Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεξικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεξικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Η ετυμολογία ενός ευφημισμού

Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ), στο ενδόλημμα κουτάκι του λήμματος κουτί, βρίσκουμε την ακόλουθη σημασία:
3. (οικ.) το γυναικείο αιδοίο. 
(Η συντομογραφία (οικ.) δηλώνει το οικείο επίπεδο ύφους.)


Η σημασία αυτή απουσιάζει από όλα σχεδόν τα λεξικά. Δεν υπάρχει στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΛΝΕΓ), στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ), στο Νέο Ελληνικό Λεξικό (ΝΕΛ) της Εκδοτικής Αθηνών, στο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (ΧΛΝΓ), αν και πρόκειται για γνωστή σημασία με καθιερωμένη χρήση, όπως διαπιστώνουμε παρακολουθώντας το ακόλουθο βίντεο.
 


Στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr υποστηρίζεται πως η μεταφορική, ευφημιστική χρήση του κουτιού (όχι του υποκοριστικού κουτάκι) για το αιδοίο προέρχεται από την αγγλική γλώσσα (προφανώς ως μεταφραστικό δάνειο), στην οποία επίσης η χρήση είναι αργκοτική. Πιστεύω ωστόσο πως η συγκεκριμένη ετυμολογική πρόταση δεν ευσταθεί, και αυτή η παρετυμολογία αποτελεί την κατάλληλη ευκαιρία για να ερευνήσουμε έναν τρόπο ερμηνείας ομοιοτήτων που δεν οφείλονται σε γλωσσική επαφή.
Πολλές φορές η γνώση της αγγλικής μάς παραπλανά και μας οδηγεί εύκολα και ανεξέταστα στο συμπέρασμα ότι κάποιες κοινές εκφράσεις ή μεταφορές μπορεί να προέρχονται από την επιρροή της αγγλικής, δεδομένου του ηγεμονικού ρόλου της. Στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα έχουμε μία μεταφορά που παράγεται αξιοποιώντας τις εννοιολογικές δομές της ανθρώπινης σκέψης με αποτέλεσμα να εμφανίζεται παράλληλα σε διαφορετικές γλώσσες (π.χ. doos, που σημαίνει επίσης «κουτί» στα Ολλανδικά, Scheide [=θήκη] στα Γερμανικά· ο ανατομικός όρος vagina προέρχεται από την αντίστοιχη λατινική, η οποία έχει τη σημασία «θήκη σπαθιού», ενώ και η λέξη κολεός της αρχαίας Ελληνικής σήμαινε θηκάρι σπαθιού και σήμερα είναι ανατομικός όρος για τον κόλπο (από τον οποίο παράγονται και σύνθετα, όπως ο κολεόσπασμος). Παρατηρούμε τη γλωσσική πραγμάτωση ενός αντιληπτικού σχήματος το οποίο συνδέει την έννοια του ατόμου με την έννοια του δοχείου, όπως υποστηρίζεται στο αγγλικό λεξικό της αργκό The Oxford Handbook of Taboo Words and Language του Keith Allan (σελ. 57, Oxford University Press, 2019). Ο συμβολισμός του αιδοίου με κάποια μορφή δοχείου παρατηρείται και από τον Φρόιντ, ο οποίος στο βιβλίο του Η ερμηνεία των ονείρων παρατηρεί: «Κουτιά κάθε σχήματος και χρήσης, κιβώτια, ερμάρια, θερμάστρες αντιστοιχούν στο γυναικείο σώμα, όπως επίσης σπηλιές, πλοία και όλα τα είδη δοχείων» (σελ. 315, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις  Επίκουρος, 1993)· ο Φρόιντ συνεχίζει αναφέροντας ένα παράδειγμα συμβολισμού του γυναικείου σώματος με κάστρο αναφερόμενος στο τραγούδι για τον «Κόμητα Έμπερσταϊν» του Ούλαντ: απόψε ένα κάστρο βρίσκεται σε κίνδυνο (Heut' Nacht wird ein Schlößlein gefährdet sein).
Ευρεία χρήση της συγκεκριμένης μεταφοράς μπορούμε να διαπιστώσουμε και στην τέχνη. Στην αγγλική γραμματεία η μεταφορική χρήση του κουτιού ως γυναικείου γεννητικού οργάνου μαρτυρείται για πρώτη φορά σε ανώνυμο ποίημα των τελών του 15ου αι. με τίτλο Hey noyney: Ser John to me is proferyng / for hys plesure ryght well to pay / and in my box he puttes hys offryng / I have no powre to say hym nay (σελ. 143, Anthology of Ancient Medival Woman's Song, Anne L. Klinck, εκδ. Palgrave Macmillan US, 2004). Επίσης απαντάται και στον Σέξπιρ (Τέλος Καλό, Όλα Καλά, πράξη 2η, σκηνή 3η):  He wears his honour in a box, unseen, / That hugs his kicky-wicky here at home. Στον κινηματογράφο, σε σύγχρονες ταινίες, διαπιστώνουμε τη χρήση του αργκοτικού όρου σε λογοπαίγνιο σχετικό με το κουτί της Πανδώρας στην ταινία Notting Hill (I knew a girl in school named Pandora. Never got to see her box though) και στο Ted (That's cause everyone's mouth is usually full of your wife's box). Τέλος, στο τραγούδι Rider του Will Oldham ακούμε τους στίχους: lady's got a box pressed into my face / and a belt of beads draped around her waist.

 
 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Από τον Δημητράκο στον Μπαμπινιώτη


Είμαι παιδάκι τσίφτικο κι εγώ θα καθαρίσω, και μη χαλάς τα κέφια σου, θα `ρθω μέσα στ’ αδέρφια σου εγώ να τους μιλήσω.


Το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη Με κυνηγούν τ' αδέρφια σου, το οποίο ακούστηκε για πρώτη φορά στην ταινία Ο Ατσίδας (1962), έχει ως θέμα τις δυσκολίες που εμπόδιζαν τις ερωτικές σχέσεις της εποχής, λόγω των αυστηρών ηθών που περιόριζαν τη γυναίκα στο οικογενειακό σπίτι και την εμπόδιζαν να συνάψει ελεύθερα σχέσεις.
Στη μελέτη με τίτλο Διά λόγους τιμής της Έφης Αβδελά καταγράφεται η σταδιακή απονομιμοποίηση των εγκλημάτων τιμής στις δεκαετίες του '50 και του '60. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον κινηματογράφο: ο τύπος του αδελφού που περιφρουρεί την τιμή της αδερφής είναι αποκλειστικά χαρακτήρας της κωμωδίας. Στις ταινίες της περιόδου ο έρωτας είναι ο αποκλειστικός νικητής, ενώ απαξιώνεται το παλιότερο έθιμο της επιλογής του συντρόφου από την οικογένεια της γυναίκας. 



Τα ήθη αυτά αντικατοπτρίζονται στο Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης (ΜΛΕΓ), το οποίο άρχισε να συντάσσεται τη δεκαετία του 1930 και δημοσιεύτηκε είκοσι χρόνια αργότερα. Στο λήμμα κερατάς διαβάζουμε τον ορισμό: ο ανήρ του οποίου η σύζυγος μοιχεύεται, και κατ' επέκταση η αδελφή, η θυγάτηρ ή και άλλη στενή συγγενής αυτού. Ο λεξικογράφος, που συνέτασσε το λήμμα οχτώ δεκαετίες πριν, κατέγραφε την επικρατούσα αντίληψη σχετικά με την τιμή: κάποιος μπορούσε να χαρακτηριστεί κερατάς λόγω της ερωτικής ελευθερίας κάθε γυναίκας που ανήκε στο στενό συγγενικό του περιβάλλον.
Παρακάτω στο λημματολόγιο συναντούμε το λήμμα κερατώνω: προσβάλλω την συζυγικήν τιμήν τινός, απατώ, ατιμάζω τον άνδρα, επί οικείας γυναικός και ιδίως επί συζύγου. Η σημασία ακολουθείται από δύο παραδείγματα, από τα οποία το ένα σήμερα προκαλεί την έκπληξη του σημερινού αναγνώστη: εκεράτωσε τον πατέρα της.


Στο ΛΝΕΓ, το οποίο δημοσιεύτηκε σχεδόν μισό αιώνα μετά, η σημασία είναι αυτή που γνωρίζουμε σήμερα: ο σύζυγος που τον απατά η γυναίκα του. Η απόσταση των σημασιών στα δύο λεξικά είναι τεράστια, όση και η απόσταση των δύο εποχών, της μεσοπολεμικής Ελλάδας και της Ελλάδας των τελών του 20ού αιώνα.
Μία πιο προσεχτική ανάγνωση του λεξικού Δημητράκου, όπως επικράτησε να λέγεται, θα μπορούσε να αποκαλύψει πολλά για την κοινωνία της εποχής, για τα ήθη της και για τη θέση της γυναίκας. Η σημασία της ομοφυλοφιλίας αρχίζει με τις λέξεις γενετήσιος διαστροφή. Στο λήμμα ροδάνι υπάρχει η φράση: η γλώσσα της πάει ροδάνι (επί λίαν φλυάρων γυναικών). Η πολυλογία εκείνη την εποχή θεωρείτο γυναικεία αποκλειστικότητα. Σε όλα τα σύγχρονα λεξικά η σημασία της φράσης έχει αποσυνδεθεί από το γυναικείο φύλο.
Οι προβληματισμοί -και οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής- παρεισφρέουν στο λεξικό. Βρισκόμαστε σε μία εποχή κατά την οποία οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα της ψήφου και στο λήμμα ψήφος, στη σημασία 14 βρίσκεται το παράδειγμα: δεν θα δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Αποτελεί ειρωνική συγκυρία η χρονική σύμπτωση της έκδοσης του λεξικού με τη χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες.
Οι σημασίες και τα παραδείγματα που ξενίζουν τον σημερινό αναγνώστη αναδεικνύουν μια άλλη χρησιμότητα των παλαιών λεξικών: αποκαλύπτουν το πνεύμα μιας άλλης εποχής, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό στον ορίζοντα της συγχρονίας. Το πνεύμα της εποχής διαποτίζει τους ανθρώπους, οι σημερινοί αναγνώστες δεν αντιλαμβάνονται αυτό το τμήμα του λεξικού που θα είναι ξένο στις μελλοντικές γενιές. Ωστόσο μία γεύση της αλλαγής στην εποχή μας μπορούμε να πάρουμε από τις διεκδικήσεις των ομόφυλων ζευγαριών ή των φυλομεταβατικών. Η καθιέρωση του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια και η ψήφιση του νομοσχεδίου για την ταυτότητα φύλου αποκαλύπτει νέες τάσεις που ίσως θα οδηγήσουν σε αναθεώρηση του ορισμού λέξεων, όπως οικογένεια, γυναίκα, άνδρας. Στα λεξικά της αγγλικής γλώσσας έχει ήδη ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρησή τους.

