Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΓ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΓ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Το τανκς του Πολυτεχνείου

Θυμάμαι αμυδρά τις σχολικές γιορτές τού Πολυτεχνείου στις οποίες μάς αφηγούνταν πώς μπήκε το τανκς στο Πολυτεχνείο την 17η Νοεμβρίου 1973. Είμαι βέβαιος πως άκουγα τη λέξη τανκς, ακριβώς έτσι, tanks, δανεισμένη από τον πληθυντικό της αντίστοιχης αγγλικής λέξης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν επικράτησαν στη χρήση ο ενικός το τανκ και ο πληθυντικός τα τανκς. Η ηγεμονική θέση τής αγγλικής γλώσσας και η διεύρυνση της γνώσης της στους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής εισάγουν -εκτός από γλωσσικά δάνεια- και στοιχεία της μορφολογίας της.   
Διαφορετικά λεξικά χειρίζονται αυτή τη γλωσσική πραγματικότητα με διαφορετικούς τρόπους. Αν κάποιος αναζητήσει τη λέξη τανκς στο ΛΚΝ, θα διαπιστώσει πως χαρακτηρίζεται άκλιτο (το τανκς, του τανκς, τα τανκς, των τανκς) και πως δεν υπάρχει τύπος τανκ για τον ενικό. Το ΛΝΕΓ (β' έκδοση, σελ. 1738), προσπαθώντας να περιγράψει με περισσότερη ακρίβεια τη χρήση της λέξης, έχει τον τύπο τανκ(ς) στην κεφαλή του λήμματος. Το ΝΕΛ (σελ. 1332) ακολουθεί την κλίση της λέξης με βάση την αγγλική γλώσσα και καταγράφει ενικό τανκ και πληθυντικό τανξ και τανκς. Το ίδιο κάνει και με το ακριβώς προηγούμενο λήμμα: τάνκερ, πληθ. τάνκερς. Το ΜΕΛ δίνει και αυτό διαφορετικό πληθυντικό (τανκς). Το επίτομο λεξικό Δημητράκου (ΕΛΕΓ) ήδη από το 1957 δίνει διαφορετικούς τύπους για τον ενικό και τον πληθυντικό του λήμματος τανκ, αν και χαρακτηρίζει άκλιτο το λήμμα τάνκερ (σελ. 1313), όπως και τα κλομπ (σελ. 795), τσιπ (σελ. 1352). Ωστόσο, στο λήμμα σεντ δίνει πληθυντικό σεντς (σελ. 1219).
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αν οι ξένες λέξεις κουβαλάνε μαζί τους τη μορφολογία της γλώσσας προέλευσης, σε τι βαθμό συμβαίνει αυτό και αν μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιον κανόνα που να καθορίζει τον δανεισμό μορφολογικών στοιχείων μαζί με το λεξιλόγιο που έχουμε δανειστεί και συνεχίζουμε να δανειζόμαστε.
Στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα ρεπόρτερ (σελ. 1536), ο συντάκτης του λεξικού Μπαμπινιώτη δίνει την οδηγία ότι πρέπει να αποφεύγεται η μεταφορά της μορφολογίας της αγγλικής στην ελληνική:  
Παρατηρείται και εδώ ότι θα πρέπει να αποφεύγονται σχηματισμοί αγγλικού πληθυντικού ρεπόρτερς (!), γιατί τέτοιες δάνειες λέξεις που λήγουν σε σύμφωνα τα οποία δεν υπάρχουν στο σύστημα της Ελληνικής, δεν σχηματίζουν πληθυντικό. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις όπως κομπιούτερ, πληθ. οι κομπιούτερ, όχι κομπιούτερς, γκάνγκστερ, όχι οι γκάνγκστερς. Ομοίως, πρέπει να αποφεύγονται πληθ. τσάρτερς, τάνκερς, κ.τ.ό.
