Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίβλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίβλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Οι άντρες δεν κλαίνε

Στον πατέρα μου. 
 ὡς ἡδὺ δάκρυα τοῖς κακῶς πεπραγόσι θρήνων τ᾽ ὀδυρμοὶ μοῦσά θ᾽ ἣ λύπας ἔχει
Ευριπίδη Τρωάδες, 608-609

Η δήλωση "οι άντρες δεν κλαίνε" είναι πιο σκληρή από την προσταγή "μην κλαις". Η πρόταση αυτή, αν και δεν περιέχει προσταγή, ωστόσο περιγράφει κάτι που μοιάζει με αντικειμενική πραγματικότητα, όπως η γέννηση και ο θάνατος. Υπονοεί πως δεν είναι στο χέρι σου να επιλέξεις αν θα κλάψεις ή όχι. Αν είσαι άντρας, δεν έχεις επιλογή.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Έχω όμως για οδηγό αυτό που έγραψε ο Μπόρχες στις Διερευνήσεις: «Γεγονός είναι ότι κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του. Ο μόχθος του μεταβάλλει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το παρόν –αλλά και το μέλλον» (σελ. 93, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Επιστρέφω στα αρχαία κείμενα, γιατί είναι η αφετηρία μου. Διαβάζοντάς τα αναζητώ ένα μονοπάτι που θα με καθοδηγήσει.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Όταν ο Πάτροκλος δακρύζει για την καταστροφή των Αχαιών, ο Αχιλλέας τον χαρακτηρίζει μωρό κορίτσι (‘τίπτε δεδάκρυσαι Πατρόκλεες, ἠΰτε κούρη νηπίη, Π 7-8). Ο Οδυσσέας, ενώ βρίσκεται φιλοξενούμενος στο παλάτι του βασιλιά Αλκίνοου, ακούει τον Δημόδοκο να τραγουδά τα κατορθώματα των Αχαιών και τη διαμάχη του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα, και δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Επειδή ντρέπεται τους Φαίακες, σκεπάζει το πρόσωπό του και κλαίει (κάλυψε δὲ καλὰ πρόσωπα: αἴδετο γὰρ Φαίηκας ὑπ᾽ ὀφρύσι δάκρυα λείβων, θ 85-86).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Ξενοφώντας αφηγείται την πορεία των Μυρίων στα εδάφη του βασιλείου των Περσών και την προσπάθεια να γυρίσουν στην πατρίδα. Φτάνουν κάποτε σε ένα βουνό που λεγόταν Θήχης, γράφει ο Ξενοφώντας. Όταν ανέβηκαν οι πρώτοι σε αυτό, ακούστηκε βοή. Ο Ξενοφώντας και οι οπισθοφύλακες νόμισαν ότι δέχονταν επίθεση. Επειδή η φασαρία ήταν ολοένα και πιο δυνατή και πιο κοντινή, ανέβηκε σε ένα άλογο, πήρε τον Λύκιο και τους ιππείς και κάλπασαν προς την κορυφή. Εκεί άκουσαν τους άντρες να φωνάζουν θάλασσα, θάλασσα, και να μεταβιβάζουν ο ένας στον άλλο τη λέξη. Όταν όλοι έφτασαν στην κορυφή, η ιεραρχία είχε χαθεί: οι στρατιώτες αγκάλιαζαν τους στρατηγούς και έκλαιγαν (ἐπεὶ δὲ ἀφίκοντο πάντες ἐπὶ τὸ ἄκρον, ἐνταῦθα δὴ περιέβαλλον ἀλλήλους καὶ στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς δακρύοντες. Κύρου Ανάβασις, 4.7.25).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Στον βίο του Πύρρου (34,7-9) ο Πλούταρχος αφηγείται πως, όταν έφεραν στον Αντίγονο Β' Γονατά το κεφάλι του αντιπάλου του Πύρρου, εκείνος θυμήθηκε την κατάληξη του παππού και του πατέρα του, και σκέπασε το πρόσωπο για να κρύψει το κλάμα του (τὴν χλαμύδα προθέμενος τοῖς ὄμμασιν ἐδάκρυσεν). Σεβάστηκε τη σορό του εχθρού του, τη στόλισε και την έκαψε.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό ξεχνώντας την υπόσχεσή του ότι δεν θα τον απαρνηθεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνει. Όταν επιβεβαιώθηκε η προφητεία του Χριστού ότι ο Πέτρος θα τον απαρνηθεί, εκείνος βγήκε έξω και έκλαψε πικρά (καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς. Κατά Ματθαίον, κστ' 75).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει στις Εξομολογήσεις για τον πόνο που του έφερε ο θάνατος ενός αγαπημένου παιδικού φίλου. Λέει πως η καρδιά του σκοτείνιασε και πως ό,τι αντίκρυζε ήταν θάνατος (Quo dolore contenebratum est cor meum, et quidquid aspiciebam mors erat). Η πατρίδα του ήταν ένα βασανιστήριο και το πατρικό σπίτι ήταν δυστυχία (et erat mihi patria supplicium, et paterna domus mira infelicitas). Μόνο ο θρήνος ήταν γλυκός και αντικαθιστούσε τον αγαπημένο φίλο στις απολαύσεις της ψυχής του (Solus fletus erat dulcis mihi et successerat amico meo in deliciis animi mei).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Μπορώ να ταυτιστώ με όσους έκλαψαν: τον Οδυσσέα που έκλαψε για τα περασμένα, τους Έλληνες που έκλαψαν επειδή ξαναείδανε τη θάλασσα έπειτα από πολύ καιρό, τον Αντίγονο που λυπήθηκε για την κατάληξη του εχθρού του, τον Πέτρο που θρήνησε για την αδυναμία να κρατήσει τον λόγο του, τον Αυγουστίνο που βρήκε παρηγοριά στο κλάμα για την απώλεια του αγαπημένου φίλου.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Επιστρέφω στα αρχαία κείμενα, γιατί είναι η αφετηρία μου. Διαβάζοντάς τα δημιουργώ ένα μονοπάτι που θα με καθοδηγήσει στον λαβύρινθο της ζωής.

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Το shοκολατάκι

Λίγα χρόνια πριν έγινε viral ένα βίντεο στο οποίο η βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη χρησιμοποίησε τον φθόγγο [ʃ] (στην αγγλική γραφή αποδίδεται με sh) για να προφέρει τη λέξη shοκολατάκι. Το συγκεκριμένο φώνημα δεν υπάρχει στη νεοελληνική. Η προφορά της βουλευτού ακολουθούσε την προφορά της γαλλικής chocolat, από την οποία η νεοελληνική γλώσσα έχει δανειστεί τη λέξη.


