Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Ο δεκάλογος του τέλειου διηγηματογράφου

Οράσιο Κιρόγα

Ο δεκάλογος του τέλειου διηγηματογράφου

1. Πίστευε σε ένα δάσκαλο -Πόε, Μοπασάν, Κίπλινγκ, Τσέχοφ- όπως στον Θεό τον ίδιο.

2. Πίστευε ότι η τέχνη σου είναι μια απρόσιτη κορυφή. Μην ονειρεύεσαι να την κατακτήσεις. Όταν μπορέσεις να το κάνεις, θα το πετύχεις δίχως κι εσύ ο ίδιος να το ξέρεις.

3. Αντιστάσου όσο μπορείς στη μίμηση, αλλά μιμήσου, εάν η επιρροή είναι πολύ ισχυρή. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η εξέλιξη της προσωπικότητας απαιτεί μεγάλη υπομονή.

4. Έχε τυφλή πίστη όχι στην ικανότητά σου για θρίαμβο, αλλά στο πάθος με το οποίο τον επιθυμείς. Αγάπα την τέχνη σου όπως το ταίρι σου, δίνοντάς της όλη σου την καρδιά.

5. Μην αρχίζεις να γράφεις χωρίς να ξέρεις από την πρώτη λέξη πού πηγαίνεις. Σε ένα καλοφτιαγμένο διήγημα οι πρώτες τρεις αράδες είναι σχεδόν το ίδιο σημαντικές με τις τρεις τελευταίες.

6. Άν θέλεις να εκφράσεις με ακρίβεια αυτήν την περίσταση: «Από το ποτάμι φυσούσε ο παγωμένος άνεμος», δεν υπάρχουν στην ανθρώπινη γλώσσα περισσότερες λέξεις από αυτές που είναι προορισμένες να την εκφράσουν. Μόλις γίνεις κυρίαρχος των λέξεών σου, μη σε απασχολεί να ελέγχεις αν είναι ομοιοκατάληκτες μεταξύ τους ή παρόμοιες*.

7. Μη χρησιμοποιείς επίθετα όταν δεν είναι αναγκαία. Άχρηστες θα είναι όσες χρωματιστές ουρές κολλήσεις σε ένα αδύναμο ουσιαστικό. Αν βρεις το κατάλληλο, αυτό από μόνο του θα έχει ένα χρώμα ασύγκριτο. Όμως πρέπει να το βρεις. 

8. Πάρε τους ήρωές σου από το χέρι και οδήγησέ τους σταθερά μέχρι το τέλος, δίχως να βλέπεις τίποτε άλλο εκτός από το δρόμο που τους σχεδίασες. Μην αποσπάσαι βλέποντας αυτό που δεν μπορούν ή δεν τους ενδιαφέρει να δουν. Μην κακομεταχειρίζεσαι τον αναγνώστη. Ένα διήγημα είναι ένα μυθιστόρημα απαλλαγμένο από άχρηστες λέξεις. Κράτα το αυτό σαν μια απόλυτη αλήθεια, ακόμα και αν δεν είναι. 

9. Μη γράφεις επηρεασμένος από το συναίσθημα. Άσε το να σβήσει και ανακάλεσέ το αργότερα. Αν επομένως είσαι ικανός να το ξαναζωντανέψεις ακριβώς όπως ήταν, έχεις προχωρήσει στην τέχνη μέχρι το μέσο της διαδρομής. 

10. Μη σκέφτεσαι τους φίλους σου όταν γράφεις, ούτε την εντύπωση που θα προξενήσει η ιστορία σου. Αφήγήσου σαν να μην είχε η αφήγησή σου ενδιαφέρον παρά μόνο για τον μικρό περίγυρο των ηρώων σου, στον οποίο θα μπορούσες να ανήκεις. Με κανέναν άλλο τρόπο δεν αποκτά ζωή το διήγημα. 


