Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

Επάγγελμα: Φιλόλογος

 


(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, Ιανουάριος-Μάρτιος 2024, σελ. 67-69, τεύχος 200)

  Στον πρόλογο του βιβλίου Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος παρατίθεται επιστολή του Παπαδιαμάντη προς τον πατέρα του στην οποία περιγράφει τη φτώχεια του: Με 6 χιλ. δραχμάς διετηρήθην εγώ εις τας Αθήνας επί 10 έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος. Στις ατυχίες της ζωής του αναφέρει και την έλλειψη ιδιαιτέρων μαθημάτων: Τον ένα μήνα είχον μίαν προγύμνασιν, τον άλλον δεν είχα. Την πραγματικότητα της ζωής του φτωχού δασκάλου ενσαρκώνει και ο Ισμαήλ, καθηγητής φιλολογίας και ήρωας του μυθιστορήματος Μας καταβροχθίζει η φωτιά τού Ζάουμε Καμπρέ (Μετάφραση: Ευρυβιάδης Σοφός, Εκδόσεις Πόλις, 2022). Πρόκειται για ένα μοτίβο που ξεκινά από την αρχαιότητα. Εμφανίζεται διαχρονικά στη γραμματεία, καταγράφοντας τη θλιβερή πραγματικότητα των δασκάλων, ειδικότερα όσων διδάσκουν θεωρητικές επιστήμες: ρητοροδιδασκάλων, φιλοσόφων και, φυσικά, φιλολόγων. 

    Ο Ρωμαίος ποιητής Ιουβενάλης, που έζησε στα τέλη του 1ου αι. και τις αρχές του 2ου αι. μ.Χ., περιγράφει τη ζωή των δασκάλων ρητορικής σε μία από τις Σάτιρές του. Συγκεκριμένα, στην) έβδομη Σάτιρα (στίχοι 150-215) συνοψίζει την άθλια κατάστασή τους με αποκορύφωση την προτροπή να εγκαταλείψουν τη διδασκαλία και να αναζητήσουν άλλη επαγγελματική ασχολία (vitae diversum iter ingredietur). Ο Λουκιανός, λίγες δεκαετίες μετά τον Ιουβενάλη, συγγράφει με τη μορφή επιστολής την πραγματεία Περὶ τῶν ἐν Μισθῷ συνόντων, στην οποία περιγράφει τις ταπεινώσεις των Ελλήνων φιλοσόφων ή ρητόρων που προσλαμβάνονται ως δάσκαλοι στα σπίτια εύπορων Ρωμαίων. Στον πρόλογο δηλώνει πως γνωρίζει πολλά από τις μαρτυρίες άλλων που είτε υφίστανται ακόμη αυτή τη συμφορά (οἱ μὲν ἔτι ἐν τῷ κακῷ ὄντες), είτε ξέφυγαν και χαίρονται καθώς σκέφτονται από ποια δεινά γλίτωσαν (εὐφραίνοντο ἀναλογιζόμενοι οἵων ἀπηλλάγησαν). Ο ίδιος δηλώνει πως δεν είχε τέτοια εμπειρία και παρακαλεί τους θεούς να μη χρειαστεί (οὐ γὰρ ἐν ἀνάγκῃ μοι ἡ πεῖρα ἐγεγένητο, μηδέ, ὦ θεοί, γένοιτο). Σε ένα από τα πρώτα κείμενα της νεοελληνικής γραμματείας, τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα του 12ου αι. μ.Χ., ο ποιητής θρηνεί την επιλογή να σπουδάσει, επειδή η ζωή του είναι γεμάτη πείνα και στενοχώρια: 

 Έμαθον τα γραμματικά, πλην μετά κόπου πόσου. 