Η διατήρηση της φωνολογίας των δανείων λέξεων, ειδικά όταν ο ομιλητής δανείζεται φθόγγους που δεν υπάρχουν στη γλώσσα, αντιμετωπίζεται κατά κανόνα με απόρριψη και διακωμώδηση.


(Σε κάποια άλλη εποχή, ωστόσο, η σωστή προσφορά του [ʃ] (sh), μπορούσε να αποβεί σωτήρια: στη Βίβλο (Κριτές, ΙΒ ́ 5-6) οι Γαλααδίτες, όταν φύλασσαν τα περάσματα του Ιορδάνη, είχαν καταφύγει σε μια δοκιμασία την οποία εφάρμοζαν για να εντοπίσουν τους Εφραϊμίτες ανάμεσα στους ταξιδιώτες και να τους εμποδίσουν να περάσουν: τους ζητούσαν να προφέρουν τη λέξη shibbólet (שִׁבֹּלֶת‬), και, όποιος δεν μπορούσε να προφέρει το πρώτο σύμφωνο ως [∫], αλλά το πρόφερε ως [s], σκοτωνόταν.)

Υπάρχει η εντύπωση πως κατά τον δανεισμό ξένων λέξεων είναι απαραίτητη η προσαρμογή των λέξεων στη φωνολογία της νεοελληνικής γλώσσας. Πράγματι, αυτό ισχύει σε οριακές περιπτώσεις, όπως η προαναφερθείσα. Οι ομιλητές της νεοελληνικής γλώσσας αντιλαμβάνονται την ξενική προφορά των δανείων λέξεων ως ασυνήθιστη και αστεία. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προφορά των δανείων επηρεάζεται από την προφορά που έχουν οι συγκεκριμένοι τύποι στην γλώσσα προέλευσης. Αυτή η επιρροή καταγράφεται και στο ΛΚΝ, το οποίο συμπεριλαμβάνει την προφορά του κάθε λήμματος. Στην εισαγωγή του λεξικού αναφέρεται:

Για τα δάνεια προτιμήθηκε η προφορά που βρίσκεται πλησιέστερα στον ξένο τύπο, εφόσον, βέβαια, ακούγεται πραγματικά και με κάποια συχνότητα, π.χ. παρμπρίζ [parbriz], καμπάνια [kampaña].

Οι περισσότερες περιπτώσεις στις οποίες το ΛΚΝ υιοθετεί την προφορά της δάνειας λέξης αφορούν τα συμφωνικά σύμπλεγματα [nt] και [mp]. Στη φωνολογία της νεολληνικής γλώσσας αυτά δεν υπάρχουν. Τα μπ και ντ αποδίδουν στη γραφή πάντοτε τα [b] και [d] (ή έρρινα: [ᵐb], [ⁿd]). Επομένως, το λεξικό αποδίδει τα nt, mp των ξένων λέξεων ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, οι λέξεις κάμπος (< λατ. campus), καντίνα (< ιταλ. cantina), κόντρα (< ιταλ. contra) αποδίδονται φωνητικά ως [kámbos], [kandína], [kóndra], ενώ αντιθέτως οι λέξεις κοντέινερ (< αγγλ. container), κοντράστ (< γαλλ. contraste) και ίντερνετ (< αγγλ. internet) ως [kontéiner], [kontrást], [ínternet] (η έμφαση δική μου).
Τα κριτήρια που εφαρμόζονται από το ΛΚΝ είναι μάλλον χρονικά: λέξεις που αποτελούν νεότερα δάνεια είναι αναμενόμενο να κουβαλούν στις αποσκευές τους την προφορά της γλώσσας προέλευσης. Σε αυτό συμβάλλει και η γνώση της γλώσσας προέλευσης, που επηρεάζει τους φυσικούς ομιλητές της νεοελληνικής. Επομένως, η ξενική προφορά των δανείων λέξεων διακωμωδείται μόνο όταν αναγνωρίζεται ως τέτοια.

