Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Λέξεις ταμπού στο λεξικό Μπαμπινιώτη

Πριν από είκοσι χρόνια κυκλοφόρησε το ΛΝΕΓ, που έγινε ευρύτερα γνωστό ως λεξικό Μπαμπινιώτη,  και το οποίο επρόκειτο  να γίνει το πιο διάσημο λεξικό της νεοελληνικής, αφού έμαθαν για αυτό και άνθρωποι που μάλλον δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή τους λεξικό. Ο βασικός λόγος για αυτή τη φήμη ήταν η καταγραφή της σημασίας "οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρ. του ΠΑΟΚ)" στο λήμμα Βούλγαρος, καθώς η αγαθή πρόθεση της λεξικογραφικής ομάδας αποτυπώσει πιστά τη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα ξεσήκωσε τις αντιδράσεις όλων όσων αντιμετώπισαν τη σημασία αυτή ως εθνική προσβολή.
Η οργή κατά του λεξικού πυροδότησε ένα ντόμινο αντιδράσεων: μία μειωτική σημασία στο λήμμα Πόντιος προκάλεσε την αντίδραση των Ποντίων, ενώ στο λήμμα Φιλιππινέζα το παράδειγμα "η ασκούμενη δικηγόρος είναι η Φιλιππινέζα του γραφείου. Κάνει όλες τις άλλες δουλειές, εκτός από το να δικηγορεί" προκάλεσε την αντίδραση των δικηγόρων. Ήταν προφανές ότι το λεξικό είχε συγκεντρώσει ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό από ανθρώπους που το διάβαζαν για να βρουν επιλήψιμες σημασίες και παραδείγματα. Ήταν το θέμα της ημέρας για πολλά δελτία ειδήσεων την άνοιξη του 1998 και είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Είναι το λεξικό το οποίο έκανε ανθρώπους άσχετους με τη λεξικογραφία να θεωρητικολογούν σχετικά με τα όριά της και είναι το μοναδικό που έγινε γηπεδικό σύνθημα:  
Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω δυνατά, / μπουγάτσα με κιμά.

Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω μια ζωή / μπουγάτσα με τυρί.
Η απάντηση στις αντιδράσεις ήταν η επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης, η οποία απογοήτευσε όσους υπερασπίστηκαν την επιστημονική ελευθερία, επειδή επιχειρούσε να κατευνάσει τα πνεύματα αφαιρώντας τις προσβλητικές αναφορές. 
Αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι, αν και αφαιρέθηκε η υποτιμητική σημασία του λήμματος Βούλγαρος, ωστόσο δεν αφαιρέθηκε το λήμμα χαμουτζής που χρησιμοποιούν υποτιμητικά οι Βορειοελλαδίτες για τους Νοτιοελλαδίτες. Σε αυτήν την περίπτωση το ΛΝΕΓ και το ΛΚΝ είναι τα μόνα λεξικά που καταγράφουν τη λέξη (βρίσκεται επίσης στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr), καθώς δεν υπάρχει ούτε στα ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014 και είχε στη διάθεσή του τα λημματολόγια των προηγούμενων λεξικών.
 
Η επανεκτύπωση ωστόσο της πρώτης έκδοσης του λεξικού Μπαμπινιώτη προκάλεσε άλλου είδους κριτική, προερχόμενη από αυτούς που υποστήριζαν πως ο λεξικογράφος πρέπει να έχει την ελευθερία να παράγει το έργο του χωρίς να λογοκρίνεται. Η δημοσιογραφική ομάδα του Ιού της Ελευθεροτυπίας με το άρθρο "Παλλαϊκή λεξικογραφία" κατηγόρησε το λεξικό επειδή υποχώρησε σε όλες τις απαιτήσεις των κατηγόρων του: απέσυρε τις επίμαχες σημασίες, προσέθεσε λήμματα, ενώ άλλα, όπως το λήμμα Κύπρος, τα διαμόρφωσε έτσι ώστε να είναι εθνικώς ορθά.