*Σ.τ.Μ.: Η έκτη εντολή δημιουργεί εύλογο προβληματισμό στον ελληνόφωνο αναγνώστη. Η φράση μέσα στα εισαγωγικά περιλαμβάνει δύο λέξεις που ομοιοκαταληκτούν στα ισπανικά: río (= ποταμός) και frío (= κρύος). Συστήνει στους διηγηματογράφους να μην επιλέγουν λεξιλόγιο με κριτήριο την αποφυγή ομοιοκατάληκτων λέξεων, αλλά να διαλέγουν αυτό που ταιριάζει στην περίσταση. Τα επίθετα που χρησιμοποιεί στο πρωτότυπο είναι consonantes o asonantes και αναφέρονται σε δύο είδη ομοιοκαταληξίας, σε αυτή την οποία γνωρίζουμε στην ελληνική ποίηση (ισπ.: consonancia) και στην ομοιοκαταληξία όπου συμπίπτουν μόνο τα φωνήεντα της κατάληξης (ισπ.: asonancia). Για τη μεταφορά της λέξης από τα ισπανικά στα ελληνικά προτίμησα ένα μη τεχνικό όρο: παρόμοιες.

Ένα διάσημο παράδειγμα όπου η ομοιοκαταληξία παρέμεινε στη θέση της είναι το Εκατό Χρόνια Μοναξιά, το οποίο ξεκινά με τη διάσημη πια παράγραφο στην οποία παρατηρείται ομοιοκαταληξία του επωνύμου του συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία με τον παρατατικό había:  
"Muchos años después, frente al pelotón de fusilamiento, el coronel Aureliano Buendía había de recordar aquella tarde remota en que su padre lo llevó a conocer el hielo." 
Ο ίδιος ο Μάρκες θα έγραφε σχετικά με αυτό στην αυτοβιογραφία του: Έχω μεγάλη ευαισθησία στην αδυναμία μιας πρότασης στην οποία δύο γειτονικές λέξεις ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους, ακόμα και όταν ομοιοκαταληκτούν μόνο ως προς τα φωνήεντα, και προτιμώ να μην τη δημοσιεύσω για όσο δεν βρίσκω λύση. Γι' αυτό βρέθηκα πολλές φορές στο σημείο να ξεφορτωθώ το όνομα Μπουενδία λόγω της αναπόφευκτης ομοιοκαταληξίας του με τους παρατατικούς. Παρ' όλα αυτά το όνομα κατέληξε να επιβληθεί, επειδή είχα φτιάξει για αυτό μια πειστική ταυτότητα. 
σελ. 385, Vivir para contarla. International Windmills Edition, California, USA

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Δεκάλογος συν μία εντολή, για αρχάριους λογοτέχνες

Δεκάλογος συν μία εντολή, για αρχάριους λογοτέχνες
Χουάν Κάρλος Ονέτι

  1. Να μην αναζητούν να είναι πρωτότυποι. Το να είναι κανείς διαφορετικός είναι αναπόφευκτο όταν δεν τον απασχολεί αυτό. 
  2. Να μην αποσκοπούν στο να θαμπώσουν τους μεγαλοαστούς. Δεν φέρνει αποτέλεσμα πια. Αυτοί μόνο τρομοκρατούνται όταν απειλείται η τσέπη τους. 
  3. Να μην προσπαθούν να τα κάνουν περίπλοκα για τον αναγνώστη, ούτε να αναζητούν ούτε να απαιτούν τη βοήθειά του. 
  4. Να μη γράφουν ποτέ έχοντας στο μυαλό τους την κριτική, τους φίλους ή τους συγγενείς, τη γλυκιά νύφη ή σύζυγο. Ούτε καν τον υποθετικό αναγνώστη.  
  5. Να μη θυσιάζουν τη λογοτεχνική ειλικρίνεια για τίποτα. Ούτε για την πολιτική ούτε για τον θρίαμβο. Να γράφουν πάντα για εκείνον τον άλλο, τον σιωπηλό και ασυμβίβαστο, που κουβαλάμε μέσα μας και τον οποίο δεν είναι δυνατό να εξαπατήσουμε. 
  6. Να μην ακολουθούν μόδες, να απαρνούνται τον ιερό δάσκαλο πριν λαλήσει τρεις φορές ο πετεινός. 
  7. Να μην περιορίζονται στην ανάγνωση των ήδη καταξιωμένων βιβλίων. Ο Προυστ και ο Τζόις ήταν περιφρονημένοι όταν εμφανίστηκαν, σήμερα είναι ιδιοφυΐες.
  8. Να μη λησμονούν την εύλογα διάσημη φράση*: «δύο και δύο κάνουν τέσσερα· όμως: τι θα γινόταν αν έκαναν πέντε;» 
  9. Να μην περιφρονούν διαβάσματα με παράδοξο αφηγηματικό ύφος, οποιαδήποτε κι αν είναι η προέλευσή τους. Να κλέβουν, αν είναι απαραίτητο. 
  10. Να ψεύδονται πάντοτε.
  11. Να μην λησμονούν ότι ο Χεμινγουέι έγραψε**: «Και ακόμα διάβασα και ήδη έτοιμα τμήματα του μυθιστορήματός μου, κάτι το είναι το πιο χαμηλό σημείο στο οποίο μπορεί να πέσει ένας συγγραφέας.»
  12.  
* Αναφέρεται στο απόσπασμα από το Υπόγειο του Ντοστογέφσκι: «Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι ένα θαυμάσιο πράγμα· ε λοιπόν, και το δύο και δύο κάνουν πέντε, είναι καμιά φορά πιο χαριτωμένο.» (μετάφρ. Γιώργης Σημηριώτης, εκδ. Γράμματα (1990))
**Το απόσπασμα στο οποίο αναφέρεται ο Ονέτι βρίσκεται στο βιβλίο A moveable feast και είναι το ακόλουθο: "I even read aloud the part of the novel I had rewritten, which is as low as a writer can get".
Ευχαριστώ τη μεταφράστρια Μαρία Παλαιολόγου για τις πολύτιμες συμβουλές της.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Έχει μείνει η σκόνη