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Η μητέρα γλώσσα

O Hρόδοτος αναφέρει μία ανεκδοτολογική αφήγηση για τον φαραώ Ψαμμήτιχο, ο οποίος θέλοντας να μάθει ποια ήταν η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου έδωσε σε έναν βοσκό δύο μωρά για να μεγαλώσουν απομονωμένα, ώστε να μάθουν ποια γλώσσα θα μιλούσαν από μόνα τους αυτά τα δύο παιδιά μεγαλώνοντας. Τελικά είπαν μία λέξη που ο βοσκός θεώρησε ότι ήταν φρυγική: βέκος, που σήμαινε ψωμί. Η ιστορία του Ψαμμήτιχου φανερώνει την πίστη στην ύπαρξη μίας αρχικής γλώσσας συνδεδεμένης με το ανθρώπινο γένος. Η πίστη στην πρωταρχική, σύμφυτη με τον άνθρωπο γλώσσα φανερώνει, πιστεύω, την πίστη στην ενότητα της ανθρωπότητας.
Η βιβλική αφήγηση της Βαβέλ φανερώνει πόσο βασική είναι η ιδέα μίας γλώσσας μητέρας όλων των γλωσσών. Εφόσον το ανθρώπινο γένος προέρχεται από το ζευγάρι των πρωτοπλάστων, είναι αυτονόητο πως μία γλώσσα υπήρξε στην αρχή και από αυτήν προέκυψαν οι υπόλοιπες. Στην προεπιστημονική περίοδο, η μελέτη της γλώσσας ήταν βασισμένη -και προσανατολισμένη- στην αρχή ότι μία γλώσσα υπήρξε η μητέρα όλων των υπολοίπων.
Ερμηνεύοντας τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της Βίβλου ορισμένοι Ευρωπαίοι λόγιοι ήταν βαθιά επηρεασμένοι από τον εβραϊκό μύθο της γλώσσας των πρωτόπλαστων και του Πύργου της Βαβέλ, ο οποίος έδινε την εβραϊκή μυθολογική εξήγηση για την ύπαρξη πολλών γλωσσών. Δεσμευμένοι από τη θεοπνευστία του βιβλικού κειμένου, τη δογματική a priori αποδοχή του ως αλήθειας, το ζητούμενο ήταν να αποδειχθεί μέσω της ετυμολογικής έρευνας η αλήθεια των Γραφών και η πίστη των Πατέρων της Εκκλησίας ότι η Εβραϊκή ήταν η αρχέγονη γλώσσα του Παραδείσου, από την οποία προήλθαν όλες οι άλλες. Ο γάλλος λόγιος Γουλιέλμος Ποστέλ στο έργο του De originibus seu de Hebraicae linguae et gentis antiquitate (1538) υποστηρίζει ότι ο Νώε μιλούσε την Εβραϊκή κι ότι από αυτήν κατάγονταν όλες οι υπόλοιπες γλώσσες. Λίγα χρόνια μετά ο Mithridates (1555) του Conrad Gesner επαναλαμβάνει την ίδια ιδέα, την οποία υποστηρίζουν επίσης o Estienne Guichard (L’ harmonie étymologique des langues, 1606), ο Claude Duret to 1613 (Thrésor de l’ histoire des langues de cet univers) και ο Αθανάσιος Κίρχερ στο Τurris Babel (1679), ωστόσο όλη η προσπάθεια απόδειξης της εβραϊκής καταγωγής των γλωσσών ήταν η έκφραση αντιλήψεων που ήδη τον 17 ο αι. είχαν υποχωρήσει (σελ. 117-131 Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας Ουμπέρτο Έκο, 1998).
Ο μονογενετισμός ως θεωρία συνεχίζει να έχει απήχηση και στο πλαίσιο των εθνικιστικών ιδεολογιών που αναδύονται στην Ευρώπη κατά τον 19ο αι. Η διαφορά είναι ότι στη θέση της Εβραϊκής οι συγγραφείς τοποθετούν άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες· πρώτος αξίζει να αναφερθεί ο Goropius Becanus, που με το έργο του Origines Antwerpianae (1569) αποδεχόταν την υπόθεση της φυσικής σχέσης ονόματος-πράγματος, καθώς και της ὐπαρξης μιας πρωτογλώσσας-μητέρας όλων των γλωσσών, υποστηρίζοντας πως αυτή η γλώσσα ήταν η Ολλανδική (και ειδικότερα η διάλεκτος της Αμβέρσας). Η επινόηση ακραίων ετυμολογικών προτάσεων έκανε το όνομά του συνώνυμο της ετυμολογικής ακρότητας και οι όροι γκοροπ(ιαν)ισμός ή μπεκανισμός χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις. Παρόμοιες απόψεις εμφανίστηκαν και για τις άλλες γλώσσες, τη Γερμανική, την Κελτική, την Ουγγρική, την Ετρουσκική κ.ά. Σύμφωνα με τον Έκο (σελ. 153, Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας, 1998) η διάδοση τέτοιων απόψεων συνδέεται με το γεγονός της συγκρότησης των ευρωπαϊκών κρατών και του ανταγωνισμού τους, ο οποίος έθετε επιτακτικά το ερώτημα της υπεροχής στην ήπειρο. Ακόμα και στον 20ο αιώνα αναπτύχθηκαν τέτοιες θεωρίες, που, αν και αντιεπιστημονικές, απέκτησαν ιδιαίτερο κύρος, όπως η θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου (Güneş-Dil Teorisi), η οποία επικράτησε στην Τουρκία τη δεκαετία του 1930 και υποστήριζε την προέλευση όλων των γλωσσών από την Τουρκική.
Παράλληλα με τον μονογενετισμό της Αναγέννησης όμως, εκδίδονται και μελέτες που δεν δέχονται την καταγωγή των γλωσσών από μία, αλλά τις ομαδοποιούν σε οικογένειες γλωσσών· ο Joseph Scaliger με το Diatriba de Europaeorum linguis (1610) προτείνει έντεκα οικογένειες για την Ευρώπη. Το 1671 ο Σουηδός λόγιος Georg Stiernhielm παρατήρησε ομοιότητες μεταξύ Ουγγρικής, Φινλανδικής, Λαπωνικής και Εσθονικής, ενώ την ίδια εποχή ο Γερμανός Martin Vogel προσπάθησε να αποδείξει τη σχέση ανάμεσα στη Φινλανδική, τη Λαπωνική και την Ουγγρική. Μέχρι το 1770 όλα τα μέλη της φιννοουγρικής ομάδας είχαν γίνει γνωστά κατορθώνοντας έτσι η πρώτη ολοκληρωμένη περιγραφή της φιννοουγρικής οικογένειας να προηγείται της ινδοευρωπαϊκής.
Από τότε μέχρι σήμερα πολλές αλλαγές έχουν συμβεί: η γλωσσολογία και η μελέτη της ετυμολογίας έχουν περάσει στο επιστημονικό στάδιο και όλες οι παλαιές θεωρίες που υποστήριζαν την προέλευση όλων των γλωσσών από μία μητέρα-γλώσσα απορρίπτονται. Το μόνο που μελετάται ως υπόθεση, και δεν αποτελεί ακόμα βεβαιότητα, είναι η πιθανή προέλευση των γλωσσών από μία αρχική, η οποία μιλήθηκε περίπου δεκαπέντε με δώδεκα χιλιάδες χρόνια πριν. Το όνομά της είναι Νοστρατική. Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την ιδέα ήταν ο Δανός γλωσσολόγος Χόλγκερ Πέντερσεν στις αρχές του 20ου αι. Δεν είναι καθολικά αποδεκτή από τους σύγχρονους γλωσσολόγους, όμως η διαφορά στην περίπτωσή της είναι πως έχει επιστημονική βάση, σε αντίθεση με τις παλαιότερες μονογενετικές θεωρίες.

