη και μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα ποιήματα, όπως το Oda al limon του Νερούδα, το Me tiraste un limón, του Μιγκέλ Ερνάντες.
Στα σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής, ωστόσο, δεν υπάρχει πουθενά αυτή η σημασία. Αναφέρεται σε μία εποχή παρωχημένη, όπου η υπαινικτικότητα ήταν απαραίτητη και όπου τα βιώματα της αγροτικής ζωής σχεδόν επέβαλλαν το πλαίσιο από το οποίο αντλούνταν μεταφορές. Εξαφανίστηκαν επίσης και εκείνοι οι λεξικογράφοι που θα κατέγραφαν ένα δημοτικό τραγούδι αντί για παραδείγματα. Οι ηλεκτρονικές δεξαμενές κειμένων και η ανάγκη καταγραφής χρηστικών παραδειγμάτων εξοβέλισαν και την ποίηση από τα λεξικά. Αφενός πρόκειται για την εισαγωγή αυστηρότερων επιστημονικών κριτηρίων στη λεξικογραφική θεωρία και πράξη, αφετέρου όμως είναι ευχάριστο που η απουσία αυτών των κριτηρίων τότε έδωσε στον λεξικογράφο την ελευθερία να καταγράψει στίχους δημοτικών τραγουδιών.