Τις ίδιες ιδέες διατυπώνει και στο Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής (2014, σελ. 740) και προχωρά στο να χαρακτηρίσει «επίδειξη αγγλομάθειας» τη χρήση του κλιτικού συστήματος της αγγλικής γλώσσας
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σχεδόν αποκλειστικά σε λέξεις της Αγγλικής και σπανιότερα σε λέξεις από άλλες γλώσσες (πβ. κοντσέρτι, μπράβι, κ.ά.). Αυτό πιθανώς εξηγείται από την ευρεία διάδοση της Αγγλικής στην ελληνική κοινωνία ως πρωτεύουσας ξένης γλώσσας και από τη διαπιστωμένη τάση επίδειξης αγγλομάθειας πολλών Ελλήνων ομιλητών.
Το φαινόμενο της χρήσης του πληθυντικού της αγγλικής γλώσσας (-s) είναι το κυριότερο περιστατικό δανεισμού της μορφολογικών στοιχείων ξένης γλώσσας (ωστόσο υπάρχει και ο πληθυντικός του μπάρμαν: Ένωση Μπάρμεν Ελλάδος). Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν λέξεις δάνειες από τη λατινική: συχνά διαβάζουμε για κόρπορα κειμένων (πληθυντικός του κόρπους), για διεθνή φόρα (πληθυντικός του φόρουμ), που ακολουθούν πιστά την αντίστοιχη πρακτική της αγγλικής γλώσσας, ενώ ο Καρυωτάκης έγραψε τον πληθυντικό του κονσόρτσιουμ στο ποίημα Στο Άγαλμα της Eλευθερίας που φωτίζει τον κόσμο: «Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι». Ωστόσο αυτή η πρακτική δεν είναι γενικευμένη, καθώς δεν έχουμε αντίστοιχους πληθυντικούς για άλλες λατινικές λέξεις, όπως πόντιουμ, μεμοράντουμ, άλμπουμ, μέντιουμ. Παρόμοια συμμόρφωση με τον κλιτικό σύστημα άλλων γλωσσών εντοπίζουμε σε ορισμένες έθνικ συνταγές (π.χ. τορτίγιας) και επίσης μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα ΜΜΕ, ειδικά σε άρθρα σχετικά με την οικονομία, όπου επικρατεί η τάση να κλίνονται τα νομίσματα των ξένων κρατών, όπως το βραζιλιανικό ρεάλ, το οποίο στον πληθυντικό λέγεται ρεάις, το βουλγαρικό λεβ (πληθ.: λέβα) και το ρουμανικό και μολδαβικό λέου (πληθ. λέι). Για παράδειγμα, στο λήμμα για το βραζιλιανικό ρεάλ η ελληνική βικιπαίδεια κλίνει τόσο το ρεάλ, όσο και την υποδιαίρεσή του, το σεντάβος: «Ακολούθησε η κυκλοφορία δεύτερης σειράς κερμάτων, το 1998, των 1 και 5 σεντάβος [...] το Δεκέμβριο του 2005, σταμάτησε η παραγωγή των κερμάτων του 1 σεντάβο».
Μολονότι ήδη έχει φανεί πως η χρήση του πληθυντικού ξένων γλωσσών στις δάνειες λέξεις δεν είναι ούτε καθιερωμένη ούτε καθολική, χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να γενικευτεί η χρήση του πληθυντικού της αγγλικής στα δάνεια από αυτή τη γλώσσα; Η απάντηση είναι κατηγορηματική: όχι. Ο κύριος λόγος είναι πως ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει το κλιτικό σύστημα της αγγλικής (της ισπανικής, της πορτογαλικής κλπ.) προκειμένου να χρησιμοποιεί τις δάνειες λέξεις. Επιπλέον, είναι πρακτικά αδύνατο να χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό για όλες τις αγγλικές λέξεις που έχουμε δανειστεί. Δεν είναι δυνατό να εισαχθεί ο πληθυντικός της αγγλικής για να χρησιμοποιηθεί σε λέξεις όπως σάντουιτς, φαξ, τοστ, τεστ, φλας, πάρκινγκ, πάρτι, ματς, άουτ, κλόουν, σκετς, σαφάρι, σοκ, κόουτς, στάτους. Σε μία περίπτωση μάλιστα, στη λέξη chip, ο ενικός και ο πληθυντικός συνεπάγονται σημασιολογική διαφοροποίηση: το τσιπ είναι στον υπολογιστή, ενώ τα τσιπς τα τρώμε.