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Λέξεις ταμπού στο λεξικό Μπαμπινιώτη

Πριν από είκοσι χρόνια κυκλοφόρησε το ΛΝΕΓ, που έγινε ευρύτερα γνωστό ως λεξικό Μπαμπινιώτη,  και το οποίο επρόκειτο  να γίνει το πιο διάσημο λεξικό της νεοελληνικής, αφού έμαθαν για αυτό και άνθρωποι που μάλλον δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή τους λεξικό. Ο βασικός λόγος για αυτή τη φήμη ήταν η καταγραφή της σημασίας "οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρ. του ΠΑΟΚ)" στο λήμμα Βούλγαρος, καθώς η αγαθή πρόθεση της λεξικογραφικής ομάδας αποτυπώσει πιστά τη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα ξεσήκωσε τις αντιδράσεις όλων όσων αντιμετώπισαν τη σημασία αυτή ως εθνική προσβολή.
Η οργή κατά του λεξικού πυροδότησε ένα ντόμινο αντιδράσεων: μία μειωτική σημασία στο λήμμα Πόντιος προκάλεσε την αντίδραση των Ποντίων, ενώ στο λήμμα Φιλιππινέζα το παράδειγμα "η ασκούμενη δικηγόρος είναι η Φιλιππινέζα του γραφείου. Κάνει όλες τις άλλες δουλειές, εκτός από το να δικηγορεί" προκάλεσε την αντίδραση των δικηγόρων. Ήταν προφανές ότι το λεξικό είχε συγκεντρώσει ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό από ανθρώπους που το διάβαζαν για να βρουν επιλήψιμες σημασίες και παραδείγματα. Ήταν το θέμα της ημέρας για πολλά δελτία ειδήσεων την άνοιξη του 1998 και είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Είναι το λεξικό το οποίο έκανε ανθρώπους άσχετους με τη λεξικογραφία να θεωρητικολογούν σχετικά με τα όριά της και είναι το μοναδικό που έγινε γηπεδικό σύνθημα:  
Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω δυνατά, / μπουγάτσα με κιμά.

Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω μια ζωή / μπουγάτσα με τυρί.
Η απάντηση στις αντιδράσεις ήταν η επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης, η οποία απογοήτευσε όσους υπερασπίστηκαν την επιστημονική ελευθερία, επειδή επιχειρούσε να κατευνάσει τα πνεύματα αφαιρώντας τις προσβλητικές αναφορές. 
Αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι, αν και αφαιρέθηκε η υποτιμητική σημασία του λήμματος Βούλγαρος, ωστόσο δεν αφαιρέθηκε το λήμμα χαμουτζής που χρησιμοποιούν υποτιμητικά οι Βορειοελλαδίτες για τους Νοτιοελλαδίτες. Σε αυτήν την περίπτωση το ΛΝΕΓ και το ΛΚΝ είναι τα μόνα λεξικά που καταγράφουν τη λέξη (βρίσκεται επίσης στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr), καθώς δεν υπάρχει ούτε στα ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014 και είχε στη διάθεσή του τα λημματολόγια των προηγούμενων λεξικών.
 
Η επανεκτύπωση ωστόσο της πρώτης έκδοσης του λεξικού Μπαμπινιώτη προκάλεσε άλλου είδους κριτική, προερχόμενη από αυτούς που υποστήριζαν πως ο λεξικογράφος πρέπει να έχει την ελευθερία να παράγει το έργο του χωρίς να λογοκρίνεται. Η δημοσιογραφική ομάδα του Ιού της Ελευθεροτυπίας με το άρθρο "Παλλαϊκή λεξικογραφία" κατηγόρησε το λεξικό επειδή υποχώρησε σε όλες τις απαιτήσεις των κατηγόρων του: απέσυρε τις επίμαχες σημασίες, προσέθεσε λήμματα, ενώ άλλα, όπως το λήμμα Κύπρος, τα διαμόρφωσε έτσι ώστε να είναι εθνικώς ορθά.
Αυτό που δεν παρατήρησαν οι αυτόκλητοι λεξικογράφοι του Ιού, ωστόσο, είναι πως οι αλλαγές στο λεξικό δεν έγιναν απαραίτητα κατόπιν απαιτήσεων. Στη δεύτερη έκδοση του 2002 συναντάμε το λήμμα εξήντα εννέα, το οποίο έχει μόνο τις σημασίες σχετικά με τον αριθμό 69: 
1. εξήντα οκτώ συν ένα, ο αριθμός 69 2. (ως επίθ.) αυτοί που ανέρχονται ποσοτικά στον αριθμό 69
Αν αναζητήσει κανείς άλλους αριθμούς, όπως εξήντα οκτώ, εξήντα επτά κλπ. δεν θα τους εντοπίσει. Το λήμμα εξήντα εννέα μπήκε εκεί μόνο επειδή κατέγραφε μία στάση στο σεξ. Όποιος διαθέτει την πρώτη έκδοση του λεξικού μπορεί να διαβάσει το λήμμα εξήντα εννέα με τη σεξουαλική σημασία: 
3. ερωτική στάση κατά την οποία έρχονται σε επαφή ταυτόχρονα το στόμα τού ενός εραστή με το γεννητικό όργανο του άλλου
Μπορούμε να φανταστούμε ότι πριν την επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης έγινε ένα προσεχτικό χτένισμα στο λημματολόγιο προκειμένου να αφαιρεθούν τυχόν επιλήψιμα λήμματα, παραδείγματα και σημασίες. Ωστόσο, η παρουσία του λήμματος εξήντα εννέα μαρτυρά την προσπάθεια να καταγραφεί στο λεξικό μία ομάδα λέξεων που αντιμετωπίζονται ως ταμπού και είναι πράγματι πρωτοποριακή, επειδή η λέξη δεν έχει καταγραφεί από κανένα σύγχρονο λεξικό (τουλάχιστον από τα σημαντικά λεξικά που κυκλοφορούν). Δεν υπάρχει στα ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο πιο πρόσφατο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014. Η πρώτη έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη είναι παραμένει μέχρι σήμερα η μοναδική που καταγράφει αυτή τη σημασία.
Παρά τη συγκεκριμένη προληπτική αυτολογοκρισία του το ΛΝΕΓ δεν λογόκρινε γενικότερα τις λέξεις ταμπού και στο λημματολόγιό του συναντάμε αρκετές τέτοιες. Μία από αυτές, ίσως φόρος τιμής στον Ηλία Πετρόπουλο, καθώς καταγράφεται στο βιβλίο του "Το μπουρδέλο", είναι η ρεπατζού: γυναίκα ελευθερίων ηθών που αντικαθιστά εργαζομένη σε οίκο ανοχής, όταν η τελευταία έχει ρεπό (σελ. 1536, β' έκδοση του 2002). Είναι άλλη μία λέξη από αυτές που βρίσκονται μόνο στο ΛΝΕΓ και δεν υπάρχουν στα λημματολόγια των άλλων λεξικών. Το συγκεκριμένο λήμμα, βέβαια, δικαίως δεν συμπεριλαμβάνεται στα λημματολόγια των άλλων λεξικών, καθώς αποτελεί αρκετά σπάνια και περιθωριακή λέξη, ωστόσο η παρουσία του έχει κάποια χρησιμότητα: λειτουργεί ως νομιμοποίηση της αργκό και των λέξεων ταμπού στα λεξικά. Αντιθέτως, η διαγραφής της σημασίας του εξήντα εννέα αποκαλύπτει πως η σεμνοτυφία της κοινωνίας αντιδρά ακόμα και στην επιστημονική λεξικογραφική προσέγγιση του αργκοτικού και ακατάλληλου λεξιλογίου.

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Το shοκολατάκι

Λίγα χρόνια πριν έγινε viral ένα βίντεο στο οποίο η βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη χρησιμοποίησε τον φθόγγο [ʃ] (στην αγγλική γραφή αποδίδεται με sh) για να προφέρει τη λέξη shοκολατάκι. Το συγκεκριμένο φώνημα δεν υπάρχει στη νεοελληνική. Η προφορά της βουλευτού ακολουθούσε την προφορά της γαλλικής chocolat, από την οποία η νεοελληνική γλώσσα έχει δανειστεί τη λέξη.


Η διατήρηση της φωνολογίας των δανείων λέξεων, ειδικά όταν ο ομιλητής δανείζεται φθόγγους που δεν υπάρχουν στη γλώσσα, αντιμετωπίζεται κατά κανόνα με απόρριψη και διακωμώδηση.


(Σε κάποια άλλη εποχή, ωστόσο, η σωστή προσφορά του [ʃ] (sh), μπορούσε να αποβεί σωτήρια: στη Βίβλο (Κριτές, ΙΒ ́ 5-6) οι Γαλααδίτες, όταν φύλασσαν τα περάσματα του Ιορδάνη, είχαν καταφύγει σε μια δοκιμασία την οποία εφάρμοζαν για να εντοπίσουν τους Εφραϊμίτες ανάμεσα στους ταξιδιώτες και να τους εμποδίσουν να περάσουν: τους ζητούσαν να προφέρουν τη λέξη shibbólet (שִׁבֹּלֶת‬), και, όποιος δεν μπορούσε να προφέρει το πρώτο σύμφωνο ως [∫], αλλά το πρόφερε ως [s], σκοτωνόταν.)