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Το τέλος της λογοτεχνίας

Στο Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία ο Ουμπέρτο Έκο αφηγείται πως, όταν έγραφε τη διδακτορική του εργασία, είχε ανακαλύψει τη λύση ενός ακανθώδους θεωρητικού προβλήματος σε ένα βιβλίο του 1887 γραμμένο από κάποιον παντελώς άγνωστο συγγραφέα, κάποιον αββά Vallet. Χρόνια μετά, όταν θέλησε να δείξει το συγκεκριμένο κείμενο σε κάποιον δημοσιογράφο, ανακάλυψε ότι η εν λόγω σελίδα δεν περιείχε τη λύση του προβλήματος. Ο ίδιος ο Έκο την είχε σκεφτεί, ενώ διάβαζε το κείμενο του Vallet, και έπειτα είχε αποδώσει την ιδέα στον συγγραφέα.
Χάρη σε μία παρεξήγηση -εντελώς επιφανειακή- είχε συμβεί και σε εμένα μία παρόμοια σύγχυση: ο Μπόρχες είχε μπλεχτεί με το πρόσωπο του Μπροχ, καθώς είχα αποδώσει ένα κείμενο του δεύτερου στον πρώτο. Αυτό που με έκανε να τους συνδέσω δεν ήτανε ασφαλώς η γραφή τους –όσο κι αν μοιάζανε κι οι δύο απασχολημένοι με τη φιλοσοφία· πιστεύω πως η ομοιότητα στα ονόματά τους ήτανε ο λόγος που τους ταύτισα σε ένα πρόσωπο, όταν, διαβάζοντας ένα βιβλίο για τον στρουκτουραλισμό (το Structuralism in literature του Robert Scholes), σταμάτησα στις παρακάτω γραμμές:  
“Structuralism – I am suggesting – is a response to the need [...] for a “coherent system” that would unite the modern sciences and make the world habitable for man again. This is a religious need, of course [...] Structuralism [...] is a methodology which is seeking nothing less than the unification of all sciences into a new system of belief.”  
Τα παραπάνω λόγια μου θύμισαν πολύ ένα κείμενο που νόμιζα ότι το είχε γράψει ο Μπόρχες· ο Scholes μιλάει για τον τεμαχισμό της γνώσης σε απομονωμένες, αυτόνομες και απομακρυσμένες ως γνωστικά πεδία επιστήμες, τονίζοντας πως ο στρουκτουραλισμός αντιτίθεται σε αυτήν την αποξένωση του ανθρώπου και της γνώσης. Τον ίδιο ρόλο με τον στρουκτουραλισμό παίζει και ο μαρξισμός· στους αντίποδες –κατά Scholes– βρίσκονται οι υπαρξιστές και η φιλοσοφία του Wittgenstein.  Σκεφτόμουνα πως πρέπει να υπογραμμίσω τα λόγια αυτά και να επισημάνω τις αντιστοιχίες με τον Μπόρχες· μερικές ώρες αργότερα περπατούσα και προσπαθούσα να θυμηθώ σε ποιο κείμενο του Μπόρχες θα έβρισκα την αντιστοιχία, αλλά το μυαλό μου δεν πήγαινε· υπήρχε ένα χαμένο (ή άγραφο) βιβλίο του Μπόρχες που αναζητούσα. 
Ξαφνικά μου ήρθε στον νου ο Μπροχ και το συγκεκριμένο απόσπασμα. Θυμήθηκα ότι το είχα αντιγράψει σε κάποιο τετράδιο λέξη προς λέξη:   
«Μ’ αυτόν τον τρόπο,  μ’ αυτήν τη ριζική και άκρα συνέπεια δημιουργήθηκαν τα παγκόσμια επιτεύγματα της Δύσης – μ’ αυτό το απόλυτο πνεύμα, που αυτοαναιρείται, οδηγείται στον παραλογισμό· ο πόλεμος είναι πόλεμος, l’ art pour l’ art,  στην πολιτική δεν υπάρχουν ενδοιασμοί, το εμπόριο είναι εμπόριο, όλα αυτά εκφράζουν το ίδιο, όλα διακατέχονται από αυτήν την ριζική επιθετικότητα, την τερατώδη, μεταφυσική αδιαφορία για τις συνέπειες, διακατέχονται από αυτήν τη φοβερή λογική που ενδιαφέρεται για το αντικείμενό της και μόνο γι’ αυτό [...] ο Μεσαίωνας διέθετε το ιδανικό κέντρο αξιών, το οποίο απαιτεί ο ρομαντικός, διέθετε μια υπέρτατη αξία στην οποία όλες οι άλλες αξίες υποτάσσονταν: την πίστη στο χριστιανικό θεό. Για τον έμπορο στο Μεσαίωνα δεν ισχύει το «εμπόριο για το εμπόριο», ο προτεσταντισμός του είναι απαγορευμένος, για τον καλλιτέχνη στο Μεσαίωνα δεν υπάρχει το l’ art pour l’ art, μόνο η υπηρεσία της πίστης, ο πόλεμος στο Μεσαίωνα δεν προσλαμβάνει απόλυτη αξία παρά μόνο όταν υπηρετεί τη μοναδική και απόλυτη αξία της πίστης, όταν διεξάγεται στην υπηρεσία της πίστης. Ο κόσμος στο σύνολό του επαναπαυόταν στην πίστη, ήταν ένας οριστικός και όχι αιτιοκρατούμενος κόσμος… η πίστη ήταν το σημείο αληθοφάνειας στο οποίο ανακόπτονταν η κάθε σειρά ερωτημάτων...»  (Οι Υπνοβάτες, ΙΙΙ, κεφ. 44. Μετάφραση Κώστας Κουντούρης, εκδόσεις Μέδουσα, 1988, Αθήνα.)
Ο Μπροχ έβρισκε ενότητα της τέχνης, της επιστήμης, του εμπορίου, της πολιτισμικής δραστηριότητας εν γένει, στη σταθερή βάση της πίστης. Φαντάζομαι πως ο Scholes το έθετε διαφορετικά (αν και παραδέχεται πως η ανάγκη ενοποίησης των επιστημών είναι μια θρησκευτική ανάγκη). Πάντως, για την εποχή της αυτονόμησης των επιστημών ο Μπροχ υποστηρίζει ότι είναι ένα στάδιο εξατομίκευσης των αξιών, απαραίτητο για τη μετάβαση από ένα σύστημα αξιών σε ένα άλλο. Το άλλο σύστημα αξιών, η θρησκευτική ανάγκη -που λέει ο Scholes– εκφράστηκε από τη μαρξιστική ιδεολογία και τη στρουκτουραλιστική μεθοδολογία. 
Μιλώντας για το επιχείρημα l’ art pour l’ art ένας σοσιαλιστής διανοούμενος, ο Πλεχάνωφ, λέει πως είναι συνέπεια της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στους καλλιτέχνες και το κοινωνικό περιβάλλον που τους περιστοιχίζει.  Τώρα πια, έχοντας συνδέσει τόσα κείμενα, πιστεύω πως και ο Μπόρχες είναι παρών σε τούτο το μικρό κείμενο, με την εντυπωσιακή του δύναμη να συνδυάζει τις γνώσεις του μέσα σε μικρά και πυκνά κείμενα. Κάτι που δεν θυμάμαι να διάβασα ποτέ στα κείμενά του είναι η αδυναμία της δημιουργίας πρωτότυπων κειμένων. Έχω την εντύπωση ωστόσο πως οι παραμικρές εμπειρίες είναι μόνο η αρχή για να ανασύρουμε ένα σωρό κείμενα που έχουμε διαβάσει και μας πνίγουν. 
Επεκτείνοντας αυτόν τον συλλογισμό αναρωτιέμαι πόσο κοντά είναι το τέλος της (πρωτότυπης) λογοτεχνίας. Κάνοντας μία υπόθεση που καταλήγει στο άπειρο, σκέφτομαι πως το απόλυτο τέλος θα ερχόταν όταν ο πεπερασμένος αριθμός λέξεων της γλώσσας θα συνδυαζόταν με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς από τους οποίους μπορούν να προκύψουν γραμματικώς ορθές προτάσεις και –ακόμα περισσότερο– όταν όλα τα δρώντα πρόσωπα κι όλες οι λειτουργίες (συστατικά, κατά τον Πρόππ, της πλοκής του παραμυθιού) θα είχαν κι αυτά με τη σειρά τους συνδυαστεί με όλους τους δυνατούς τρόπους, έτσι ώστε όλα όσα γράφονται να μην έχουνε καμία πρωτοτυπία, αλλά να είναι πνιγμένα στη διακειμενικότητα. 
Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Θα ήταν δυνατό να κινηθεί προς τα εκεί μια ευθύγραμμη πορεία της ιστορίας, στο να ειπωθούν δηλαδή όλα όσα μπορούν να ειπωθούν, αφού σύμφωνα με μια ιδεαλιστική αντίληψη της ιστορίας μια απώτερη αιτία της ιστορικής κίνησης της ανθρωπότητας θα μπορούσε να είναι η τέλεια ανάπτυξη της σκέψης και των γνώσεων; Θα κλείσω με τα λόγια του συγγραφέα του Εκκλησιαστή, που μάλλον πίστευε σε μια κυκλική πορεία της ιστορίας:   
 Τι το γεγονός, αυτό το γενησόμενον, και τι το πεποιημένον, αυτό το ποιηθησόμενον· και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον.  Εκκλησιαστής 1,9
Καθόλου παράξενη λοιπόν η σύγχυση του Έκο ή η ταύτιση του Μπροχ με τον Μπόρχες, αφού όλα έχουν ξαναγίνει, ήδη από τον καιρό του Εκκλησιαστή· λόγια ειπωμένα πριν να περπατήσει στη γη ο Μπόρχες και να γράψει τον «Κυκλικό χρόνο».  Αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο θα μπορούσανε να ειπωθούνε πολλά· το σημερινό μας όμως τελειώνει εδώ, όπως θα έλεγε και ο Ντοστογιέφσκι.