Είναι ξεκάθαρο πως, έστω και σε περιορισμένο λεξιλόγιο, η γνώση της αγγλικής επηρεάζει τη χρήση των δανείων λέξεων. Ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής συνειδητοποιεί πως είναι ξένες λέξεις και χρησιμοποιεί το κλιτικό σύστημα της γλώσσας προέλευσης. Αντιθέτως, κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις που τις έχουμε δανειστεί όπως είναι στον τύπο του πληθυντικού, αλλά στην ελληνική αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε και στον ενικό: Ρομά (πληθυντικός του Ρομ), σεραφείμ, χερουβείμ, ρουμπαγιάτ, ταλιμπάν, μουτζαχεντίν, φενταγίν, παπαράτσι, πιράνχας, μακαρόνι, κανελόνι, παντελόνι, σπαγγέτι, φαλάφελ, ατζέντα, όπερα, ουλεμάς, άρμα, είναι πληθυντικοί και κανείς δεν επιχειρεί να πει ή να γράψει στον ενικό  ο μουτζαχίντ, το σπαγγέτο.
Το φαινόμενο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες: στη σύγχρονη τουρκική υπάρχουν λέξεις που έχουν εισέλθει ως δάνεια μέσω της ελληνικής, αλλά στον τύπο του πληθυντικού: karides σημαίνει καρύδα, patates σημαίνει πατάτα, domates σημαίνει ντομάτα και muşmula σημαίνει μούσμουλο. Ίσως οι Έλληνες μανάβηδες, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους στα ελληνικά, συνέβαλαν ώστε οι λέξεις να εισαχθούν στην τουρκική με τον τύπο του πληθυντικού. Στην τουρκική, βέβαια, ο πληθυντικός σχηματίζεται κανονικά, με βάση το κλιτικό σύστημα της γλώσσας: karidesler, patatesler, domatesler, muşmulalar.
Αν και η γλωσσολογία επιχειρεί να περιγράψει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίσει, η ιδέα του κανόνα υπάρχει στη συνείδηση του ομιλητή. Το λεξικό μπορεί να συντάσσεται ως μία περιγραφή της γλώσσας, αλλά φτάνει στα χέρια ενός αναγνώστη που το διαβάζει ως εγχειρίδιο που ρυθμίζει τη γλώσσα. Από αυτή την άποψη, του αναγνώστη που αναζητά τη σωστή χρήση σε ένα λεξικό, προκαλεί αμηχανία η οδηγία ότι το τανκ έχει πληθυντικό τανκς, αλλά το σάντουιτς δεν έχει.
Ωστόσο οι οδηγίες των λεξικών και των γλωσσικών εγχειριδίων δεν έχουν απόλυτη ισχύ: η ίδια η γνώση μιας ξένης γλώσσας, όπως είδαμε, μπορεί να λειτουργεί ρυθμιστικά για τον ομιλητή ώστε εκείνος να αγνοεί τις υποδείξεις του λεξικού Μπαμπινιώτη και να γράφει τραγούδια με στίχους όπως «συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί». Από τη μια οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να εμποδίσουν τη χρήση του αγγλικού πληθυντικού (-s) δεν μπορούν να αλλάξουν τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά  από την άλλη ούτε η συμμόρφωση των Ελλήνων προς τη νόρμα της αγγλικής δεν μπορεί να επιβάλει καθολικά τη χρήση του. Οι σποραδικές περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται ο αγγλικός πληθυντικός παραμένουν ως τεκμήρια της ισχύος της αγγλικής γλώσσας και ίσως ως ένα στάδιο πριν την πλήρη ελληνοποίηση των δανείων, αλλά αυτό θα το δείξει ο χρόνος.