Υπάρχει η εντύπωση πως κατά τον δανεισμό ξένων λέξεων είναι απαραίτητη η προσαρμογή των λέξεων στη φωνολογία της νεοελληνικής γλώσσας. Πράγματι, αυτό ισχύει σε οριακές περιπτώσεις, όπως η προαναφερθείσα. Οι ομιλητές της νεοελληνικής γλώσσας αντιλαμβάνονται την ξενική προφορά των δανείων λέξεων ως ασυνήθιστη και αστεία. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προφορά των δανείων επηρεάζεται από την προφορά που έχουν οι συγκεκριμένοι τύποι στην γλώσσα προέλευσης. Αυτή η επιρροή καταγράφεται και στο ΛΚΝ, το οποίο συμπεριλαμβάνει την προφορά του κάθε λήμματος. Στην εισαγωγή του λεξικού αναφέρεται:

Για τα δάνεια προτιμήθηκε η προφορά που βρίσκεται πλησιέστερα στον ξένο τύπο, εφόσον, βέβαια, ακούγεται πραγματικά και με κάποια συχνότητα, π.χ. παρμπρίζ [parbriz], καμπάνια [kampaña].

Οι περισσότερες περιπτώσεις στις οποίες το ΛΚΝ υιοθετεί την προφορά της δάνειας λέξης αφορούν τα συμφωνικά σύμπλεγματα [nt] και [mp]. Στη φωνολογία της νεολληνικής γλώσσας αυτά δεν υπάρχουν. Τα μπ και ντ αποδίδουν στη γραφή πάντοτε τα [b] και [d] (ή έρρινα: [ᵐb], [ⁿd]). Επομένως, το λεξικό αποδίδει τα nt, mp των ξένων λέξεων ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, οι λέξεις κάμπος (< λατ. campus), καντίνα (< ιταλ. cantina), κόντρα (< ιταλ. contra) αποδίδονται φωνητικά ως [kámbos], [kandína], [kóndra], ενώ αντιθέτως οι λέξεις κοντέινερ (< αγγλ. container), κοντράστ (< γαλλ. contraste) και ίντερνετ (< αγγλ. internet) ως [kontéiner], [kontrást], [ínternet] (η έμφαση δική μου).
Τα κριτήρια που εφαρμόζονται από το ΛΚΝ είναι μάλλον χρονικά: λέξεις που αποτελούν νεότερα δάνεια είναι αναμενόμενο να κουβαλούν στις αποσκευές τους την προφορά της γλώσσας προέλευσης. Σε αυτό συμβάλλει και η γνώση της γλώσσας προέλευσης, που επηρεάζει τους φυσικούς ομιλητές της νεοελληνικής. Επομένως, η ξενική προφορά των δανείων λέξεων διακωμωδείται μόνο όταν αναγνωρίζεται ως τέτοια.

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Η μεταφορική χρήση του λεμονιού

H Corrine Beaumont είναι γνωστή από την εκστρατεία "Know Your Lemons", με την οποία επιχειρεί να ενημερώσει τις γυναίκες σχετικά με τον καρκίνο του μαστού, χρησιμοποιώντας τα λεμόνια ως μεταφορά για το στήθος. Δεν πρόκειται βέβαια για καινοφανή μεταφορά, αφού φαίνεται πως έχει ταξιδέψει μαζί με τον καρπό της λεμονιάς σε διάφορες εποχές και πολιτισμούς. 
Λεξικό Δημητράκου
Αν αναζητήσει κανείς το λήμμα λεμόνι στο ΜΛΕΓ, θα βρει και τη μεταφορική σημασία, αποτυπωμένη σχεδόν με λυρισμό: οι σφριγηλοί μαστοί των νεανίδων, πρβλ. κιτρολέιμονα (σελ. 4294). Ακολουθώντας την παραπομπή στο λήμμα κιτρολέμονο, ο λεξικογράφος γράφει έναν παρόμοιο ορισμό: μτφ. επί των σφριγηλών και προπετών μαστών των νεανίδων (σελ. 3917). Παραθέτει -αντί παραδείγματος- ένα δημώδες δίστιχο: τα δυο σου κιτρολέμονα | να σου τα σφίξω, δαίμονα. Στο λήμμα κιτρολεμονιά υπάρχει επίσης μεταφορική σημασία: ως χαρακτηρισμός αγαπωμένης γυναικός, η οποία ακολουθείται από άλλο δημώδες δίστιχο:  ω κιτρολεμονίτσα μου, κι ω κιτρολεμονιά μου, | εσύ 'σαι που τα μάρανες τα φύλλα της καρδιάς μου. 
Το ΛΝΕΓ (Σταματάκου) μοιάζει να αντιγράφει τα ερμηνεύματα του λεξικού Δημητράκου. Το λεμόνι έχει μεταφορική σημασία: σφριγηλοί μαστοί νεάνιδος (σελ. 1802) και παραπέμπει στο κιτρολέμονο. Στο λήμμα κιτρολέμονο δίνει μεταφορική σημασία: επί των μαστών των νεανίδων, ενώ στο κιτρολεμονιά καταγράφει τον σχεδόν πανομοιότυπο ορισμό: χαρακτηρισμός αγαπωμένης γυναικός (σελ. 1652). Σε αυτό το λεξικό δεν υπάρχουν παραδείγματα που να συνοδεύουν το ερμήνευμα. 
Τα δημώδη άσματα που καταγράφει το ΜΛΕΓ αποκαλύπτουν τη γενικευμένη χρήση των συγκεκριμένων μεταφορών, του στήθους ως λεμονιών και της γυναίκας ως λεμονιάς, στη νεοελληνική δημοτική ποίηση. Στο πασίγνωστο Λεμονάκι μυρωδάτο οι στίχοι κρύβουν επιμελώς την ερωτική διάσταση: Λεμονάκι μυρωδάτο / κι από περιβόλι αφράτο / μη παραμυρίζεις τόσο / και με κάνεις και νυχτώσω. Στο Κοντούλα λεμονιά ακούμε τα λόγια: Μωρή κοντούλα λεμονιά, / με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα, / σε φίλησα κι αρρώστησα, / και το γιατρό δε φώναξα. Η υπαινικτική χρήση της μεταφοράς είναι απαραίτητη σε μία κοινωνία με αυστηρά ήθη. 
Λεξικό Δημητράκου
Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις ξεκάθαρης σύνδεσης του λεμονιού με το στήθος. Στην Κρήτη, σε μία μαντινάδα από τα Παινέματα τση κόρης, ο τραγουδιστής παινεύει τα κάλλη της κόρης και μεταξύ άλλων λέει: Αν πω για τα βυζάκια σου, τα Καστρινά λεμόνια, απού 'ναι ολοστρόγγυλα και άσπρα σαν τα χιόνια. Σε άλλο κρητικό τραγούδι ο τραγουδιστής απευθύνεται στη γυναίκα λεμονιά και χτίζει γύρω από τη συγκεκριμένη μεταφορά μια αφήγηση για την κόρη που δεν μπορεί να έχει: Μα η λεμονιά που αγαπώ σ' άλλο μοιράσι πέφτει, / για ένα κλαδί λεμονανθό θα με 'ποδώσει κλέφτη. [...] Δεντρί που σε καμάρωνα καθημερνή και σχόλη κι εδά 'γειρες τσοι κλώνους σου σε ξένο περιβόλι. 
Η μεταφορά ταξιδεύει και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Από τη Χίο προέρχεται το τραγούδι Ω κρητική μου λεμονιά (να σε φυτέψω στο γιαλό, φοβάμαι τους κουρσάρους, να μη σε βρούνε μοναχή κι ερθούνε και σε πάρουν), ενώ από τη Μικρασία το Λιβισιανή μου πέρδικα: Έρχομαι κι εσύ κοιμάσι μέσα στ’ άσπρα γιασιμιά, / ξύπνα που να ζεις κι να ’σι, φουντουτή μου λιμουνιά. Ακόμα και στη συλλογή δημοτικών τραγουδιών του Passow με τίτλο Τραγούδια Ρωμαίικα, η οποία κυκλοφόρησε το 1860, διαβάζουμε: «τα στήθη σου λεϊμόνια και τα βυζιά σου κλώνοι / χαράς στον νιο όπου θα μπει να κόψει το λεϊμόνι». 
 
Μια καθιερωμένη μεταφορά όπως αυτή, εύκολα βρίσκει το δρόμο στην ποίηση. Στη συλλογή Τα Ρω του Έρωτα του Οδυσσέα Ελύτη, στο ποίημα Το δελφινοκόριτσο: Σαν λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε / κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε
H μεταφορική χρήση του λεμονιού δεν περιορίζεται στα όρια της ελληνικής γλώσσας. Είναι γνωστή και στην ισπανική. Ο Oscar Conde γράφει στο λεξικό της λουνφάρδο (είναι η αργεντίνικη αργκό του τάνγκο), στο λήμμα limones ως ερμήνευμα τη λέξη στήθη, και εξηγεί: por alusion a la forma del limon, fruto del limonero (Diccionario Etimológico Del Lunfardo). Στους Λουσιάδες του Καμόες, ποιήματος γραμμένου τον 16ο αι., γίνεται η ίδια σύνδεση: Os formosos limões ali, cheirando, / estão virgíneas tetas imitando. Η λίστα είναι μεγάλη και μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα ποιήματα, όπως το Oda al limon του Νερούδα, το Me tiraste un limón, του Μιγκέλ Ερνάντες.
Στα σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής, ωστόσο, δεν υπάρχει πουθενά αυτή η σημασία. Αναφέρεται σε μία εποχή παρωχημένη, όπου η υπαινικτικότητα ήταν απαραίτητη και όπου τα βιώματα της αγροτικής ζωής σχεδόν επέβαλλαν το πλαίσιο από το οποίο αντλούνταν μεταφορές. Εξαφανίστηκαν επίσης και εκείνοι οι λεξικογράφοι που θα κατέγραφαν ένα δημοτικό τραγούδι αντί για παραδείγματα. Οι ηλεκτρονικές δεξαμενές κειμένων και η ανάγκη καταγραφής χρηστικών παραδειγμάτων εξοβέλισαν και την ποίηση από τα λεξικά. Αφενός πρόκειται για την εισαγωγή αυστηρότερων επιστημονικών κριτηρίων στη λεξικογραφική θεωρία και πράξη, αφετέρου όμως είναι ευχάριστο που η απουσία αυτών των κριτηρίων τότε έδωσε στον λεξικογράφο την ελευθερία να καταγράψει στίχους δημοτικών τραγουδιών.