Αφού δε γέγονα καγώ γραμματικός τεχνίτης, 

επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάνναν, 

και διά την πείναν την πολλήν και την στενοχωρίαν 

υβρίζω τα γραμματικά, λέγω μετά δακρύων: 

«Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει, 

ανάθεμαν και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν, 

καθ' ήν με παρεδώκασιν εις το διδασκαλείον 

προς το να μάθω γράμματα, τάχα να ζω απ' εκείνα!» 

     Τον ίδιο χαρακτήρα, του φτωχού δασκάλου, βρίσκουμε σε κεντρικούς ήρωες της σύγχρονης λογοτεχνίας. Στον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι ο κεντρικός ήρωας, Αλεξέι Ιβάνοβιτς, είναι ένας φτωχός καλλιεργημένος νέος, ευγενικής καταγωγής, ο οποίος υπηρετεί ως δάσκαλος (ουτσίτελ) των παιδιών ενός χαρτοπαίκτη απόστρατου στρατηγού. Ο Νικίτιν, στο διήγημα του Τσέχοφ Ο καθηγητής φιλολογίας, είναι ένας φτωχός εκπαιδευτικός που νοικιάζει ένα διαμέρισμα με τον Ιπολίτ, συνάδελφό του στο επαρχιακό σχολείο όπου εργάζονται. Η έξοδος από τη φτώχεια οφείλεται στον πλούσιο γάμο με τη Μάσα. Οι σπουδές δεν προσφέρουν τίποτα ούτε στον Ιβάνοβιτς, ούτε στον Νικίτιν. Το ίδιο ισχύει και για τον Ισμαήλ στο μυθιστόρημα του Καμπρέ: η μόνη χρησιμότητα των γνώσεων του καθηγητή είναι ένα ειρωνικό εύρημα του συγγραφέα, καθώς ο ήρωας ξεκλειδώνει έναν κωδικό επειδή γνωρίζει λατινικά. 

    Ακόμη και ως στιγμιότυπο μέσα σε ένα μυθιστόρημα η φιλολογία, οι θεωρητικές γνώσεις, αντιμετωπίζονται με οίκτο, είναι κάτι ολότελα άχρηστο. Στο Μιραμάρ τού Ναγκίμπ Μαχφούζ η φιλολογία αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην επαγγελματική αποκατάσταση: Συμφωνήσαμε να βρει μια δουλειά. Πώς όμως; Το μοναδικό της πτυχίο, κλασικής φιλολογίας, δεν βοηθούσε και πολύ. (Σελ. 122, μετάφραση: Μαρία Χωρεάνθη, εκδόσεις Ψυχογιός, 1990). Στο Hotel Savoy του Γιόζεφ Ροτ ο Γκάμπριελ Νταν, ένας στρατιώτης που μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου έχει μείνει άνεργος, ακούει ένα ελληνικό όνομα -Καλογερόπουλος- και αρχίζει να το κλίνει, αλλά αμέσως αποδιώχνει την ανάμνηση της εκμάθησης των αρχαίων στο σχολείο. Αρκετές σελίδες παρακάτω επιστρέφει στην ανάμνηση για να την ειρωνευτεί. Είναι άνεργος και δεν μπορεί να βρει μεροκάματα, καθώς οι γνώσεις του είναι μόνο θεωρητικές: Είναι η τρίτη μέρα που στέκομαι στο Σταθμό και περιμένω να βρω μεροκάματο. [...] Κανένας δεν χρειάζεται εργάτες, εκτός κι αν είναι τεχνικοί ειδικευμένοι- κι εγώ δεν είμαι. Ξέρω να κλίνω τον «Καλογερόπουλο» (σελ. 81, μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Άγρα, 2007). Στο μυθιστόρημα Οι σειρήνες της Βαγδάτης τού Γιασμίνα Χάντρα ο ήρωας ταξιδεύει στη Βαγδάτη μετά την αμερικανική εισβολή και αναζητά δουλειά. Του προσφέρεται εργασία σε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών και συναντάμε την ίδια ειρωνεία. Το αφεντικό ενθουσιάζεται με τις φιλολογικές του σπουδές και του αναθέτει τα λογιστικά βιβλία: 

-Το μόνο που θα έχεις να κάνεις είναι να ενημερώνεις τα βιβλία παραλαβών και πωλήσεων. Έχεις πάει και πανεπιστήμιο, αν θυμάμαι καλά.