Ένα παρόμοιο φαινόμενο -σε πολύ μεγαλύτερη έκταση- επηρέασε την εξέλιξη της τουρκικής γλώσσας και είναι πολύ χρήσιμο για να συνειδητοποιήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν τον δανεισμό. Κατά τη μετακίνηση των τουρκικών φύλων προς τη δυτική Ασία ο εξισλαμισμός τους, η υιοθέτηση του περσικού αλφαβήτου και η κατάκτηση της Περσίας οδήγησαν στην πολιτιστική κυριαρχία της περσικής γλώσσας και ακολούθως της αραβικής. Οι Σελτζούκοι χρησιμοποίησαν την περσική ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, ενώ οι Οθωμανοί δανείστηκαν όχι μόνο το λεξιλόγιο της αραβικής και της περσικής, αλλά και πολλά μορφολογικά στοιχεία. Η επίσημη οθωμανική τουρκική θεωρείτο πιο εκλεπτυσμένη όσο περισσότερα αραβικά και περσικά στοιχεία υιοθετούσε. Ο G. L. Lewis στο βιβλίο του Turkish Grammar προσπαθώντας να δώσει ένα ανάλογο παράδειγμα στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιεί τη λατινική και γράφει: «είναι σαν να λέγαμε όχι "for obvious reasons", αλλά "for rationes obviae", ή "what is the conditio of your progenitor reverendus?" αντί για "how's your father?" (σελ. XX, 1967).
Το παράδειγμα της οθωμανικής τουρκικής είναι χρήσιμο, επειδή δείχνει πώς η στάση των ομιλητών και το πολιτισμικό κύρος επέβαλαν την πληθώρα των αραβοπερσικών λεξιλογικών και μορφολογικών δανείων. Ωστόσο, αυτό που θεωρείτο στην οθωμανική εποχή δείκτης υψηλού μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου, καταδιώχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα και τα τουρκικά των αγροίκων, τα kaba Türkçe, πήραν τη θέση της «καλής τουρκικής».
Η στάση των φυσικών ομιλητών της ελληνικής είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε και χρησιμοποιούμε τα δάνεια. Η εφαρμογή της αγγλικής μορφολογίας (το τανκ, τα τανκς), η απόρριψή της (το τανκς) και η απόρριψη των δανείων λέξεων (το τεθωρακισμένο / το άρμα μάχης) φανερώνουν γλωσσικές ιδεολογίες και στάσεις και επηρεάζουν τη γλώσσα μας. Η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να διατυπωθεί κάποιος κανόνας είναι πως αντί για έναν κανόνα έχουμε στη διάθεσή μας ένα φάσμα επιλογών (ή κανόνων) που μπορούμε να επιλέξουμε ανάλογα με τη δική μας άποψη για τη γλώσσα και να εφαρμόσουμε ανάλογα με την περίσταση.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Λαϊκές ετυμολογίες: το τρυπησόνι

Ένα πολύ συνηθισμένο παιχνίδι των παιδιών είναι να κοιτάνε τα σύννεφα και να ανακαλύπτουν σχήματα ζώων ή πραγμάτων.  Καθώς τα σύννεφα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, τα σχήματα δεν μένουν ποτέ ίδια και το παιχνίδι έχει συνέχεια ενδιαφέρον. Αν και αυτό μάς φαίνεται παιδικό παιχνίδι και το απορρίπτουμε ως προϊόν φαντασίας, ωστόσο οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούμε ότι και οι αστερισμοί είναι δημιούργημα της ίδιας φαντασίας. Oι αστερισμοί βασίζονται στην αυθαίρετη υπόθεση ότι τα αστέρια βρίσκονται σε συγκεκριμένη διάταξη στην ουράνια σφαίρα ώστε να δημιουργούν σχηματισμούς. Όμως οι αστερισμοί που βλέπει ο Οδυσσέας αφήνοντας την Καλυψώ και το νησί της, ο Βοώτης, οι Πλειάδες, η Άρκτος (ε 272-4), δεν έχουν τα ίδια ονόματα στην αστρονομία άλλων πολιτισμών, αν και έχουν καθιερωθεί στη σύγχρονη επιστημονική αστρονομία. Διαφορετικοί λαοί φαντάστηκαν διαφορετικά σχήματα στον ουρανό.