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Το σαμοβάρι

Όσο πιο μεγάλη γίνεται η πολιτισμική και χρονική απόσταση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η κατανόησή του. Στο «Φυγή χωρίς τέλος» του Γιόζεφ Ροτ πρέπει να ξέρει κανείς πότε έγινε ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος και ποιοι ήταν οι εμπόλεμοι για να καταλάβει την πρόταση «ο λοχαγός του αυστριακού στρατού Φραντς Τούντα πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Ρώσους τον Αύγουστο του έτους 1916» (σελ. 7, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς. Εκδόσεις Οδυσσέας, 1984). Οι δυσκολίες που γίνονται άμεσα αντιληπτές είναι κυρίως στο λεξιλόγιο, το οποίο μοιάζει με το ορατό μέρος του παγόβουνου: φανερώνουν μόνο ένα μικρό μέρος της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από το κείμενο.
Οι άγνωστες λέξεις, ωστόσο, είναι αναγκαίες. Είναι ορόσημα μετάβασης από το «εδώ και τώρα» του αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο τού λογοτεχνικού έργου. Στα βιβλία του Μάρκες οι άνθρωποι πίνουν αγουαρδιέντε, στου Ζαν Κλοντ Ιζζό παστίς, στου Μισίμα σάκε, ενώ στον Τολστόι οι αποστάσεις υπολογίζονται σε βέρστια. Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τη σημασία κάθε άγνωστης λέξης: όταν λείπουν οι σημειώσεις και επειδή η χρήση ενός λεξικού επιβραδύνει και δυσχεραίνει την ανάγνωση, το περικείμενο λύνει πολλές από τις απορίες. Θυμάμαι πως βασίστηκα στα συμφραζόμενα για να καταλάβω πως οι σημύδες που συναντούσα στον Τολστόι είναι δέντρα. Δεν είχα δει ποτέ σημύδες και πολλά χρόνια μετά θα μάθαινα ότι αυτό το δέντρο δεν υπάρχει πουθενά στην Ελλάδα εκτός από ορεινές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Μία άλλη λέξη, το νόημα της οποίας δεν μπόρεσα να καταλάβω, ήταν το σαμοβάρι, και, μολονότι αυτό δεν εμπόδιζε την κατανόηση του κειμένου, είναι η μόνη λέξη που θυμόμουν και που είχα συνδέσει με την Άννα Καρένινα.
Άλλες λέξεις βέβαια είναι σημαντικό να τις ξέρεις, καθώς ρίχνουν φως στην ερμηνεία του κειμένου. Όταν στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο η Μαρία Ιριμπάρνε επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες, τηλεφωνεί στον Πάμπλο Καστέλ -είναι ο εραστής της- και κανονίζουν να συναντηθούν.
-Θέλω να σε δω αμέσως, λέει εκείνος. Σε περιμένω στην πλατεία του Σαν Μαρτίν.
Η Μαρία φάνηκε να διστάζει. Μετά απάντησε:
-Θα προτιμούσα στη Ρεκολέτα. Θα είμαι εκεί στις οχτώ.
(σελ. 80, μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου. Εκδ. Αστάρτη, 1981)
Η Ρεκολέτα είναι μία συνοικία του Μπουένος Άιρες όπου βρίσκεται το ομώνυμο νεκροταφείο. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, η Μαρία είναι παντρεμένη και επιλέγει την τοποθεσία για να είναι σίγουρη ότι δεν θα τους δει κανείς. Στον Δημιουργό (El Hacedor) ο Μπόρχες αφιερώνει ένα μικρό κείμενο στα νύχια, στο οποίο καταλήγει: όταν θα κλειστώ στο Ρεκολέτα, σ' ένα σπίτι με χρώμα σταχτί, [...] θα συνεχίσουν την επίμονη δουλειά τους ώσπου να τα ηρεμήσει η φθορά. (σελ. 544, Άπαντα πεζά. Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης). Το σπίτι στη Ρεκολέτα είναι ο τρόπος του Μπόρχες να αναφερθεί στον θάνατο.
Ξανασυνάντησα το σαμοβάρι στο βιβλίο Υποχρεωτική ευδαιμονία του ρουμάνου συγγραφέα Νόρμαν Μανέα. Πάλι δεν κατάλαβα από τα συμφραζόμενα τι ήταν, όμως σχημάτισα την εντύπωση ότι είναι κάτι που το χρησιμοποιούν οι λαοί της ανατολικής Ευρώπης. Το σαμοβάρι είχε ήδη εξελιχθεί σε λογοτεχνικό μυστήριο: καθόριζε τη σαμοβαρική λογοτεχνία, που ήξερα πως ήταν γραμμένη από ανατολικοευρωπαίους, κυρίως Ρώσους, αλλά ήταν μια κενή λέξη.
Θυμήθηκα τον Μπόρχες ξανά, την Αναζήτηση του Αβερρόη, όπου ο Αργεντίνος περιγράφει την ανησυχία του Αβερρόη καθώς προσπαθεί να κατανοήσει τις λέξεις τραγωδία και κωμωδία, τις οποίες συναντά στο έργο του Αριστοτέλη, αλλά του είναι εντελώς άγνωστες, και σε αυτόν και στον πολιτισμό του. Ο Μπόρχες περιγράφει τη σκηνή όπου ο Αβερρόης παρακολουθεί τη συζήτηση του Φαράχ και του Αμπουλκάσιμ. Ο δεύτερος περιγράφει ένα από τα ταξίδια του στην Καντόνα, όπου είδε να παίζουν θέατρο: "Ήταν φυλακισμένοι, μα κανείς δεν έβλεπε τα κελλιά τους, ήταν καβάλα σ' άλογα, μα τ' άλογα δεν τα 'βλεπε κανείς, πολεμούσαν, αλλά τα σπαθιά ήταν από καλάμι, πέθαιναν, κι αμέσως σηκώνονταν στο πόδι". Ο Φαράχ σχολιάζει: "οι πράξεις των τρελών ξεπερνούν τις προβλέψεις του γνωστικού ανθρώπου". Ο Αμπουλκασίμ κάνει άλλη μία προσπάθεια να εξηγήσει στον Φαράχ τι είναι το θέατρο, αλλά εκείνος, μόλις το καταλαβαίνει, το απορρίπτει: "Τι χρειάζονταν είκοσι πρόσωπα; Ένας παραμυθάς μπορεί ν' αφηγηθεί οτιδήποτε, όσο μπερδεμένο κι αν είναι". (σελ. 294-5, Άπαντα πεζά. Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης)
Βρήκα το σαμοβάρι ξανά στις σελίδες του Αυστριακού Γιόζεφ Ροτ. Στο Φυγή χωρίς τέλος παίρνει τον Φραντς Τούντα και τον τοποθετεί στη Σιβηρία. Είναι 1916, η Αυστροουγγαρία υπάρχει ακόμα. Λίγα χρόνια μετά, ο Φραντς Τούντα, έχοντας επιβιώσει με άλλη ταυτότητα στη Ρωσία που έγινε ΕΣΣΔ, αποφασίζει να διεκδικήσει την επιστροφή στην πατρίδα του. Ο Ροτ τον γυρνά πίσω σε μία γη κατακερματισμένων κρατών που έχουν διαδεχτεί την Αυστροουγγαρία και του είναι ξένα. Βρίσκει τον αδερφό του, ο οποίος έχει γίνει διευθυντής ορχήστρας σε κάποια γερμανική πόλη: ο Φράντς και ο Γκέοργκ φιλήθηκαν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Η πατρίδα για τον Φραντς έχει χαθεί: είναι μία κατάσταση περισσότερο, παρά ένας χώρος.
Παράλληλα με την απόγνωση του Φραντς Τούντα θυμάμαι την αμηχανία του Αβερρόη όταν φτάνω σε άλλη μία σκηνή όπου εμφανίζεται ένα σαμοβάρι:
Ο διευθυντής ορχήστρας είχε αγοράσει πριν από πολλά χρόνια από κάποιους Ρώσους πρόσφυγες ένα ασημένιο σαμοβάρι σαν κάτι το αξιοπερίεργο. Για να τιμήσει τον αδερφό του, που θα μπορούσε πια να θεωρηθεί ένα είδος Ρώσου, το αντικείμενο μεταφέρθηκε μπροστά τους πάνω σ' ένα τραπεζάκι με ρόδες, που το έσπρωχνε ο υπηρέτης με τη λιβρέα. Ο υπηρέτης φορούσε άσπρα γάντια κι έπαιρνε με τις ασημένιες τσιμπίδες της ζάχαρης τα καρβουνάκια που θα άναβαν το σαμοβάρι.
Αναδύθηκε μια βρώμα σαν από μικρή ατμομηχανή.
Ο Τούντα χρειάστηκε τότε να εξηγήσει πώς χρησιμοποιείται το σαμοβάρι. Στη Ρωσία δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει, όμως δεν το ομολόγησε, εμπιστεύτηκε τη διαίσθησή του.
Στο μεταξύ είδε πολλά εβραϊκά σκεύη στο δωμάτιο, καντήλια, αγιοπότηρα, παπύρους της Τορά.
"Έχετε ασπαστεί τον εβραϊσμό;" ρώτησε. (σελ. 88, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς. Εκδόσεις Οδυσσέας, 1984)
Ο Ροτ επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι το σαμοβάρι είναι ρωσική λέξη. самовар σημαίνει "αυτό που βράζει από μόνο του". Για τον Γκέοργκ ο Φραντς είναι πια ένα είδος Ρώσου. Ακόμα και για τον αδερφό του έχει γίνει ένας άλλος, ένας ξένος. Το σαμοβάρι γίνεται σύμβολο, καθώς βεβηλώνεται -μαζί με άλλα αντικείμενα- από τον Γκέοργκ, ο οποίος τα αγοράζει από εξαθλιωμένους πρόσφυγες, όπως παρατηρεί ο Francesco Orlando στο βιβλίο Obsolete Objects in the Literary Imagination: Ruins, Relics, Rarities (σελ. 25).
Καθώς διαβάζω, συνειδητοποιώ ότι ο Αυστριακός Ροτ τοποθετεί το όριο: γνωρίζει τι είναι το σαμοβάρι, αλλά το καταχωρίζει στον ρωσικό πολιτισμό, εκεί όπου έχει φυλακιστεί οριστικά πια ο άπατρις Τούντα, που είναι ο ίδιος ο Ροτ. Το χρησιμοποιεί και ως σύμβολο αποξένωσης. Παράλληλα με την πλοκή ακολουθώ τη δική μου ανάγνωση, την αναζήτηση μιας λέξης που έχει ξεκινήσει από τον Τολστόι, έχει περάσει από τον Μανέα και έχει συνδεθεί με μια άλλη αναζήτηση, του Αβερρόη, μέσα στον Μπόρχες. Περιμένω πραγματικά πως θα μάθω τι είναι, αλλά ο Ροτ με απογοητεύει ή μάλλον με διδάσκει ότι η λογοτεχνία, όπως όλα τα κείμενα, είναι ένα ταξίδι μέσα σε ένα δάσος, δεν γνωρίζουμε όλα όσα θα συναντήσουμε στην πορεία, ακολουθούμε μονοπάτια που διακλαδώνονται, βγαίνουμε σε ένα ξέφωτο έχοντας περισσότερη γνώση, ακόμα και με τη μορφή των αποριών. Η έλλειψη απάντησης δεν είναι μία υστέρηση, γιατί, ακόμα και με την άγνοια του σημαινομένου της λέξης σαμοβάρι, το αντικείμενο έχει ήδη αποκτήσει συμβολισμό και περιεχόμενο από τα κείμενα στα οποία εμφανίζεται.
Ήρθε η ώρα να ανοίξω το λεξικό: στο ΛΚΝ διαβάζω ότι είναι "μεταλλική συσκευή, συνήθ. χάλκινη, για την παρασκευή του τσαγιού, που χρησιμοποιείται κυρίως στη Ρωσία".