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

ωσεί χόρτος, όψεις της ματαιότητας

Σύμφωνα με την αφήγηση που μας έχει παραδοθεί, ο βασιλιάς Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος ζήτησε να έρθουν στην Αλεξάνδρεια Εβραίοι μελετητές και ερμηνευτές για να μεταφραστούν τα ιερά βιβλία που επρόκειτο να αποτελέσουν αργότερα την Παλαιά Διαθήκη. Οι Εβδομήκοντα -για την ακρίβεια εβδομήντα δύο, καθώς ήταν έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ- εργάστηκαν χωριστά, αλλά όλες οι μεταφράσεις που προέκυψαν ήταν πανομοιότυπες.
Μέσα σε αυτή τη θεόπνευστη μετάφραση μία εβραϊκή λέξη, χατσίρ, μεταφράστηκε ως χόρτος. Στον Ψαλμό ρβ' (στίχος 15) αναφέρεται πως ο άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, ωσεί χόρτος γράφει η μετάφραση των Εβδομήκοντα αποδίδοντας το εβραϊκό keḥāṣîr (כֶּחָצִ֥יר). Είναι ισχυρή μεταφορά που γίνεται οδυνηρή στη συνέχεια: ο άνθρωπος ανθίζει σαν το λουλούδι του αγρού, μα περνά πάνω του ο άνεμος και δεν υπάρχει πια, κι ούτε που φαίνεται ο τόπος όπου βρισκόταν (ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει, ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού). Την ξαναβρίσκουμε στον Ησαΐα (μ' 6-7): πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως ανθός χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος εξέπεσε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Ησαΐα επαναλαμβάνεται  στην Α' Επιστολή του Πέτρου (α' 24) και στον δεύτερο λόγο Εις Ευτρόπιον του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ο οποίος συμπληρώνει με παρόμοιες μεταφορές: άνεμος πνεύσας αθρόον τα μεν φύλλα κατέβαλε, γυμνόν δε ημίν το δένδρον έδειξε. Και: 
Νυξ ην πάντα εκείνα και όναρ, και, ήμέρας γενομένης, ηφανίσθη, άνθη ην εαρινά, και, παρελθόντος του έαρος, άπαντα κατεμαράνθη, σκιά ην, και παρέδραμε, καπνός ην, και διελύθη, πομφόλυγες ήσαν, και διερράγησαν, αράχνη ην, και διεσπάσθη. 
Μπαίνοντας στην ελληνική γραμματεία ο χόρτος ως σύμβολο του εφήμερου ανθρώπου συναντά τη μεταφορά των φύλλων στον Όμηρο (οίη περ φύλλων γενεή, Ζ' 146-9) και στον Μίμνερμο (ημείς δ', οία τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ώρη έαρος, D2, 2W). Το όναρ που αναφέρει ο Χρυσόστομος θυμίζει τον Πίνδαρο (σκιάς όναρ άνθρωπος, Πυθιόνικος VIII 95-97). Αιώνες μετά ο Σεφέρης θυμάται τη βιβλική μεταφορά του χορταριού στον Τελευταίο Σταθμό
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος 
[...]
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, 
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν· 
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι·
Λίγο παρακάτω, στον στίχο 63, ο ποιητής μάς θυμίζει το βιβλίο της ματαιότητας, τον Εκκλησιαστή: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Τα απαρέμφατα είναι δικές του επιλογές, το βιβλικό κείμενο δεν τα αναφέρει, όμως η δομή παραπέμπει σε αυτό, καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν, καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης
Η μεταφορά του χορταριού βρίσκεται και στον Παλαμά. Εκεί, ωστόσο, η βιβλική επιρροή είναι απίθανη, γιατί ο ποιητής μεταφέρει γνωστό στίχο της δημοτικής ποίησης. Στο διήγημα Θάνατος Παλληκαριού διαβάζουμε:  — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται κ' η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες.
Η απαισιοδοξία που μεταδίδεται για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι κοινή σε όλα τα κείμενα, όμως υπάρχει και μία θεμελιώδης διαφορά: το αδιέξοδο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί η ματαιότητα και η μικρότητα της ανθρώπινης κατάστασης σώζεται από τον Θεό, ο ψαλμός ρβ' συνεχίζει αναφέροντας το έλεος του Κυρίου [...] επί τους φοβουμένους αυτόν και ο Ησαΐας διαβεβαιώνει: εξηράνθη ο χόρτος [...] το δε ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

ἐπλήσθη ἡ πόλις τῆς συγχύσεως

Μια ιστορία από την Καινή Διαθήκη
Στις Πράξεις των Αποστόλων (Πρ. ιθ΄, 23 κ.ε.) υπάρχει η ιστορία του Δημητρίου από την Έφεσο, ο οποίος κατασκεύαζε ομοιώματα του ναού τής Άρτεμης. Ο Δημήτριος, επειδή φοβήθηκε την επιρροή του αποστόλου Παύλου, συγκέντρωσε τους τεχνίτες και τους εξήγησε πως κινδύνευαν οι δουλειές τους καθώς και ο σεβασμός προς τη θεά. Τότε οι τεχνίτες άρχισαν να φωνάζουν Μεγάλη ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων και σύμφωνα με το κείμενο ἐπλήσθη ἡ πόλις τῆς συγχύσεως, ὥρμησάν τε ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸ θέατρον συναρπάσαντες Γάϊον καὶ Ἀρίσταρχον Μακεδόνα, συνεκδήμους Παύλου