-Τελείωσα το πρώτο έτος της φιλολογίας.

-Έξοχα! Η λογιστική είναι θέμα εντιμότητας κι εσύ είσαι τίμιο παιδί. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις στην πορεία.

 (σελ. 184, μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007) 

    Σε αυτή τη λίστα, που μπορεί να εμπλουτιστεί με πολλά περισσότερα λογοτεχνικά παραδείγματα, και σε αυτό το άρθρο, που κατέγραψε την απαξίωση των φιλολογικών και γενικότερα θεωρητικών σπουδών, ταιριάζει ως αντίβαρο η ρήση του αυτοκράτορα φιλοσόφου Μάρκου Αυρήλιου, που θεωρεί κληρονομιά από τον προπάππο του το να έχει καλούς δασκάλους κατ' οίκον και να ξοδεύει αφειδώς για αυτούς (Παρὰ τοῦ προπάππου τὸ μὴ εἰς δημοσίας διατριβὰς φοιτῆσαι καὶ τὸ ἀγαθοῖς διδασκάλοις κατ οἶκον χρήσασθαι καὶ τὸ γνῶναι ὅτι εἰς τὰ τοιαῦτα δεῖ ἐκτενῶς ἀναλίσκειν. Βιβλίον Α΄, δ΄)