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Το τανκς του Πολυτεχνείου

Θυμάμαι αμυδρά τις σχολικές γιορτές τού Πολυτεχνείου στις οποίες μάς αφηγούνταν πώς μπήκε το τανκς στο Πολυτεχνείο την 17η Νοεμβρίου 1973. Είμαι βέβαιος πως άκουγα τη λέξη τανκς, ακριβώς έτσι, tanks, δανεισμένη από τον πληθυντικό της αντίστοιχης αγγλικής λέξης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν επικράτησαν στη χρήση ο ενικός το τανκ και ο πληθυντικός τα τανκς. Η ηγεμονική θέση τής αγγλικής γλώσσας και η διεύρυνση της γνώσης της στους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής εισάγουν -εκτός από γλωσσικά δάνεια- και στοιχεία της μορφολογίας της.   
Διαφορετικά λεξικά χειρίζονται αυτή τη γλωσσική πραγματικότητα με διαφορετικούς τρόπους. Αν κάποιος αναζητήσει τη λέξη τανκς στο ΛΚΝ, θα διαπιστώσει πως χαρακτηρίζεται άκλιτο (το τανκς, του τανκς, τα τανκς, των τανκς) και πως δεν υπάρχει τύπος τανκ για τον ενικό. Το ΛΝΕΓ (β' έκδοση, σελ. 1738), προσπαθώντας να περιγράψει με περισσότερη ακρίβεια τη χρήση της λέξης, έχει τον τύπο τανκ(ς) στην κεφαλή του λήμματος. Το ΝΕΛ (σελ. 1332) ακολουθεί την κλίση της λέξης με βάση την αγγλική γλώσσα και καταγράφει ενικό τανκ και πληθυντικό τανξ και τανκς. Το ίδιο κάνει και με το ακριβώς προηγούμενο λήμμα: τάνκερ, πληθ. τάνκερς. Το ΜΕΛ δίνει και αυτό διαφορετικό πληθυντικό (τανκς). Το επίτομο λεξικό Δημητράκου (ΕΛΕΓ) ήδη από το 1957 δίνει διαφορετικούς τύπους για τον ενικό και τον πληθυντικό του λήμματος τανκ, αν και χαρακτηρίζει άκλιτο το λήμμα τάνκερ (σελ. 1313), όπως και τα κλομπ (σελ. 795), τσιπ (σελ. 1352). Ωστόσο, στο λήμμα σεντ δίνει πληθυντικό σεντς (σελ. 1219).
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αν οι ξένες λέξεις κουβαλάνε μαζί τους τη μορφολογία της γλώσσας προέλευσης, σε τι βαθμό συμβαίνει αυτό και αν μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιον κανόνα που να καθορίζει τον δανεισμό μορφολογικών στοιχείων μαζί με το λεξιλόγιο που έχουμε δανειστεί και συνεχίζουμε να δανειζόμαστε.
Στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα ρεπόρτερ (σελ. 1536), ο συντάκτης του λεξικού Μπαμπινιώτη δίνει την οδηγία ότι πρέπει να αποφεύγεται η μεταφορά της μορφολογίας της αγγλικής στην ελληνική:  
Παρατηρείται και εδώ ότι θα πρέπει να αποφεύγονται σχηματισμοί αγγλικού πληθυντικού ρεπόρτερς (!), γιατί τέτοιες δάνειες λέξεις που λήγουν σε σύμφωνα τα οποία δεν υπάρχουν στο σύστημα της Ελληνικής, δεν σχηματίζουν πληθυντικό. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις όπως κομπιούτερ, πληθ. οι κομπιούτερ, όχι κομπιούτερς, γκάνγκστερ, όχι οι γκάνγκστερς. Ομοίως, πρέπει να αποφεύγονται πληθ. τσάρτερς, τάνκερς, κ.τ.ό.
Τις ίδιες ιδέες διατυπώνει και στο Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής (2014, σελ. 740) και προχωρά στο να χαρακτηρίσει «επίδειξη αγγλομάθειας» τη χρήση του κλιτικού συστήματος της αγγλικής γλώσσας
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σχεδόν αποκλειστικά σε λέξεις της Αγγλικής και σπανιότερα σε λέξεις από άλλες γλώσσες (πβ. κοντσέρτι, μπράβι, κ.ά.). Αυτό πιθανώς εξηγείται από την ευρεία διάδοση της Αγγλικής στην ελληνική κοινωνία ως πρωτεύουσας ξένης γλώσσας και από τη διαπιστωμένη τάση επίδειξης αγγλομάθειας πολλών Ελλήνων ομιλητών.
Το φαινόμενο της χρήσης του πληθυντικού της αγγλικής γλώσσας (-s) είναι το κυριότερο περιστατικό δανεισμού της μορφολογικών στοιχείων ξένης γλώσσας (ωστόσο υπάρχει και ο πληθυντικός του μπάρμαν: Ένωση Μπάρμεν Ελλάδος). Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν λέξεις δάνειες από τη λατινική: συχνά διαβάζουμε για κόρπορα κειμένων (πληθυντικός του κόρπους), για διεθνή φόρα (πληθυντικός του φόρουμ), που ακολουθούν πιστά την αντίστοιχη πρακτική της αγγλικής γλώσσας, ενώ ο Καρυωτάκης έγραψε τον πληθυντικό του κονσόρτσιουμ στο ποίημα Στο Άγαλμα της Eλευθερίας που φωτίζει τον κόσμο: «Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι». Ωστόσο αυτή η πρακτική δεν είναι γενικευμένη, καθώς δεν έχουμε αντίστοιχους πληθυντικούς για άλλες λατινικές λέξεις, όπως πόντιουμ, μεμοράντουμ, άλμπουμ, μέντιουμ. Παρόμοια συμμόρφωση με τον κλιτικό σύστημα άλλων γλωσσών εντοπίζουμε σε ορισμένες έθνικ συνταγές (π.χ. τορτίγιας) και επίσης μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα ΜΜΕ, ειδικά σε άρθρα σχετικά με την οικονομία, όπου επικρατεί η τάση να κλίνονται τα νομίσματα των ξένων κρατών, όπως το βραζιλιανικό ρεάλ, το οποίο στον πληθυντικό λέγεται ρεάις, το βουλγαρικό λεβ (πληθ.: λέβα) και το ρουμανικό και μολδαβικό λέου (πληθ. λέι). Για παράδειγμα, στο λήμμα για το βραζιλιανικό ρεάλ η ελληνική βικιπαίδεια κλίνει τόσο το ρεάλ, όσο και την υποδιαίρεσή του, το σεντάβος: «Ακολούθησε η κυκλοφορία δεύτερης σειράς κερμάτων, το 1998, των 1 και 5 σεντάβος [...] το Δεκέμβριο του 2005, σταμάτησε η παραγωγή των κερμάτων του 1 σεντάβο».
Μολονότι ήδη έχει φανεί πως η χρήση του πληθυντικού ξένων γλωσσών στις δάνειες λέξεις δεν είναι ούτε καθιερωμένη ούτε καθολική, χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να γενικευτεί η χρήση του πληθυντικού της αγγλικής στα δάνεια από αυτή τη γλώσσα; Η απάντηση είναι κατηγορηματική: όχι. Ο κύριος λόγος είναι πως ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει το κλιτικό σύστημα της αγγλικής (της ισπανικής, της πορτογαλικής κλπ.) προκειμένου να χρησιμοποιεί τις δάνειες λέξεις. Επιπλέον, είναι πρακτικά αδύνατο να χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό για όλες τις αγγλικές λέξεις που έχουμε δανειστεί. Δεν είναι δυνατό να εισαχθεί ο πληθυντικός της αγγλικής για να χρησιμοποιηθεί σε λέξεις όπως σάντουιτς, φαξ, τοστ, τεστ, φλας, πάρκινγκ, πάρτι, ματς, άουτ, κλόουν, σκετς, σαφάρι, σοκ, κόουτς, στάτους. Σε μία περίπτωση μάλιστα, στη λέξη chip, ο ενικός και ο πληθυντικός συνεπάγονται σημασιολογική διαφοροποίηση: το τσιπ είναι στον υπολογιστή, ενώ τα τσιπς τα τρώμε.
Είναι ξεκάθαρο πως, έστω και σε περιορισμένο λεξιλόγιο, η γνώση της αγγλικής επηρεάζει τη χρήση των δανείων λέξεων. Ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής συνειδητοποιεί πως είναι ξένες λέξεις και χρησιμοποιεί το κλιτικό σύστημα της γλώσσας προέλευσης. Αντιθέτως, κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις που τις έχουμε δανειστεί όπως είναι στον τύπο του πληθυντικού, αλλά στην ελληνική αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε και στον ενικό: Ρομά (πληθυντικός του Ρομ), σεραφείμ, χερουβείμ, ρουμπαγιάτ, ταλιμπάν, μουτζαχεντίν, φενταγίν, παπαράτσι, πιράνχας, μακαρόνι, κανελόνι, παντελόνι, σπαγγέτι, φαλάφελ, ατζέντα, όπερα, ουλεμάς, άρμα, είναι πληθυντικοί και κανείς δεν επιχειρεί να πει ή να γράψει στον ενικό  ο μουτζαχίντ, το σπαγγέτο.
Το φαινόμενο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες: στη σύγχρονη τουρκική υπάρχουν λέξεις που έχουν εισέλθει ως δάνεια μέσω της ελληνικής, αλλά στον τύπο του πληθυντικού: karides σημαίνει καρύδα, patates σημαίνει πατάτα, domates σημαίνει ντομάτα και muşmula σημαίνει μούσμουλο. Ίσως οι Έλληνες μανάβηδες, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους στα ελληνικά, συνέβαλαν ώστε οι λέξεις να εισαχθούν στην τουρκική με τον τύπο του πληθυντικού. Στην τουρκική, βέβαια, ο πληθυντικός σχηματίζεται κανονικά, με βάση το κλιτικό σύστημα της γλώσσας: karidesler, patatesler, domatesler, muşmulalar.
Αν και η γλωσσολογία επιχειρεί να περιγράψει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίσει, η ιδέα του κανόνα υπάρχει στη συνείδηση του ομιλητή. Το λεξικό μπορεί να συντάσσεται ως μία περιγραφή της γλώσσας, αλλά φτάνει στα χέρια ενός αναγνώστη που το διαβάζει ως εγχειρίδιο που ρυθμίζει τη γλώσσα. Από αυτή την άποψη, του αναγνώστη που αναζητά τη σωστή χρήση σε ένα λεξικό, προκαλεί αμηχανία η οδηγία ότι το τανκ έχει πληθυντικό τανκς, αλλά το σάντουιτς δεν έχει.
Ωστόσο οι οδηγίες των λεξικών και των γλωσσικών εγχειριδίων δεν έχουν απόλυτη ισχύ: η ίδια η γνώση μιας ξένης γλώσσας, όπως είδαμε, μπορεί να λειτουργεί ρυθμιστικά για τον ομιλητή ώστε εκείνος να αγνοεί τις υποδείξεις του λεξικού Μπαμπινιώτη και να γράφει τραγούδια με στίχους όπως «συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί». Από τη μια οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να εμποδίσουν τη χρήση του αγγλικού πληθυντικού (-s) δεν μπορούν να αλλάξουν τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά  από την άλλη ούτε η συμμόρφωση των Ελλήνων προς τη νόρμα της αγγλικής δεν μπορεί να επιβάλει καθολικά τη χρήση του. Οι σποραδικές περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται ο αγγλικός πληθυντικός παραμένουν ως τεκμήρια της ισχύος της αγγλικής γλώσσας και ίσως ως ένα στάδιο πριν την πλήρη ελληνοποίηση των δανείων, αλλά αυτό θα το δείξει ο χρόνος.
Ένα παρόμοιο φαινόμενο -σε πολύ μεγαλύτερη έκταση- επηρέασε την εξέλιξη της τουρκικής γλώσσας και είναι πολύ χρήσιμο για να συνειδητοποιήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν τον δανεισμό. Κατά τη μετακίνηση των τουρκικών φύλων προς τη δυτική Ασία ο εξισλαμισμός τους, η υιοθέτηση του περσικού αλφαβήτου και η κατάκτηση της Περσίας οδήγησαν στην πολιτιστική κυριαρχία της περσικής γλώσσας και ακολούθως της αραβικής. Οι Σελτζούκοι χρησιμοποίησαν την περσική ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, ενώ οι Οθωμανοί δανείστηκαν όχι μόνο το λεξιλόγιο της αραβικής και της περσικής, αλλά και πολλά μορφολογικά στοιχεία. Η επίσημη οθωμανική τουρκική θεωρείτο πιο εκλεπτυσμένη όσο περισσότερα αραβικά και περσικά στοιχεία υιοθετούσε. Ο G. L. Lewis στο βιβλίο του Turkish Grammar προσπαθώντας να δώσει ένα ανάλογο παράδειγμα στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιεί τη λατινική και γράφει: «είναι σαν να λέγαμε όχι "for obvious reasons", αλλά "for rationes obviae", ή "what is the conditio of your progenitor reverendus?" αντί για "how's your father?" (σελ. XX, 1967).
Το παράδειγμα της οθωμανικής τουρκικής είναι χρήσιμο, επειδή δείχνει πώς η στάση των ομιλητών και το πολιτισμικό κύρος επέβαλαν την πληθώρα των αραβοπερσικών λεξιλογικών και μορφολογικών δανείων. Ωστόσο, αυτό που θεωρείτο στην οθωμανική εποχή δείκτης υψηλού μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου, καταδιώχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα και τα τουρκικά των αγροίκων, τα kaba Türkçe, πήραν τη θέση της «καλής τουρκικής».
Η στάση των φυσικών ομιλητών της ελληνικής είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε και χρησιμοποιούμε τα δάνεια. Η εφαρμογή της αγγλικής μορφολογίας (το τανκ, τα τανκς), η απόρριψή της (το τανκς) και η απόρριψη των δανείων λέξεων (το τεθωρακισμένο / το άρμα μάχης) φανερώνουν γλωσσικές ιδεολογίες και στάσεις και επηρεάζουν τη γλώσσα μας. Η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να διατυπωθεί κάποιος κανόνας είναι πως αντί για έναν κανόνα έχουμε στη διάθεσή μας ένα φάσμα επιλογών (ή κανόνων) που μπορούμε να επιλέξουμε ανάλογα με τη δική μας άποψη για τη γλώσσα και να εφαρμόσουμε ανάλογα με την περίσταση.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Λαϊκές ετυμολογίες: το τρυπησόνι