Ορθογραφική διχογνωμία
Το λήμμα σύγχυσις στο λεξικό Liddell-Scott-Jones παραπέμπει προς το συγκεκριμένο χωρίο (Πρ. ιθ΄29) της Καινής Διαθήκης δίνοντας τη σημασία: confusion. Διαβάζοντας τη λέξη σύγχυσις μέσα σε αυτό το συγκείμενο καταλαβαίνει κανείς πως πρόκειται μάλλον για (1) κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού παρά για (2) ασάφεια τού νοήματος ή για (3) κατάσταση ασάφειας, μπέρδεμα ή για κάποια (4) ψυχιατρική διαταραχή. Κι όμως, από τους παραπάνω 4 ορισμούς που προέρχονται από το ΛΝΕΓ, οι (2), (3) και (4) αντιστοιχούν στη λέξη «σύγχυση» (20022: 1677), ενώ ο (1), που ταιριάζει, αντιστοιχεί στη λέξη «σύγχιση» (20022: 1676).
Το ΛΝΕΓ (20022: 1677 κ. 20124: 1846) σε ξεχωριστό πίνακα εξηγεί την επιλογή της διπλής ορθογραφίας: 
σύγχυση - σύγχιση, συγχέω - συγχίζω. Πρέπει να γίνεται διάκριση σημασιολογική, μορφολογική και ορθογραφική ανάμεσα στο σύγχυση «μπέρδεμα, ανακάτεμα - "νοητική" διαταραχή» και στο σύγχιση «ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμός, ταραχή». Το σύγχυση είναι παράγωγο τού συγχέω, ενώ το νεότερο σύγχιση παράγεται από ρήμα συγχίζω / -ομαι. Το ίδιο το ρ. συγχίζω / -ομαι είναι νεότερος σχηματισμός που προήλθε με μεταπλασμό από το ρ. συγχέω, από τον αόρ. συνέχυσα. που συνέπιπτε ακουστικά με τον αόρ. των ρημάτων σε -ίζω (πβ. ζωγραφώ - ζωγράφησα - ζωγραφίζω - ζωγράφισα). Η παραγωγή από το ουσιαστικό σύγχυση (υποχωρητικά) δεν είναι πειστική. Η σημασιολογική διαφορά υφίσταται και ανάμεσα στα ρήματα: συγχέω «μπερδεύω, ανακατεύω», ενώ συγχίζω «προκαλώ ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό, ταραχή» και συγχίζομαι «αναστατώνομαι ψυχικά, εκνευρίζομαι» (πβ. και μτχ. συγχισμένος «αναστατωμένος, εκνευρισμένος»).
Το ΛΝΕΓ θεωρεί δεδομένη την προέλευση της νεοελληνικής λέξης σύγχυση (με τη σημασία (1): κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού) από το νεοελληνικό ρήμα συγχύζομαι και προτιμά τη γραφή με γιώτα (συγχίζομαι-σύγχιση).

Μία παρέκβαση
Όπως είδαμε, η σημασία (1) υπήρχε στη λέξη σύγχυσις ήδη από την εποχή τής Ελληνιστικής Κοινής. Το ρήμα συγχύζομαι δεν υπήρχε, ενώ το συγχέω μοιάζει να μην έχει αυτή τη σημασία. Λίγο παρακάτω, στις Πράξεις (Πρ. κα΄31) συναντούμε το ρήμα "συγχύννεται", που σημαίνει ό,τι και το σημερινό συγχύζομαι: ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς σπείρης, ὅτι ὅλη συγχύννεται Ἱερουσαλήμ. Πρέπει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο χωρίο δεν έχει την ίδια μορφή σε όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.). Όποιος αναζητήσει το χωρίο σε μία Κ.Δ. που κυκλοφορεί στην Ελλάδα σίγουρα θα δει στη θέση τού συγχύννεται τον παρακείμενο του συγχέω: συγκέχυται. Η εκδοχή που περιλαμβάνει το ρήμα συγχύννεται είναι βασισμένη στην έκδοση της Κ.Δ. από τον von Tischendorf (1848: 233), η οποία βασίζεται στο παλίμψηστο του Ευφραίμ του Σύρου (5ος αι. μ.Χ., κεφαλαιογράμματη γραφή).
 Δεν πρόκειται για μοναδική εμφάνιση του ρήματος, καθώς στον Σιναϊτικό Κώδικα (4ος αι., κεφαλαιογράμματος) συναντούμε τον τύπο συνχύννεται, ενώ στον Βατικανό κώδικα (4ος αι.) υπάρχει ο τύπος συγχύννεται. Διαπιστώνουμε λοιπόν πως στην Ελληνιστική υπάρχει και η σύγχυσις (με τη σημασία (1): κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού), αλλά και το ρήμα συγχύννομαι, συνώνυμο με το σημερινό συγχύζομαι. Το Liddel-Scott καταγράφει το ρήμα συγχύνω, αλλά του δίνει μόνο τη σημασία "μπερδεύω".

Προβλήματα και ασυνέπειες
Ακόμα και αν είναι σωστή η ετυμολογική πρόταση του ΛΝΕΓ, ωστόσο προκαλεί αμηχανία η ύπαρξη μίας λέξης που, ενώ έχει την ίδια σημασία, στην Ελληνιστική κοινή γράφεται σύγχυσις, ενώ στη Νεοελληνική γράφεται σύγχιση. 
Η αμηχανία επιτείνεται από τη σύγχυση απόψεων που επικρατεί μέσα στο ίδιο το ΛΝΕΓ, καθώς σε πίνακα σχετικά με την ορθογραφία του ρήματος αντικρίζω  (20022: 206 κ. 20124: 252) πληροφορούμαστε: "...τα ρήματα που σχηματίζονται σε -ίζω επικράτησε να γράφονται με -ι-, αφού δεν είναι το παραγωγικό στοιχείο -ζω που προστίθεται, αλλά ολόκληρο το -ίζω (πβ. ψήφος-ψηφίζω, σταθμά-σταθμίζω, όρκος-ορκίζω κ.τ.ό.). Εξαίρεση αποτελούν αυτά που είχαν εξαρχής -υ- (γογγύζω, κελαρύζω, κατακλύζω, σφύζω και αναβλύζω/αναβρύζω) ή που κατέληξαν υστερογενώς σε -ύζω: δάκρυ>δακρύ-ω>δακρύζω, συγχέω>σύγχυσις>συγχύζω". Σύμφωνα με το ΛΝΕΓ λοιπόν, το συγχύζω γράφεται με -υ-, αλλά, αν κάποιος ψάξει αλφαβητικά θα βρεί μόνο συγχέω, συγχίζω, σύγχιση και σύγχυση. Πουθενά στο λημματολόγιο δεν υπάρχει το συγχύζω, αν και ο πίνακας μετά το λήμμα αντικρίζω υποστηρίζει τη γραφή με -υ-.