Την ίδια φαντασία επιστρατεύει ο άνθρωπος και στη γλώσσα, γιατί πάντα αναζητεί να ερμηνεύσει το άγνωστο έχοντας ως βάση κάτι που του είναι οικείο. Κάθε λέξη η οποία δεν βγάζει νόημα ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται κατανοητή. Στο αυτοβιογραφικό Τότε που ζούσαμε ο Ασημάκης Πανσέληνος αφηγείται πώς ο απλός λαός στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, είχε συνδέσει το ραντεβού με τον έρωτα και με την ανηθικότητα:
Οι Μυτιληνιοί αν ήταν να πληρώσουν για κάτι, θα προτιμούσαν να δουν καμιά ζωντανή θεατρίνα, από τους θιάσους που ξόριαζαν πού και πού κατακεί. Η διασκέδαση δεν είχε πάρει ακόμα τα νόμιμα δικαιώματά της στη ζωή. Δεν ήταν πάντα τίτλος τιμής. Η λέξη ραντεβού έμοιαζε λίγο με αισχρολογία! Ο Αντώνης ο Πρωτοπάτσης άκουσε κάποτε να την λεν ερωντεβού. Την επαναλάβαινε σε κάθε ευκαιρία και ξεραινόταν στα γέλια.
Στη σεμνότυφη κοινωνία της Μυτιλήνης του α ́ μισού του 20 ου αι. η γαλλικής προέλευσης λέξη ραντεβού είχε συνδεθεί αποκλειστικά με τις ερωτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα κάποιοι να υποθέσουν ότι παράγεται από τη λέξη έρωτας και να τη μετατρέψουν σε ερωντεβού, ώστε να είναι μορφολογικά εγγύτερα στην υποτιθέμενη ετυμολογία της. Ο μέσος ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει γλωσσολογική κατάρτιση και πολύ περισσότερο δε γνωρίζει την ορθή ετυμολογία των λέξεων· η άγνοιά του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επανερμηνευτούν ελεύθερα και να υποστούν αλλαγές στη μορφή και τη σημασία λέξεις άγνωστες προκειμένου να γίνουν σημασιολογικά διαφανείς. H διαδικασία κατά την οποία ο ομιλητής μιας γλώσσας επανερμηνεύει μία απαρχαιωμένη ή ξένη λέξη και την εξομαλύνει αλλάζοντας τη μορφή ή τη σημασία της βάσει μίας γνωστής σε αυτόν λέξης ονομάζεται λαϊκή ετυμολογία.
Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γερμανικού όρου Volksetymologie, τον οποίο εισηγήθηκε το 1852 ο Ernst Föstermann (1822-1906) με άρθρο αφιερωμένο στη γερμανική λαϊκή ετυμολογία, αντιδιαστέλλοντάς τον με τη «λόγια ετυμολογία», η οποία βασίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Περίπτωση λαϊκής ετυμολογίας που έχει επικρατήσει στην ελληνική είναι π.χ. το αγιόκλημα, του οποίου η παλαιότερη μορφή *αιγόκλημα (λατινικά: caprifolium, γαλλικά: chèvrefeuille) είχε καταστεί σημασιολογικά αδιαφανής, επειδή η λέξη που χρησιμοποιείτο ως πρώτο συνθετικό (αἴξ , αἰγ-ός) είχε πέσει σε αχρηστία (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 53). Με τον ίδιο τρόπο επανερμηνεύτηκε η ιταλική λέξη poltrona, η οποία, όταν εισήχθη στην ελληνική γλώσσα, έγινε πολυθρόνα, επειδή συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 1445). Το φαινόμενο δεν είναι περιορισμένο, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές λέξεις που υπέστησαν αλλαγές λόγω κάποιας παρετυμολογικής σύνδεσης, και είτε θεωρούνται εσφαλμένοι τύποι, όπως το επίθετο ανθηρόστομος, το οποίο καταγράφεται ως παρεφθαρμένος τύπος του επιθέτου αθυρόστομος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 186), είτε εκτόπισαν τους αρχικούς, όπως το αυτόζυμο, που έχει καθιερωθεί να λέγεται εφτάζυμο στα νέα ελληνικά (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 702).
Πολλές λέξεις σχηματίζονται στηριγμένες σε κάποια λαϊκή παρετυμολογία, αλλά συχνά έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής, παραμένουν κυρίως στον προφορικό λόγο και κατά κανόνα δεν καταγράφονται στα λεξικά, όπως το ερωντεβού του Πανσέληνου. Μία παρόμοια περίπτωση είναι το τρυπησόνι. Η λέξη υπάρχει στο επίτομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας (ΕΛΕΓ) του 1957, αλλά όχι στο ΜΛΕΓ, του οποίου αποτελεί επιτομή. Δεν υπάρχει σε κανένα από τα νεότερα λεξικά, ούτε στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης του Σταματάκου (ΛΝΕΓΣ), ωστόσο το έχει καταγράψει και ο Ν. Π. Ανδριώτης στο ετυμολογικό λεξικό του (σελ. 263, 1951). Αποτελεί  παρετυμολογική απόδοση του γαλλικού tirebouchon, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά και με τη λόγια λέξη εκπώμαστρο.
Η καταγραφή του τρυπησονιού στο λεξικό δείχνει τον αυθόρμητο μηχανισμό της λαϊκής παρετυμολογίας, ενώ παράλληλα αποτελεί και ένα στιγμιότυπο της γλωσσικής αλλαγής. Αρχικά η λέξη tirebouchon, επειδή ήταν σημασιολογικά σκοτεινή, συνδέθηκε με το τρυπώ και έτσι προέκυψε το τρυπησόνι. Παράλληλα με αυτή, χρησιμοποιείτο (από ομιλητές που είτε είχαν γνώση της γαλλικής γλώσσας, είτε γνώριζαν την προέλευση της λέξης) και ο τύπος που είναι πιο κοντά στη γαλλική λέξη, το τιρμπουσόν, ο οποίος τελικά κυριάρχησε. Δεν συνέβη προφανώς το ίδιο και στην περίπτωση της πολυθρόνας. Αν και πρόκειται για πανομοιότυπες περιπτώσεις, η πορεία των λέξεων ήταν διαφορετική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η εξέλιξη ερμηνεύεται από την τάση των ομιλητών μίας ξένης γλώσσας να μεταφέρουν στη μητρική τους γλώσσα τη φωνολογία και τη μορφολογία των λέξεων που δανείζονται. Αυτό εξηγεί και την επικράτηση παρετυμολογιών από δάνεια άλλων γλωσσών, όπως το συντριβάνι (το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το ρήμα συντρίβω, αλλά προέρχεται από την περσική λέξη sadirvan) και η πέστροφα (που συνδέει με το ρήμα επιστρέφω τη βουλγαρική [pustruva] Пъстърва, ίσως επειδή ορισμένα είδη πέστροφας ζουν στη θάλασσα και επιστρέφουν στα ποτάμια για να αναπαραχθούν).