Αυτό που δεν παρατήρησαν οι αυτόκλητοι λεξικογράφοι του Ιού, ωστόσο, είναι πως οι αλλαγές στο λεξικό δεν έγιναν απαραίτητα κατόπιν απαιτήσεων. Στη δεύτερη έκδοση του 2002 συναντάμε το λήμμα εξήντα εννέα, το οποίο έχει μόνο τις σημασίες σχετικά με τον αριθμό 69: 
1. εξήντα οκτώ συν ένα, ο αριθμός 69 2. (ως επίθ.) αυτοί που ανέρχονται ποσοτικά στον αριθμό 69
Αν αναζητήσει κανείς άλλους αριθμούς, όπως εξήντα οκτώ, εξήντα επτά κλπ. δεν θα τους εντοπίσει. Το λήμμα εξήντα εννέα μπήκε εκεί μόνο επειδή κατέγραφε μία στάση στο σεξ. Όποιος διαθέτει την πρώτη έκδοση του λεξικού μπορεί να διαβάσει το λήμμα εξήντα εννέα με τη σεξουαλική σημασία: 
3. ερωτική στάση κατά την οποία έρχονται σε επαφή ταυτόχρονα το στόμα τού ενός εραστή με το γεννητικό όργανο του άλλου
Μπορούμε να φανταστούμε ότι πριν την επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης έγινε ένα προσεχτικό χτένισμα στο λημματολόγιο προκειμένου να αφαιρεθούν τυχόν επιλήψιμα λήμματα, παραδείγματα και σημασίες. Ωστόσο, η παρουσία του λήμματος εξήντα εννέα μαρτυρά την προσπάθεια να καταγραφεί στο λεξικό μία ομάδα λέξεων που αντιμετωπίζονται ως ταμπού και είναι πράγματι πρωτοποριακή, επειδή η λέξη δεν έχει καταγραφεί από κανένα σύγχρονο λεξικό (τουλάχιστον από τα σημαντικά λεξικά που κυκλοφορούν). Δεν υπάρχει στα ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο πιο πρόσφατο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014. Η πρώτη έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη είναι παραμένει μέχρι σήμερα η μοναδική που καταγράφει αυτή τη σημασία.
Παρά τη συγκεκριμένη προληπτική αυτολογοκρισία του το ΛΝΕΓ δεν λογόκρινε γενικότερα τις λέξεις ταμπού και στο λημματολόγιό του συναντάμε αρκετές τέτοιες. Μία από αυτές, ίσως φόρος τιμής στον Ηλία Πετρόπουλο, καθώς καταγράφεται στο βιβλίο του "Το μπουρδέλο", είναι η ρεπατζού: γυναίκα ελευθερίων ηθών που αντικαθιστά εργαζομένη σε οίκο ανοχής, όταν η τελευταία έχει ρεπό (σελ. 1536, β' έκδοση του 2002). Είναι άλλη μία λέξη από αυτές που βρίσκονται μόνο στο ΛΝΕΓ και δεν υπάρχουν στα λημματολόγια των άλλων λεξικών. Το συγκεκριμένο λήμμα, βέβαια, δικαίως δεν συμπεριλαμβάνεται στα λημματολόγια των άλλων λεξικών, καθώς αποτελεί αρκετά σπάνια και περιθωριακή λέξη, ωστόσο η παρουσία του έχει κάποια χρησιμότητα: λειτουργεί ως νομιμοποίηση της αργκό και των λέξεων ταμπού στα λεξικά. Αντιθέτως, η διαγραφής της σημασίας του εξήντα εννέα αποκαλύπτει πως η σεμνοτυφία της κοινωνίας αντιδρά ακόμα και στην επιστημονική λεξικογραφική προσέγγιση του αργκοτικού και ακατάλληλου λεξιλογίου.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Λαϊκές ετυμολογίες: το τρυπησόνι

Ένα πολύ συνηθισμένο παιχνίδι των παιδιών είναι να κοιτάνε τα σύννεφα και να ανακαλύπτουν σχήματα ζώων ή πραγμάτων.  Καθώς τα σύννεφα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, τα σχήματα δεν μένουν ποτέ ίδια και το παιχνίδι έχει συνέχεια ενδιαφέρον. Αν και αυτό μάς φαίνεται παιδικό παιχνίδι και το απορρίπτουμε ως προϊόν φαντασίας, ωστόσο οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούμε ότι και οι αστερισμοί είναι δημιούργημα της ίδιας φαντασίας. Oι αστερισμοί βασίζονται στην αυθαίρετη υπόθεση ότι τα αστέρια βρίσκονται σε συγκεκριμένη διάταξη στην ουράνια σφαίρα ώστε να δημιουργούν σχηματισμούς. Όμως οι αστερισμοί που βλέπει ο Οδυσσέας αφήνοντας την Καλυψώ και το νησί της, ο Βοώτης, οι Πλειάδες, η Άρκτος (ε 272-4), δεν έχουν τα ίδια ονόματα στην αστρονομία άλλων πολιτισμών, αν και έχουν καθιερωθεί στη σύγχρονη επιστημονική αστρονομία. Διαφορετικοί λαοί φαντάστηκαν διαφορετικά σχήματα στον ουρανό.