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Το τέλος της λογοτεχνίας

Στο Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία ο Ουμπέρτο Έκο αφηγείται πως, όταν έγραφε τη διδακτορική του εργασία, είχε ανακαλύψει τη λύση ενός ακανθώδους θεωρητικού προβλήματος σε ένα βιβλίο του 1887 γραμμένο από κάποιον παντελώς άγνωστο συγγραφέα, κάποιον αββά Vallet. Χρόνια μετά, όταν θέλησε να δείξει το συγκεκριμένο κείμενο σε κάποιον δημοσιογράφο, ανακάλυψε ότι η εν λόγω σελίδα δεν περιείχε τη λύση του προβλήματος. Ο ίδιος ο Έκο την είχε σκεφτεί, ενώ διάβαζε το κείμενο του Vallet, και έπειτα είχε αποδώσει την ιδέα στον συγγραφέα.
Χάρη σε μία παρεξήγηση -εντελώς επιφανειακή- είχε συμβεί και σε εμένα μία παρόμοια σύγχυση: ο Μπόρχες είχε μπλεχτεί με το πρόσωπο του Μπροχ, καθώς είχα αποδώσει ένα κείμενο του δεύτερου στον πρώτο. Αυτό που με έκανε να τους συνδέσω δεν ήτανε ασφαλώς η γραφή τους –όσο κι αν μοιάζανε κι οι δύο απασχολημένοι με τη φιλοσοφία· πιστεύω πως η ομοιότητα στα ονόματά τους ήτανε ο λόγος που τους ταύτισα σε ένα πρόσωπο, όταν, διαβάζοντας ένα βιβλίο για τον στρουκτουραλισμό (το Structuralism in literature του Robert Scholes), σταμάτησα στις παρακάτω γραμμές:  
“Structuralism – I am suggesting – is a response to the need [...] for a “coherent system” that would unite the modern sciences and make the world habitable for man again. This is a religious need, of course [...] Structuralism [...] is a methodology which is seeking nothing less than the unification of all sciences into a new system of belief.”  
Τα παραπάνω λόγια μου θύμισαν πολύ ένα κείμενο που νόμιζα ότι το είχε γράψει ο Μπόρχες· ο Scholes μιλάει για τον τεμαχισμό της γνώσης σε απομονωμένες, αυτόνομες και απομακρυσμένες ως γνωστικά πεδία επιστήμες, τονίζοντας πως ο στρουκτουραλισμός αντιτίθεται σε αυτήν την αποξένωση του ανθρώπου και της γνώσης. Τον ίδιο ρόλο με τον στρουκτουραλισμό παίζει και ο μαρξισμός· στους αντίποδες –κατά Scholes– βρίσκονται οι υπαρξιστές και η φιλοσοφία του Wittgenstein.  Σκεφτόμουνα πως πρέπει να υπογραμμίσω τα λόγια αυτά και να επισημάνω τις αντιστοιχίες με τον Μπόρχες· μερικές ώρες αργότερα περπατούσα και προσπαθούσα να θυμηθώ σε ποιο κείμενο του Μπόρχες θα έβρισκα την αντιστοιχία, αλλά το μυαλό μου δεν πήγαινε· υπήρχε ένα χαμένο (ή άγραφο) βιβλίο του Μπόρχες που αναζητούσα. 
Ξαφνικά μου ήρθε στον νου ο Μπροχ και το συγκεκριμένο απόσπασμα. Θυμήθηκα ότι το είχα αντιγράψει σε κάποιο τετράδιο λέξη προς λέξη:   
«Μ’ αυτόν τον τρόπο,  μ’ αυτήν τη ριζική και άκρα συνέπεια δημιουργήθηκαν τα παγκόσμια επιτεύγματα της Δύσης – μ’ αυτό το απόλυτο πνεύμα, που αυτοαναιρείται, οδηγείται στον παραλογισμό· ο πόλεμος είναι πόλεμος, l’ art pour l’ art,  στην πολιτική δεν υπάρχουν ενδοιασμοί, το εμπόριο είναι εμπόριο, όλα αυτά εκφράζουν το ίδιο, όλα διακατέχονται από αυτήν την ριζική επιθετικότητα, την τερατώδη, μεταφυσική αδιαφορία για τις συνέπειες, διακατέχονται από αυτήν τη φοβερή λογική που ενδιαφέρεται για το αντικείμενό της και μόνο γι’ αυτό [...] ο Μεσαίωνας διέθετε το ιδανικό κέντρο αξιών, το οποίο απαιτεί ο ρομαντικός, διέθετε μια υπέρτατη αξία στην οποία όλες οι άλλες αξίες υποτάσσονταν: την πίστη στο χριστιανικό θεό. Για τον έμπορο στο Μεσαίωνα δεν ισχύει το «εμπόριο για το εμπόριο», ο προτεσταντισμός του είναι απαγορευμένος, για τον καλλιτέχνη στο Μεσαίωνα δεν υπάρχει το l’ art pour l’ art, μόνο η υπηρεσία της πίστης, ο πόλεμος στο Μεσαίωνα δεν προσλαμβάνει απόλυτη αξία παρά μόνο όταν υπηρετεί τη μοναδική και απόλυτη αξία της πίστης, όταν διεξάγεται στην υπηρεσία της πίστης. Ο κόσμος στο σύνολό του επαναπαυόταν στην πίστη, ήταν ένας οριστικός και όχι αιτιοκρατούμενος κόσμος… η πίστη ήταν το σημείο αληθοφάνειας στο οποίο ανακόπτονταν η κάθε σειρά ερωτημάτων...»  (Οι Υπνοβάτες, ΙΙΙ, κεφ. 44. Μετάφραση Κώστας Κουντούρης, εκδόσεις Μέδουσα, 1988, Αθήνα.)