Ένα πολύ συνηθισμένο παιχνίδι των παιδιών είναι να κοιτάνε τα σύννεφα και να ανακαλύπτουν σχήματα ζώων ή πραγμάτων.  Καθώς τα σύννεφα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, τα σχήματα δεν μένουν ποτέ ίδια και το παιχνίδι έχει συνέχεια ενδιαφέρον. Αν και αυτό μάς φαίνεται παιδικό παιχνίδι και το απορρίπτουμε ως προϊόν φαντασίας, ωστόσο οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούμε ότι και οι αστερισμοί είναι δημιούργημα της ίδιας φαντασίας. Oι αστερισμοί βασίζονται στην αυθαίρετη υπόθεση ότι τα αστέρια βρίσκονται σε συγκεκριμένη διάταξη στην ουράνια σφαίρα ώστε να δημιουργούν σχηματισμούς. Όμως οι αστερισμοί που βλέπει ο Οδυσσέας αφήνοντας την Καλυψώ και το νησί της, ο Βοώτης, οι Πλειάδες, η Άρκτος (ε 272-4), δεν έχουν τα ίδια ονόματα στην αστρονομία άλλων πολιτισμών, αν και έχουν καθιερωθεί στη σύγχρονη επιστημονική αστρονομία. Διαφορετικοί λαοί φαντάστηκαν διαφορετικά σχήματα στον ουρανό.
Την ίδια φαντασία επιστρατεύει ο άνθρωπος και στη γλώσσα, γιατί πάντα αναζητεί να ερμηνεύσει το άγνωστο έχοντας ως βάση κάτι που του είναι οικείο. Κάθε λέξη η οποία δεν βγάζει νόημα ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται κατανοητή. Στο αυτοβιογραφικό Τότε που ζούσαμε ο Ασημάκης Πανσέληνος αφηγείται πώς ο απλός λαός στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, είχε συνδέσει το ραντεβού με τον έρωτα και με την ανηθικότητα:
Οι Μυτιληνιοί αν ήταν να πληρώσουν για κάτι, θα προτιμούσαν να δουν καμιά ζωντανή θεατρίνα, από τους θιάσους που ξόριαζαν πού και πού κατακεί. Η διασκέδαση δεν είχε πάρει ακόμα τα νόμιμα δικαιώματά της στη ζωή. Δεν ήταν πάντα τίτλος τιμής. Η λέξη ραντεβού έμοιαζε λίγο με αισχρολογία! Ο Αντώνης ο Πρωτοπάτσης άκουσε κάποτε να την λεν ερωντεβού. Την επαναλάβαινε σε κάθε ευκαιρία και ξεραινόταν στα γέλια.
Στη σεμνότυφη κοινωνία της Μυτιλήνης του α ́ μισού του 20 ου αι. η γαλλικής προέλευσης λέξη ραντεβού είχε συνδεθεί αποκλειστικά με τις ερωτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα κάποιοι να υποθέσουν ότι παράγεται από τη λέξη έρωτας και να τη μετατρέψουν σε ερωντεβού, ώστε να είναι μορφολογικά εγγύτερα στην υποτιθέμενη ετυμολογία της. Ο μέσος ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει γλωσσολογική κατάρτιση και πολύ περισσότερο δε γνωρίζει την ορθή ετυμολογία των λέξεων· η άγνοιά του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επανερμηνευτούν ελεύθερα και να υποστούν αλλαγές στη μορφή και τη σημασία λέξεις άγνωστες προκειμένου να γίνουν σημασιολογικά διαφανείς. H διαδικασία κατά την οποία ο ομιλητής μιας γλώσσας επανερμηνεύει μία απαρχαιωμένη ή ξένη λέξη και την εξομαλύνει αλλάζοντας τη μορφή ή τη σημασία της βάσει μίας γνωστής σε αυτόν λέξης ονομάζεται λαϊκή ετυμολογία.
Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γερμανικού όρου Volksetymologie, τον οποίο εισηγήθηκε το 1852 ο Ernst Föstermann (1822-1906) με άρθρο αφιερωμένο στη γερμανική λαϊκή ετυμολογία, αντιδιαστέλλοντάς τον με τη «λόγια ετυμολογία», η οποία βασίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Περίπτωση λαϊκής ετυμολογίας που έχει επικρατήσει στην ελληνική είναι π.χ. το αγιόκλημα, του οποίου η παλαιότερη μορφή *αιγόκλημα (λατινικά: caprifolium, γαλλικά: chèvrefeuille) είχε καταστεί σημασιολογικά αδιαφανής, επειδή η λέξη που χρησιμοποιείτο ως πρώτο συνθετικό (αἴξ , αἰγ-ός) είχε πέσει σε αχρηστία (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 53). Με τον ίδιο τρόπο επανερμηνεύτηκε η ιταλική λέξη poltrona, η οποία, όταν εισήχθη στην ελληνική γλώσσα, έγινε πολυθρόνα, επειδή συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 1445). Το φαινόμενο δεν είναι περιορισμένο, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές λέξεις που υπέστησαν αλλαγές λόγω κάποιας παρετυμολογικής σύνδεσης, και είτε θεωρούνται εσφαλμένοι τύποι, όπως το επίθετο ανθηρόστομος, το οποίο καταγράφεται ως παρεφθαρμένος τύπος του επιθέτου αθυρόστομος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 186), είτε εκτόπισαν τους αρχικούς, όπως το αυτόζυμο, που έχει καθιερωθεί να λέγεται εφτάζυμο στα νέα ελληνικά (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 702).
Πολλές λέξεις σχηματίζονται στηριγμένες σε κάποια λαϊκή παρετυμολογία, αλλά συχνά έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής, παραμένουν κυρίως στον προφορικό λόγο και κατά κανόνα δεν καταγράφονται στα λεξικά, όπως το ερωντεβού του Πανσέληνου. Μία παρόμοια περίπτωση είναι το τρυπησόνι. Η λέξη υπάρχει στο επίτομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας (ΕΛΕΓ) του 1957, αλλά όχι στο ΜΛΕΓ, του οποίου αποτελεί επιτομή. Δεν υπάρχει σε κανένα από τα νεότερα λεξικά, ούτε στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης του Σταματάκου (ΛΝΕΓΣ), ωστόσο το έχει καταγράψει και ο Ν. Π. Ανδριώτης στο ετυμολογικό λεξικό του (σελ. 263, 1951). Αποτελεί  παρετυμολογική απόδοση του γαλλικού tirebouchon, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά και με τη λόγια λέξη εκπώμαστρο.
Η καταγραφή του τρυπησονιού στο λεξικό δείχνει τον αυθόρμητο μηχανισμό της λαϊκής παρετυμολογίας, ενώ παράλληλα αποτελεί και ένα στιγμιότυπο της γλωσσικής αλλαγής. Αρχικά η λέξη tirebouchon, επειδή ήταν σημασιολογικά σκοτεινή, συνδέθηκε με το τρυπώ και έτσι προέκυψε το τρυπησόνι. Παράλληλα με αυτή, χρησιμοποιείτο (από ομιλητές που είτε είχαν γνώση της γαλλικής γλώσσας, είτε γνώριζαν την προέλευση της λέξης) και ο τύπος που είναι πιο κοντά στη γαλλική λέξη, το τιρμπουσόν, ο οποίος τελικά κυριάρχησε. Δεν συνέβη προφανώς το ίδιο και στην περίπτωση της πολυθρόνας. Αν και πρόκειται για πανομοιότυπες περιπτώσεις, η πορεία των λέξεων ήταν διαφορετική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η εξέλιξη ερμηνεύεται από την τάση των ομιλητών μίας ξένης γλώσσας να μεταφέρουν στη μητρική τους γλώσσα τη φωνολογία και τη μορφολογία των λέξεων που δανείζονται. Αυτό εξηγεί και την επικράτηση παρετυμολογιών από δάνεια άλλων γλωσσών, όπως το συντριβάνι (το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το ρήμα συντρίβω, αλλά προέρχεται από την περσική λέξη sadirvan) και η πέστροφα (που συνδέει με το ρήμα επιστρέφω τη βουλγαρική [pustruva] Пъстърва, ίσως επειδή ορισμένα είδη πέστροφας ζουν στη θάλασσα και επιστρέφουν στα ποτάμια για να αναπαραχθούν).