Την ίδια φαντασία επιστρατεύει ο άνθρωπος και στη γλώσσα, γιατί πάντα αναζητεί να ερμηνεύσει το άγνωστο έχοντας ως βάση κάτι που του είναι οικείο. Κάθε λέξη η οποία δεν βγάζει νόημα ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται κατανοητή. Στο αυτοβιογραφικό Τότε που ζούσαμε ο Ασημάκης Πανσέληνος αφηγείται πώς ο απλός λαός στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, είχε συνδέσει το ραντεβού με τον έρωτα και με την ανηθικότητα:
Οι Μυτιληνιοί αν ήταν να πληρώσουν για κάτι, θα προτιμούσαν να δουν καμιά ζωντανή θεατρίνα, από τους θιάσους που ξόριαζαν πού και πού κατακεί. Η διασκέδαση δεν είχε πάρει ακόμα τα νόμιμα δικαιώματά της στη ζωή. Δεν ήταν πάντα τίτλος τιμής. Η λέξη ραντεβού έμοιαζε λίγο με αισχρολογία! Ο Αντώνης ο Πρωτοπάτσης άκουσε κάποτε να την λεν ερωντεβού. Την επαναλάβαινε σε κάθε ευκαιρία και ξεραινόταν στα γέλια.
Στη σεμνότυφη κοινωνία της Μυτιλήνης του α ́ μισού του 20 ου αι. η γαλλικής προέλευσης λέξη ραντεβού είχε συνδεθεί αποκλειστικά με τις ερωτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα κάποιοι να υποθέσουν ότι παράγεται από τη λέξη έρωτας και να τη μετατρέψουν σε ερωντεβού, ώστε να είναι μορφολογικά εγγύτερα στην υποτιθέμενη ετυμολογία της. Ο μέσος ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει γλωσσολογική κατάρτιση και πολύ περισσότερο δε γνωρίζει την ορθή ετυμολογία των λέξεων· η άγνοιά του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επανερμηνευτούν ελεύθερα και να υποστούν αλλαγές στη μορφή και τη σημασία λέξεις άγνωστες προκειμένου να γίνουν σημασιολογικά διαφανείς. H διαδικασία κατά την οποία ο ομιλητής μιας γλώσσας επανερμηνεύει μία απαρχαιωμένη ή ξένη λέξη και την εξομαλύνει αλλάζοντας τη μορφή ή τη σημασία της βάσει μίας γνωστής σε αυτόν λέξης ονομάζεται λαϊκή ετυμολογία.
Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γερμανικού όρου Volksetymologie, τον οποίο εισηγήθηκε το 1852 ο Ernst Föstermann (1822-1906) με άρθρο αφιερωμένο στη γερμανική λαϊκή ετυμολογία, αντιδιαστέλλοντάς τον με τη «λόγια ετυμολογία», η οποία βασίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Περίπτωση λαϊκής ετυμολογίας που έχει επικρατήσει στην ελληνική είναι π.χ. το αγιόκλημα, του οποίου η παλαιότερη μορφή *αιγόκλημα (λατινικά: caprifolium, γαλλικά: chèvrefeuille) είχε καταστεί σημασιολογικά αδιαφανής, επειδή η λέξη που χρησιμοποιείτο ως πρώτο συνθετικό (αἴξ , αἰγ-ός) είχε πέσει σε αχρηστία (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 53). Με τον ίδιο τρόπο επανερμηνεύτηκε η ιταλική λέξη poltrona, η οποία, όταν εισήχθη στην ελληνική γλώσσα, έγινε πολυθρόνα, επειδή συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 1445). Το φαινόμενο δεν είναι περιορισμένο, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές λέξεις που υπέστησαν αλλαγές λόγω κάποιας παρετυμολογικής σύνδεσης, και είτε θεωρούνται εσφαλμένοι τύποι, όπως το επίθετο ανθηρόστομος, το οποίο καταγράφεται ως παρεφθαρμένος τύπος του επιθέτου αθυρόστομος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 186), είτε εκτόπισαν τους αρχικούς, όπως το αυτόζυμο, που έχει καθιερωθεί να λέγεται εφτάζυμο στα νέα ελληνικά (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 702).