Η στάση των άλλων λεξικών
Από πέντε λεξικά (που εκδόθηκαν μεταξύ 1835 και 1998) απουσιάζει η διάκριση σύγχυση-σύγχιση. Πιο συγκεκριμένα, στο ΜΛΕΓ υπάρχει το λήμμα συγχίζω (Δημητράκος, 1950: 6775), αλλά αυτή η ορθογραφία χαρακτηρίζεται λάθος: νεώτερη εσφαλμένη γραφή αντί συγχύζω. Το ΛΚΝ (1998: 1272) αγνοεί τα συγχίζω, σύγχιση και ετυμολογικά εξηγεί πώς προέκυψε το -υ- στο συγχύζω: μσν. συγχύζω < σύγχυ(σις) 1 -(ί)ζω (αναδρ. σχημ.). Το λεξικό του Σκαρλάτου Βυζαντίου (1835: 274) έχει μόνο συγχύζω, σύγχυσις. Το ορθογραφικό λεξικό του Ζηκίδη (1899: 437) αναφέρει μόνο σύγχυσις. Το λεξικό Κριαρά έχει μόνο τους τύπους συγχέω, συγχύζω, σύγχυση (1995: 1287, 1288) όπως και το ορθογραφικό λεξικό τού Βοσταντζόγλου, το οποίο περιλαμβάνει την καθαρεύουσα και τη δημοτική (1967: 352). 

Δύο κείμενα που "επιβεβαιώνουν" το ΛΝΕΓ
Έχοντας ως δείγμα έξι λεξικά από το 1835 μέχρι τα τέλη του 20ου αι. διαπιστώνει κανείς πως οι ορθογραφίες σύγχιση και συγχίζω αγνοήθηκαν από τους λεξικογράφους. Παρόλα αυτά υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα -στην καθαρεύουσα- όπου η σημασιολογική διαφοροποίηση αποτυπώνεται και ορθογραφικά. Στα παρακάτω -τυχαία επιλεγμένα- κείμενα παρατηρεί κανείς πως προτιμάται η γραφή με -ι- για τη σημασία (1) στα κείμενα του Μπάμπη Άννινου (1852-1934) και του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892):
 
Ἀλλ' ἐνῷ ἠγείροντο, ἕν κατάρατον καρφίον σχίζει τὰς κάτω ἐπιπέδους χώρας τοῦ πανταλονίου τοῦ κ. Ζαχαρίου, ὅστις φέρει τὴν χεῖρα εἰς τὰ αἰδήμονα ἐκεῖνα μέρη, ἀφεὶς οἰμωγὴν ἀπεριγράπτου πόνου, καὶ ἐν τῷ θορύβῳ του καὶ τῇ συγχίσει πατεῖ τὸ κράσπεδον τοῦ μελιτζανιοῦ φορέματος τῆς κυρίας Θεοδώρας, τὸ ὁποῖον ἀποσπᾶται τῆς ζώνης αὐτῆς μετὰ τρυγμοῦ θλιβεροῦ.
Η οικογένεια διασκεδάζει, Μπάμπης Άννινος 


Τὴν σιωπὴν τοῦ ὕπνου συγχίζει τὸ ἀηδόνι,
Κ' ἡ σιγανὴ φωνή μου,
Κ' οἱ ταραγμένοι κλῶνοι.
Ἔλα κοντά, πουλί μου,
Καὶ 'ς τὰ πλευρά μου κοίμου.

Τί πολυτάραχες φωνές! τί θρῆνοι συγχισμένοι!
Πόσοι σωροὶ ἐπανωτοὶ νεκροὶ καὶ πληγωμένοι!
Δήμος κ'  Ελένη, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Ποσοτικά δεδομένα από το διαδίκτυο
Μία αναζήτηση του τύπου σύγχυση στη μηχανή αναζήτησης Google φέρνει 1.200.000 αποτελέσματα έναντι 44.600 αποτελεσμάτων του τύπου σύγχιση. Αυτή η αναζήτηση δε βοηθά, επειδή οι δύο γραφές δεν αλληλοαποκλείονται. Στο ρήμα ωστόσο, ο τύπος συγχύζω υπερισχύει του τύπου συγχίζω (με 11.200 αποτελέσματα έναντι 6.690 αποτελεσμάτων). Το ίδιο ισχύει και με τον τύπο συγχύστηκα που έχει περισσότερα αποτελέσματα (22.100) από τον τύπο συγχίστηκα (14.300). Το ποσοτικό κριτήριο ασφαλώς ρίχνει φως στη χρήση, αλλά δε βοηθά σε τίποτε άλλο: δε γνωρίζουμε αν αυτή η χρήση είναι συνειδητή επιλογή ή αν γίνεται με σαφή σημασιολογική διάκριση των λέξεων σύγχυση και σύγχιση.

Συμπεράσματα
Η λεξικογραφική πρακτική που υποστηρίζει τη γραφή συγχύζω-σύγχυση καθώς και τα ποσοτικά δεδομένα αποδυναμώνουν την ορθογραφική πρόταση του ΛΝΕΓ, το οποίο δεν είναι συνεπές, εφόσον σε άλλο σημείο (20022: 206 κ. 20124: 252) προτείνει κι αυτό την ορθογραφία με -υ- (συγχύζω). Εφόσον στο θέμα τής ετυμολογίας των λέξεων δεν υπάρχει οριστική λύση, εφόσον το ίδιο το ΛΝΕΓ αντιφάσκει, εφόσον η σημασία τής λέξης σύγχιση υπάρχει στην Ελληνιστική Κοινή και αποδίδεται με το ουσιαστικό σύγχυσις και εφόσον η ορθογραφική πρακτική γέρνει υπέρ της γραφής με -υ-, θεωρώ πως η ορθογραφική πρόταση του ΛΝΕΓ δημιουργεί σύγχυση. Ωστόσο, σε ένα λεξικό που αποτυπώνει τη γλωσσική πραγματικότητα θα ήταν χρήσιμο να καταγραφεί η ορθογραφία με -ι- (συγχίζω, σύγχιση) , όμως θα ήταν καλό να μην προτάσσεται στην κεφαλή του λήμματος, αλλά να αναφέρεται ως μία εναλλακτική ορθογραφία .