Ο Μπροχ έβρισκε ενότητα της τέχνης, της επιστήμης, του εμπορίου, της πολιτισμικής δραστηριότητας εν γένει, στη σταθερή βάση της πίστης. Φαντάζομαι πως ο Scholes το έθετε διαφορετικά (αν και παραδέχεται πως η ανάγκη ενοποίησης των επιστημών είναι μια θρησκευτική ανάγκη). Πάντως, για την εποχή της αυτονόμησης των επιστημών ο Μπροχ υποστηρίζει ότι είναι ένα στάδιο εξατομίκευσης των αξιών, απαραίτητο για τη μετάβαση από ένα σύστημα αξιών σε ένα άλλο. Το άλλο σύστημα αξιών, η θρησκευτική ανάγκη -που λέει ο Scholes– εκφράστηκε από τη μαρξιστική ιδεολογία και τη στρουκτουραλιστική μεθοδολογία. 
Μιλώντας για το επιχείρημα l’ art pour l’ art ένας σοσιαλιστής διανοούμενος, ο Πλεχάνωφ, λέει πως είναι συνέπεια της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στους καλλιτέχνες και το κοινωνικό περιβάλλον που τους περιστοιχίζει.  Τώρα πια, έχοντας συνδέσει τόσα κείμενα, πιστεύω πως και ο Μπόρχες είναι παρών σε τούτο το μικρό κείμενο, με την εντυπωσιακή του δύναμη να συνδυάζει τις γνώσεις του μέσα σε μικρά και πυκνά κείμενα. Κάτι που δεν θυμάμαι να διάβασα ποτέ στα κείμενά του είναι η αδυναμία της δημιουργίας πρωτότυπων κειμένων. Έχω την εντύπωση ωστόσο πως οι παραμικρές εμπειρίες είναι μόνο η αρχή για να ανασύρουμε ένα σωρό κείμενα που έχουμε διαβάσει και μας πνίγουν. 
Επεκτείνοντας αυτόν τον συλλογισμό αναρωτιέμαι πόσο κοντά είναι το τέλος της (πρωτότυπης) λογοτεχνίας. Κάνοντας μία υπόθεση που καταλήγει στο άπειρο, σκέφτομαι πως το απόλυτο τέλος θα ερχόταν όταν ο πεπερασμένος αριθμός λέξεων της γλώσσας θα συνδυαζόταν με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς από τους οποίους μπορούν να προκύψουν γραμματικώς ορθές προτάσεις και –ακόμα περισσότερο– όταν όλα τα δρώντα πρόσωπα κι όλες οι λειτουργίες (συστατικά, κατά τον Πρόππ, της πλοκής του παραμυθιού) θα είχαν κι αυτά με τη σειρά τους συνδυαστεί με όλους τους δυνατούς τρόπους, έτσι ώστε όλα όσα γράφονται να μην έχουνε καμία πρωτοτυπία, αλλά να είναι πνιγμένα στη διακειμενικότητα. 
Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Θα ήταν δυνατό να κινηθεί προς τα εκεί μια ευθύγραμμη πορεία της ιστορίας, στο να ειπωθούν δηλαδή όλα όσα μπορούν να ειπωθούν, αφού σύμφωνα με μια ιδεαλιστική αντίληψη της ιστορίας μια απώτερη αιτία της ιστορικής κίνησης της ανθρωπότητας θα μπορούσε να είναι η τέλεια ανάπτυξη της σκέψης και των γνώσεων; Θα κλείσω με τα λόγια του συγγραφέα του Εκκλησιαστή, που μάλλον πίστευε σε μια κυκλική πορεία της ιστορίας:   
 Τι το γεγονός, αυτό το γενησόμενον, και τι το πεποιημένον, αυτό το ποιηθησόμενον· και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον.  Εκκλησιαστής 1,9
Καθόλου παράξενη λοιπόν η σύγχυση του Έκο ή η ταύτιση του Μπροχ με τον Μπόρχες, αφού όλα έχουν ξαναγίνει, ήδη από τον καιρό του Εκκλησιαστή· λόγια ειπωμένα πριν να περπατήσει στη γη ο Μπόρχες και να γράψει τον «Κυκλικό χρόνο».  Αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο θα μπορούσανε να ειπωθούνε πολλά· το σημερινό μας όμως τελειώνει εδώ, όπως θα έλεγε και ο Ντοστογιέφσκι.