Πολλές λέξεις σχηματίζονται στηριγμένες σε κάποια λαϊκή παρετυμολογία, αλλά συχνά έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής, παραμένουν κυρίως στον προφορικό λόγο και κατά κανόνα δεν καταγράφονται στα λεξικά, όπως το ερωντεβού του Πανσέληνου. Μία παρόμοια περίπτωση είναι το τρυπησόνι. Η λέξη υπάρχει στο επίτομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας (ΕΛΕΓ) του 1957, αλλά όχι στο ΜΛΕΓ, του οποίου αποτελεί επιτομή. Δεν υπάρχει σε κανένα από τα νεότερα λεξικά, ούτε στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης του Σταματάκου (ΛΝΕΓΣ), ωστόσο το έχει καταγράψει και ο Ν. Π. Ανδριώτης στο ετυμολογικό λεξικό του (σελ. 263, 1951). Αποτελεί  παρετυμολογική απόδοση του γαλλικού tirebouchon, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά και με τη λόγια λέξη εκπώμαστρο.
Η καταγραφή του τρυπησονιού στο λεξικό δείχνει τον αυθόρμητο μηχανισμό της λαϊκής παρετυμολογίας, ενώ παράλληλα αποτελεί και ένα στιγμιότυπο της γλωσσικής αλλαγής. Αρχικά η λέξη tirebouchon, επειδή ήταν σημασιολογικά σκοτεινή, συνδέθηκε με το τρυπώ και έτσι προέκυψε το τρυπησόνι. Παράλληλα με αυτή, χρησιμοποιείτο (από ομιλητές που είτε είχαν γνώση της γαλλικής γλώσσας, είτε γνώριζαν την προέλευση της λέξης) και ο τύπος που είναι πιο κοντά στη γαλλική λέξη, το τιρμπουσόν, ο οποίος τελικά κυριάρχησε. Δεν συνέβη προφανώς το ίδιο και στην περίπτωση της πολυθρόνας. Αν και πρόκειται για πανομοιότυπες περιπτώσεις, η πορεία των λέξεων ήταν διαφορετική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η εξέλιξη ερμηνεύεται από την τάση των ομιλητών μίας ξένης γλώσσας να μεταφέρουν στη μητρική τους γλώσσα τη φωνολογία και τη μορφολογία των λέξεων που δανείζονται. Αυτό εξηγεί και την επικράτηση παρετυμολογιών από δάνεια άλλων γλωσσών, όπως το συντριβάνι (το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το ρήμα συντρίβω, αλλά προέρχεται από την περσική λέξη sadirvan) και η πέστροφα (που συνδέει με το ρήμα επιστρέφω τη βουλγαρική [pustruva] Пъстърва, ίσως επειδή ορισμένα είδη πέστροφας ζουν στη θάλασσα και επιστρέφουν στα ποτάμια για να αναπαραχθούν).

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Στρατονίκεια, πατρίδα μιας λέξης

Το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης (στο εξής ΜΛΕΓ) καταγράφει στη σελίδα 3928 τη λέξη κλειδαγωγία με τη σημασία "πομπή κλειδούχων". Όμως σε ποιο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συναντάμε τη λέξη; Η κλειδαγωγία είναι μια λέξη που μαρτυρείται άπαξ στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα σε επιγραφή. Ο τόπος στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή είναι ένα ιερό της νοτιοδυτικής Μικρασίας, ο ναός της θεάς Εκάτης στη Λαγίνα της Καρίας. Σχετικές με τη λατρεία της Εκάτης είναι επίσης οι λέξεις κλειδοφορία, κλειδοφόρος και κλειδοφορώ, που καταγράφει το ΜΛΕΓ στη σελίδα 3929. Αυτές βέβαια σώζονται περισσότερες από μία φορές, κυρίως σε επιγραφές.