Παράρτημα λημμάτων

Από το ΛΝΕΓ: 
συγχέω ρ. μετβ. {συνέχυσα, συγχύθηκα. συγκεχυμένος} 1. αντιλαμβάνομαι ασαφώς, αδυνατώ να συλλάβω τη διάκριση μεταξύ δύο ή
περισσοτέρων συναφών πραγμάτων, προσώπων κ.λπ.: ­~ ημερομηνίες / καταστάσεις || οι μαθητές συγχέουν συχνά τις παραπλήσιες έννoι­ες ΣΥΝ. μπερδεύω 2. (η μτχ. συγκεχυμένος, -η, -ο) βλ.λ. ---> ΣΧΟΛIΟ λ.
σύγχυση, -ίζω, μετοχή.
[ΕΤΥΜ. αρχ. < συν- (βλ.λ.) + χέω «χύνω, λειώνω» (βλ.λ.)].

συγχίζω ρ. μετβ. (σχολ. ορθ. συγχύζω) {σύγχισ-α. -τηκα, -μένoς} προκαλώ (σε κάποιον) ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό, ταραχή: με σύγ­χισε μ' αυτά που μου 'πε ΣΥΝ. εξοργίζω, ταράζω· (μεσοπαθ. συγχίζομαι) αναστατώνομαι ψυχικά, εκνευρίζομαι: δεν πρέπει να συγχίζεται, γιατί του ανεβαίνει η πίεση || μη μου μιλάς τώρα, είμαι συγχι­σμένος. -> Σ­XOΛΙO λ. σύγχυση.
[ΕΤΥΜ. μεσν. < αρχ. συγχέω, με μεταπλασμό από τον αόρ. συνέχυσα,
που συνέπιπτε με τον αόρ. των ρημάτων σε –ίζω].

σύγχιση (η) {-ης κ. -ίσεως | -ίσεις. –ίσεων} η κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού, η διατάραξη τής ψυχικής
ηρεμίας (κάποιου): ο γιατρός είπε ν’ αποφεύγω τις ~! ---> ΣΧΟΛΙΟ λ.
σύγχυση.
[ΕΤΥΜ. < συγχίζω].

σύγχυση (η) {-ης κ. -ύσεως | -ύσεις, -ύσεων} 1. (κυρ. στον γραπτό ή
προφορικό λόγο) η ασάφεια τού νοήματος, η έλλειψη επαρκούς ή
ακριβούς διάκρισης: ~ εννοιών / ιδεών || η ~ των λόγων του επιτείνεται από τους συνεχείς υπαινιγμούς και τις αμφισημίες 2. κατάσταση
ασάφειας, μπέρδεμα: οι αντιφατικές ανακοιvώσεις τού υπουργείου
προκάλεσαν ~ στους δημοσιογράφους|| επικρατεί ~ σχετικά με τον
αριθμό των επιβατών τού μοιραίου αεροσκάφους || η απόφαση του
επέφερε ~ για τους σκοπούς και τις προθέσεις του 3. (στην ψυχιατρική) η διαταραχή που συνίσταται στην αδυναμία τού ασθενούς να
προσανατολιστεί σε τόπο, χρόνο ή πρόσωπο· ΦΡ. (α) διανοητική σύγχυση σύνδρομο συνήθ. οξείας και παροδικής διαταραχής των ψυxικών λειτουργιών, κυρ. τού προσανατολισμού και τής μνήμης (β) σύγχυση φρενών έλλειψη πνευματικής διαύγειας, σαφήνειας στη σκέψη
και τη γλώσσα.
[ΕΤΥΜ. < αρχ. σύγχυσις < συγχέω (βλ.λ.)].

Από το ΛΚΝ:
σύγχυση 1 η [sínxisi] Ο33: α.η κατάσταση που δημιουργείται από την ασάφεια, την αντιφατικότητα ή την έλλειψη τάξης: Yπάρχει μια ~ σχετι κά με τις αρμοδιότητες της κάθε υπηρεσίας. Ο λαβύρινθος των νόμων και των διατάξεων προκαλεί συχνά ~ στον πολίτη. Mέσα στη ~ που ακολούθησε τα γεγονότα του 1922 στη Σμύρνη, πολλοί έχασαν τις οικογένειές τους. Mην κάνεις ~ της ελευθερίας και της ασυδοσίας, μη συγχέεις. β. (επιστ.) β1. (ψυχιατρ.) διανοητική ~, διαταραχή της συνειδήσεως, έλλειψη πνευματικής διαύγειας. β2. (νομ.) μέτρια / πλήρης ~, εξαιτίας της οποίας επιβάλλεται στο δράστη μικρότερη ποινή ή δεν του καταλογίζεται ευθύνη. (λόγ. έκφρ.) (πλήρης) ~ φρενών*.
[λόγ.: α: αρχ. σύγχυ(σις) -ση (< συγχέω)· β: σημδ. γαλλ. confusion]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

σύγχυση 2 η: ταραχή που προέρχεται από θυμό, εκνευρισμό ή από αγωνία, στενοχώρια: Πήρα μια ~ σήμερα, που τρέμω ακόμη. Mέσα στη σύγχυ σή της δεν ήξερε τι έλεγε.
[λόγ. < σύγχυ(σις) 1 -ση σημδ. ιταλ. turba mento]
συγχύζω [sinxízo] -ομαι Ρ2.1: 1.εκνευρίζω και στενοχωρώ κπ., τον κάνω να χάσει την ψυχική του ηρεμία: Mε συγχύζει κάθε μέρα, γιατί δεν κάθε ται να διαβάσει. Aδιαφόρησε για τη συμπεριφορά του και μη συγχύζεσαι. Έγινε καβγάς στο σπίτι και έφυγα συγχυσμένος. 2. συγχέω. [λόγ.: 2: μσν. συγχύζω < σύγχυ(σις) 1 -(ί)ζω (αναδρ. σχημ.)· 1: σημδ. ιταλ. turbare]
 


Συντομογραφίες
ΛΚΝ: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών)
ΛΝΕΓ: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτη)
ΜΛΔ: Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης (Δημητράκου)

Βιβλιογραφία
Βοσταντζόγλου Θεολόγος, 1967: Αναλυτικόν Ορθογραφικόν Λεξικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης 

Βυζάντιος, Σκαρλάτος Δ., 1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν: Μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, Αθήνα.
Δημητράκος Δημήτριος, 1936-1950: Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης (9 τόμοι) Αθήνα, Δ. Δημητράκος.

Ζηκίδου, Γεωργίου Δ., 1899: Λεξικόν Ορθογραφικόν και Χρηστικόν της Ελληνικής Γλώσσης της τε αρχαίας και της νεωτέρας, Αθήνα, 
ΙΝΣ (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών) / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 1998: Λεξικό της Κοινής   Νεοελληνικής   Θεσσαλονίκη,    Αριστοτέλειο     Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Κριαράς Εμμανουήλ, 1995: Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών.
Μπαμπινιώτης Γεώργιος, 20022 κ. 20124: Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας. 
von Tischendorf Constantin, 1848: Novum Testamentum Graece et Latine, Parisiis, Editore Ambrosio Firmin Didot