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Όταν η πολιτική ορθότητα λεξικογραφεί


Η Kaya Day είναι υπεύθυνη παραγωγής σε μια εταιρεία που οργανώνει εκδηλώσεις για το νεανικό κοινό τού Λος Άντζελες. Πρόσφατα πρωταγωνίστησε σε μία ακόμη διαμαρτυρία εναντίον (διαδικτυακού) λεξικού, η οποία έγινε είδηση στο BBC και μεταδόθηκε επίσης από το Euronews. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όλα ξεκίνησαν όταν αναζήτησε στο Thesaurus.com συνώνυμα των επιθέτων masculine και feminine. Τα αποτελέσματα την απογοήτευσαν και την οδήγησαν στο να γράψει μία ανοιχτή επιστολή στην οποία διαμαρτυρόταν αφενός επειδή τα συνώνυμα του επιθέτου masculine ήταν δυσανάλογα περισσότερα και αφετέρου επειδή τα συνώνυμα που προτείνονταν για το επίθετο feminine δεν αντιστοιχούσαν σε θετικές ιδιότητες. Στη συνέντευξη που έδωσε στο BBC δήλωσε πως έβρισκε υπερβολικά προσβλητικά συνώνυμα όπως soft και dainty, αφού «υπάρχουν τόσες δυνατές, γενναίες γυναίκες που έχουν περάσει τόσα πολλά». Έτσι αποφάσισε να βοηθήσει προτείνοντας η ίδια κάποια συνώνυμα (χωρίς να κάνει έρευνα, προφανώς): intuitive, compassionate, caring, thoughtful, maternal, patient,  sensual, empathetic, vulnerable, beautiful, radiant, sensitive, malleable.


Το κατά πόσο είναι βάσιμες οι αιτιάσεις κατά τού διαδικτυακού λεξικού είναι ένα θέμα ενδιαφέρον, αλλά εν προκειμένω δευτερεύον. Δεν είναι δυνατό να συζητηθεί επιστημονικά μία πρόταση για αλλαγές, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν έρευνας, αλλά από τα αισθήματα μιας χρήστριας του λεξικού, η οποία ένιωσε προσβεβλημένη. Η σύνταξη λεξικών δεν γίνεται -ή τουλάχιστον δεν πρέπει να γίνεται- με βάση τα συναισθήματα των χρηστών του. Η λεξικογραφία έχει ως έργο της την αποτύπωση της γλωσσικής πραγματικότητας, επομένως τα προϊόντα της δεν γίνεται να κρίνονται με βάση την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ισότητα των φύλων, την υπεράσπιση του έθνους και της θρησκείας ή οποιασδήποτε άλλης ιδεολογίας. Το ζητούμενο είναι η περιγραφή και όχι η ρύθμιση της γλώσσας.


Το λεξικό είναι υποχρεωμένο να συμπεριλάβει και πολλές λέξεις, σημασίες ή παραδείγματα που προσβάλλουν, εφόσον καταγράφουν τη γλωσσική πραγματικότητα. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το ΛΚΝ, το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στο διδίκτυο. Η λέξη Εβραίος έχει τη σημασία: 2. (μτφ., μειωτ.) για άνθρωπο υπερβολικά φιλάργυρο και γι΄ αυτό σκληρό και ανάλγητο στις οικονομικές ή εμπορικές συναλλαγές του· (πρβ. τσιγκούνης, τσιφούτης). Αυτό δεν καθιστά αντισημίτη τον λεξικογράφο, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να καταγράψει τη σημασία.
Υπάρχουν επίσης λέξεις όπως πουστιά και γυφτιά, που αποτυπώνουν γλωσσικά τις αρνητικές αντιλήψεις που επικρατούν σχετικά με τους ομοφυλόφιλους και τους Ρομά. Στο λήμμα γυναίκα η τρίτη σημασία είναι: γυναίκα που βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού ή που κρατάει τα παιδιά. Επιπλέον, υπάρχουν τα ενδολήμματα γυναικούλα και γυναικάκι, τα οποία έχουν σαφώς αρνητική σημασία. Τις ίδιες λέξεις και σημασίες θα βρούμε και στα υπόλοιπα σύγχρονα λεξικά.
Υπάρχει η αντίληψη -που θυμίζει το δυστοπικό 1984 του Όργουελ- ότι είναι δυνατό και επιτρεπτό να τεθούν όρια στο τι μπορεί να καταγραφεί σε ένα λεξικό. Πιστεύεται ότι αυτό θα επηρεάσει το πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα και εν τέλει θα συνεισφέρει στην κοινωνική αλλαγή. Αυτό δεν επιβεβαιώνεται, όμως. Το νομιμοποιητικό κύρος του λεξικού δεν μπορεί από μόνο του να φέρει αλλαγή.
Ένα χρήσιμο παράδειγμα είναι η έκδοση του ΛΝΕΓ, η οποία το 1998 είχε προκαλέσει αντιδράσεις, κυρίως λόγω της σημασίας του λήμματος Βούλγαρος, και η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια. Το λεξικό αποσύρθηκε και επανακυκλοφόρησε, αφού αποσύρθηκαν πολλές επίμαχες σημασίες (και ασφαλώς η σημασία που ταύτιζε το εθνωνύμιο Βούλγαρος με τους οπαδούς και τους παίκτες ομάδων της Θεσσαλονίκης). Η πραγματικότητα όμως δεν αλλάζει με το να γίνονται συστάσεις στα λεξικά, αν και αυτά, ως εμπορικά προϊόντα, είναι ευάλωτα σε τέτοιου είδους σταυροφορίες. Λίγες μέρες πριν, στις 25 Φεβρουαρίου 2018, οπαδοί του ΠΑΟΚ εισέβαλαν στο γήπεδο της Τούμπας λίγο πριν την έναρξη του αγώνα με τον Ολυμπιακό κρατώντας μία μεγάλη σημαία της Βουλγαρίας στις λωρίδες της οποίας είχε γραφτεί: PAOK / GATE 4 / BULGARIA. Είκοσι χρόνια μετά την έκδοση του λεξικού με την επίμαχη σημασία, ο χαρακτηρισμός επανήλθε στο προσκήνιο από οπαδούς του ΠΑΟΚ.
Είναι σαφές πως δεν αποκλείεται ένα λεξικό να περιλαμβάνει ρατσιστικές σημασίες ή σεξιστικά παραδείγματα. Αυτό όμως πρέπει να αποδειχθεί και όχι να γίνεται κάτω από τη σημαία οποιουδήποτε ακτιβισμού. Το βέβαιο είναι πως η ισότητα δεν εξυπηρετείται με το να προτείνουμε συνώνυμα στα λεξικά. Ο ακτιβισμός αυτής της μορφής φέρνει φήμη στους ακτιβιστές, χρησιμεύει ως διαφήμιση, αλλά προκαλεί βλάβη, επειδή νομιμοποιεί τη λογοκρισία.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Crãnõn, τανῦν Σαρλίκι