Η επιγραφή υπ. αρ. 100 της Λαγίνας
Στην επιγραφή στην οποία καταγράφεται η λέξη κλειδαγωγία αναφέρονται τα ονόματα του ιερέα Τιβέριου Φλάβιου Αινεία και της Ουλπίας Λέαινας, ισόβιας ιέρειας της Αρτέμιδος στα Κώραζα. Αυτό το τοπωνύμιο είναι καρικό, όπως και των γύρω οικισμών που γνωρίζουμε: Λαγίνα (στα ελληνικά: Ιερά Κώμη), Κολιοργά, Κώραζα και Λόβολδα. Την ίδια καρική καταγωγή μπορούμε να υποθέσουμε και για τους ιερείς -παρά τα ρωμαϊκά ονόματά τους. Άλλωστε, όπως και ο Εβραίος Σαούλ έφερε το ρωμαϊκό όνομα Παύλος -με το οποίο έγινε γνωστός ως Απόστολος των εθνών- έτσι και πολλοί άλλοι αλλοεθνείς υπήκοοι της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων υιοθετούσαν ρωμαϊκά ή ελληνικά ονόματα. 
Ιερό Εκάτης στη Λαγίνα
Οι δύο ιερείς πάνω στην επιγραφή απαριθμούν τα τεκμήρια της ευσέβειάς τους: αναφέρονται στις θρησκευτικές εορτές που τέλεσαν με τρόπο αντάξιο των ιδίων και των προγόνων (αξίως αυτών τε και των προγόνων), με ευσέβεια προς τη θεά (ευσεβώς μεν προς την θεόν) και τιμώντας την πατρίδα (φιλοτίμως δε προς την πατρίδα). Ανάμεσα στα καθήκοντα που αναφέρουν συμπεριλαμβάνεται η μέριμνα για τους γυμναστικούς αγώνες στα περίχωρα της πόλης προς τιμήν της θεάς καθώς και για την κλειδαγωγία. Η τελετή αυτή τελούνταν από μία πομπή που μετέφερε το ιερό κλειδί από τον ναό της Εκάτης στη Λαγίνα μέσω μίας ιερής οδού έντεκα χιλιομέτρων, η οποία κατέληγε στο βουλευτήριο της Στρατονίκειας, της σημαντικότερης πόλης και πολιτικού κέντρου της περιοχής.
Βουλευτήριο Στρατονίκειας
Η Στρατονίκεια αναφέρεται από τον Στράβωνα (ιδ' 2,25) ως μακεδονική πόλη. Ιδρύθηκε νοτίως του ποταμού Μαρσύα, πιθανότατα από τον Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Α' Σωτήρα και πήρε το όνομα της συζύγου του Στρατονίκης. Οι Σελευκίδες την έκαναν μεγαλοπρεπή (ἐκοσμήθη δὲ καὶ αὕτη κατασκευαῖς πολυτελέσιν ὑπὸ τῶν βασιλέων). Έγινε το επίκεντρο της Χρυσαορικής ένωσης, μιας χαλαρής ομοσπονδίας καρικών πόλεων υπό την σελευκιδική εξουσία. Οι καρικοί οικισμοί, όπως διαπιστώνουμε και από το σχετικό χωρίο του Στράβωνα, οργανώνονταν και συνδέονταν μέσω της λατρείας ενός ιερού. Με τον ίδιο τρόπο η Στρατονίκεια απέκτησε σημαντική θέση στην περιοχή. Ο Στράβωνας εξηγεί ότι οι Στρατονικείς συμμετέχουν στη Χρυσαορική ένωση όχι επειδή ανήκουν στο καρικό έθνος, αλλά επειδή κατέχουν κάποια καρικά χωριά τα οποία συμμετέχουν στην ένωση (Στρατονικεῖς δὲ τοῦ συστήματος μετέχουσιν οὐκ ὄντες τοῦ Καρικοῦ γένους͵ ἀλλ᾽ ὅτι κώμας ἔχουσι τοῦ Χρυσαορικοῦ συστήματος). Η κλειδαγωγία ή κλειδοφορία που συνέδεε τη Λαγίνα με τη Στρατονίκεια, αλλά και η λατρεία του Παναμάρου Διός στα Πανάμαρα αποδεικνύουν πως οι κοινές θρησκευτικές τελετές διαδραμάτιζαν συνεκτικό ρόλο ανάμεσα στην ελληνική πόλη και τις καρικές.
Από τους ανθρώπους που έζησαν στη Στρατονίκεια δεν σώζονται πολλές πληροφορίες. Γνωρίζουμε πως η πόλη πέρασε για μία περίοδο στην κυριαρχία των Ροδίων και έπειτα της Ρώμης. Λέγεται πως ο Μιθριδάτης κυρίευσε την πόλη και παντρεύτηκε τη Μονίμη, κόρη επιφανούς πολίτη. Σώζεται το όνομα του Δράκοντος του Στρατονικέως, γραμματικού, του ρήτορα Μενίππου, καρικής καταγωγής, τον οποίο τον αναφέρουν ο Στράβωνας και ο Κικέρωνας, καθώς και του μαθηματικού Μητρόδωρου. 
Τα λοιπά ονόματα -ονόματα κοινών ανθρώπων- σώζονται από επιγραφές. Στο άρθρο των Diehl Charles και Cousin Georges με τίτλο Inscriptions de Lagina, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1887 στον 11ο τόμο του Bulletin de correspondance hellénique, διαβάζει κανείς ονόματα ανθρώπων που συμμετείχαν στη θρησκευτική λατρεία: 
Ιερεύς
Εκαταίος Σωσάν-
δ]ρου Κο(λιοργεύς) ιέρεια Αφ
φι]ον Ιεροκλέους
δ]ις Διογένους Κω(ραζίς)
ο υ]ός αυτών Σώ
σανδρος 
Ο Εκαταίος του Σωσάνδρου από τα Κολιοργά, η Αφφιον από τα Κώραζα και ο υιός τους Σώσανδρος σώζονται μόνο ως ονόματα, γίνονται σύμβολα της λήθης που σκεπάζει τον άνθρωπο. Και μαζί με αυτά τα ονόματα της ελληνιστικής εποχής βρίσκουμε κι άλλα ονόματα, ανθρώπων από καιρό ξεχασμένων, τουρκικά ονόματα του 19ου αιώνα. Οι αρχαιολόγοι καταγράφουν τα μέρη στα οποία εντόπισαν τις επιγραφές: το σπίτι του Ντερβίς Μεχμέτ, το σπίτι του Κερίμογλου Χατζηοσμάν (είναι άλλωστε συνήθης πρακτική η χρήση των αρχαίων κτηρίων ως οικοδομικού υλικού).
Μόνο ονόματα πια, όλοι τους ονόματα χωρίς καμία άλλη προσωπική μαρτυρία ή ανάμνηση που να τους σώζει από τη λήθη.
Ανασκαφές Οσμάν Χαμντί Μπέη: προπύλαια, ναός Εκάτης

Από τη Στρατονίκεια, τις καρικές πόλεις και τα ιερά τους έχουν σήμερα μείνει αρκετά μνημεία, στα οποία γίνονται ακόμα και τώρα ανασκαφές. Στον 19ο αι. έκανε ανασκαφές στη Λαγίνα ο οθωμανός αρχαιολόγος Οσμάν Χαμντί Μπέης (απόγονος εξισλαμισμένου Ελληνόπουλου της Χίου). Ο ίδιος ίδρυσε το αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης και μετέφερε σε αυτό τη ζωοφόρο του ναού της Εκάτης που βρισκόταν στη Λαγίνα. Στη Στρατονίκεια σώζονται ακόμα και σήμερα το Γυμνάσιο, το Βουλευτήριο, θέατρο δώδεκα χιλιάδων θέσεων, ρωμαϊκά λουτρά, ναός προς τιμήν του αυτοκράτορα Αυγούστου. 
Τα προπύλαια σήμερα
Πρόσφατα στον ναό της Εκάτης έγινε προσπάθεια αναβίωσης των εορτών προς τιμήν της θεάς. Μέρος αυτών των εορτασμών ήταν και η πομπή της κλειδαγωγίας, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από τις φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο. Είτε ως ένα τρικ προσέλκυσης τουριστών είτε ως μέρος της νεοπαγανιστικής αναβίωσης αρχαίων θρησκειών και τελετών, ο ναός φιλοξένησε ξανά θρησκευτικές τελετές με κλειδοφόρους που μιμήθηκαν τους αρχαίους πιστούς.