Η μετονομασία τοπωνυμίων στην Ελλάδα είναι μία διαδικασία με την οποία οι περισσότεροι Έλληνες είμαστε εξοικειωμένοι. Σε κάθε περιοχή υπάρχει κοντά στο επίσημο όνομα και ένα όνομα που γνωρίζουν οι ντόπιοι, ειδικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, το οποίο συνήθως ακούγεται σλαβικό, τούρκικο ή αρβανίτικο. Κάθε παλαιά ονομασία, αφότου έχασε το καθεστώς της επίσημης, απαξιώθηκε και έκτοτε χρησιμοποιείται συνήθως σκωπτικά. Στην εξαιρετική νουβέλα Άγημα τιμών ο Νίκος Βασιλειάδης σατιρίζει τις μετονομασίες: «Η Ντάροβα κείται εν μέσω κάμπου [...] κατά την ονοματοδοσίαν των Νέων Τόπων μετά την Απελευθέρωσιν, το κεφαλοχώρι τους ανεβαπτίσθη επί το ελληνοπρεπέστερον εις Κεχρόκαμπον, όπερ δεν είναι και τίποτε περισσότερο από την μετάφραση του αρχαιοτάτου τουρκικού του ονόματος. [...] Οι δε νεόκοποι Κεχροκαμπίτες, εις πείσμα πάσης ιστορικής αλλαγής, συνέχισαν να επιγράφουν τα γράμματα και τα λοιπά χαρτιά τους όπως εκ παραδόσεως αυτοί ήξεραν: "Εν Δαρόβη τη..."» (σελ. 7-9, Εκδόσεις Νεφέλη, 1990).
Λατινοελληνικό Τσακαλώτου
Συνήθως τα προηγούμενα τοπωνύμια σώζονται όχι μόνο στην προφορική παράδοση και τη μνήμη των ντόπιων, αλλά και σε γραπτά κείμενα παλαιότερων εποχών. Πολλά από αυτά τα κείμενα είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα, της οποίας η επισημότητα βρίσκεται σε κωμική αντίθεση με τη λαϊκή ονομασία κάποιου τόπου. Γράφει ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής: «παρεπλεύσαμεν πρώτον την ξηρόνησον Λειψοκουτάλαν, την αρχαίαν Ψυττάλειαν, εφ' ης κατά την μεγάλην ναυμαχίαν ην τεταγμένος ο Αριστείδης» (Εκδρομή εις Πόρον). Στην εποχή του η ονομασία Ψυττάλεια ήταν απλώς ένα ένδοξο όνομα της αρχαιότητας κι έπρεπε να το αναφέρει στον αναγνώστη του, ο οποίος δεν γνώριζε παρά μόνο τη Λειψοκουτάλα.
Με ανάλογη επισημότητα ανακοινώνονται οι παλαιές ονομασίες και σε δύο λεξικά του 19ου αιώνα, τα λατινοελληνικά λεξικά του Κουμανούδη και του Τσακαλώτου, τα οποία, επειδή η λατινική είναι μια νεκρή γλώσσα, έχουν το προτέρημα να χρησιμοποιούνται ακόμα και τώρα ως έγκυρα και να κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία.
Λατινοελληνικό Κουμανούδη
Το λεξικό του Στέφανου Κουμανούδη (1818-1899) εκδόθηκε το 1854 για πρώτη φορά και στηρίχτηκε στο λεξικό του Γερμανού Ενρίκου Ουλερίχου (1834), που ήταν ο πρώτος καθηγητής της Λατινικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Γραμμένο για τους Έλληνες φοιτητές του 19ου αιώνα, προσπαθεί να τους κατατοπίσει σχετικά με τις  αντιστοιχίες των λατινικών τοπωνυμίων με τα σύγχρονα. Έτσι, για παράδειγμα, στο λήμμα Halys μάς ενημερώνει: Άλυς, ποταμός Ασίας, τανύν Κηζήλ Ερμάκ, ενώ στο λήμμα Hymettum: Υμηττός, όρος Αττικής, τανύν Τρελλός.
Την πρακτική του λεξικού Ουλερίχου-Κουμανούδη τη γενικεύει ο Τσακαλώτος στο δικό του: Lutetia τανύν Paris, Monoeci τανύν Monaco, Mutina τανύν Modena. Στα ευρωπαϊκά τοπωνύμια οι οδηγίες είναι κατατοπιστικές ακόμη και σήμερα, όχι όμως σε πολλά από τα τοπωνύμια του ελλαδικού χώρου, στα οποία ο σημερινός αναγνώστης βλέπει να ξαναζωντανεύουν ονομασίες της οθωμανικής εποχής. Όταν εκδίδεται το λεξικό, η Ελλάδα φτάνει μέχρι τη Θεσσαλία. Η Ήπειρος και η Μακεδονία έχουν τις ονομασίες που χρησιμοποιούν οι Οθωμανοί, ενώ οι μετονομασίες δεν έχουν καν αρχίσει στη Θεσσαλία, που έγινε ελληνική το 1881. Έτσι, στο λήμμα Haliacmon μάς πληροφορεί: Αλιάκμων ποταμός Μακεδονίας, τανύν Βιστρίτσα. Κι ακολουθούν πολλές ονομασίες: Dyme πόλις Αχαΐας, τανύν Καμινίτσα, Peparethus, Πεπάρηθος, τανύν Σκόπελος, Olearos τανύν Αντίπαρος, Pitane, Πιτάνη, πόλις της Ελάσσονος Ασίας τανύν Santarlik, και Hymettus, Υμηττός, όρος Αττικής, τανύν Τρελλός. Με την εξαίρεση της Σκόπελου και της Αντίπαρου τα άλλα τοπωνύμια έχουν αλλάξει.
Το ΦΕΚ της μετονομασίας του Χατζηλάρ σε Κραννώνα

Η προσπάθειά του να εντοπίσει στον χώρο τη σύγχρονη θέση αρχαίων τοπωνυμίων συνοδεύεται και από λάθη. Για παράδειγμα, γράφει: Cranon, Κρανών, πόλις Θεσσαλίας, τανύν Σαρλίκι. Όμως ο οικισμός Σαρλίκι ή Ισαρλίκ, αν και βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή, δεν ταυτιζόταν με την αρχαία Κραννώνα και μετονομάστηκε σε Παλιοκκλήσι στις 4 Νοεμβρίου 1927, ενώ ο οικισμός που θεωρήθηκε συνέχεια της αρχαίας Κραννώνας ήταν το Χατζηλάρ, που πήρε το αρχαίο όνομα στις 20 Απριλίου 1919. Παρόμοιο λάθος κάνει και με την Αλίαρτο: Αλίαρτος, τανύν Μάτσι γράφει, αλλά η σημερινή Αλίαρτος είναι στη θέση των οικισμών Μούλκι και Κριμπάς.
Η αβεβαιότητα για την ακριβή θέση των αρχαίων τοπωνυμίων, η οποία αποκαλύπτεται σε εμάς μέσα από τα λάθη και τις ασυμφωνίες, αναδεικνύει τη βεβαιότητα των παλαιών ονομασιών: τον καιρό του Ραγκαβή υπήρχε μόνο η ονομασία Λειψοκουτάλα. Περίπου τον ίδιο καιρό στο μυαλό των καθηγητών της Λατινικής -και των αναγνωστών τους- υπήρχαν μόνο οι ονομασίες Τρελλός, Βιστρίτσα, Σαρλίκι, Μάτσι, οι οποίες παρεισέφρησαν στα λατινοελληνικά λεξικά. 
Η παρουσία των παρωχημένων τοπωνυμίων είναι σημαντική και για άλλον ένα λόγο: δεν ανασυστήνει απλώς το σκηνικό μιας άλλης εποχής, αλλά καταρρίπτει και την ουδετερότητα των λεξικών. Τα λεξικά, από τον τίτλο τους ήδη, εγείρουν αξιώσεις διαχρονικότητας, η οποία είναι καθιερωμένη και στη συνείδηση του μέσου χρήστη. Υπάρχουν όμως αυτές οι πληροφορίες, οι οποίες μαρτυρούν την εποχή και το κοινό τους.
Για να βρούνε τη θέση τους οι νέες ονομασίες χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες. Αρχικά σε επίσημα έγγραφα και πινακίδες, κι έπειτα στην καθημερινότητα και στη λογοτεχνία. Ο Γιώργος Ιωάννου, στο διήγημά του Ουκ ηπίστατο φεύγειν αναβιώνει την παλιά Κραννώνα -ούτε καν θα ήξερε το Χατζηλάρ- και γράφει:
Κραννών, Δοξαρά, Ορφανά, Παλαιοφάρσαλα… Ώρες κι ώρες έχω παραμείνει σ’ αυτόν τον σταθμό χαζεύοντας τις άφθονες χήνες, το μόνο παστρικό πράγμα που διαθέτει το λασποχώρι. Έχω δοκιμάσει τα ξυράφια στο κουρείο τους, έχω γευτεί χηνίσια αυγά στο μαγέρικό τους, έχω πλανηθεί στα βαλτονέρια ζητώντας μάταια ασπίδες ρωμαϊκές...
σελ. 141-142, «Ουκ ηπίστατο φεύγειν», από τη συλλογή: Η σαρκοφάγος. Γιώργος Ιωάννου, Κέδρος 1981 (δ΄ έκδοση).