Το ποίημα Queda el polvo του José Agustín Goytisolo (1928-1999) αναφέρεται στο γεγονός που καθόρισε τη ζωή του: όταν ήταν δέκα ετών, στη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου, η μητέρα του χάθηκε σε βομβαρδισμό από τις φρανκικές δυνάμεις. Κυρίως στα βιβλία του El retorno (1955) και Final de un adiós (1984) αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του σχετικά με την απώλεια, όμως το πιο γνωστό ποίημα είναι το Palavras para Julia, που αναφέρεται στη μητέρα και την κόρη του και το οποίο τραγούδησε ο Paco Ibañez.



Queda el polvo

De aquel trueno, de aquella
terrible llamarada
que crecío ante mis ojos,
para siempre ha quedado,
confundido en el aire,
un polvo de odio, una
tristísima ceniza
que caía y caía
sobre la tierra, y sigue
cayendo en mi memoria,
en mi pecho, en las hojas
del papel en que escribo.



Έχει μείνει η σκόνη
Από εκείνo τoν κεραυνό, από ‘κείνη
την τρομερή πυρκαγιά
που θέριεψε μπροστά στα μάτια μου
έχει μείνει για πάντα,
ανακατεμένη με τον αέρα,
μια σκόνη από μίσος, μια
αξιοθρήνητη τέφρα
που πέφτει ακατάπαυστα
πάνω στη γη κι εξακολουθεί
να συσσωρεύεται στη μνήμη μου,
στο στήθος μου, στις σελίδες
του χαρτιού που γράφω.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Ο δεκάλογος του συγγραφέα

Ο Δεκάλογος του συγγραφέα
Αουγκούστο Μοντερόσο

Πρώτο. 
Όταν έχεις κάτι να πεις, πες το· όταν δεν έχεις, κάνε το ίδιο. Γράφε συνέχεια.

Δεύτερο. 
Μην γράφεις ποτέ για τους σύγχρονούς σου και σε καμία περίπτωση, όπως κάνουν τόσοι πολλοί, για τους προγόνους σου. Κάνε το για τις επόμενες γενιές, στις οποίες χωρίς αμφιβολία θα είσαι διάσημος, καθώς είναι γνωστό ότι η αιωνιότητα πάντα απονέμει δικαιοσύνη.

Τρίτο. 
Σε καμία περίπτωση μην ξεχνάς την περίφημη ρήση: «Στη λογοτεχνία δεν έχει γραφτεί τίποτα.»

Τέταρτο.
Αυτό που μπορείς να πεις με εκατό λέξεις πες το με εκατό λέξεις· αυτό που μπορείς με μία, πες το με μία. Ποτέ μην καταφεύγεις στη μέση οδό· έτσι, ποτέ δεν θα γράψεις τίποτα με πενήντα λέξεις.

Πέμπτο. 
Αν και μπορεί να μην φαίνεται, το να γράφεις είναι μια τέχνη· το να είσαι συγγραφέας σημαίνει να είσαι ένας αρτίστας, όπως ο ακροβάτης ή όπως ο κατ' εξοχήν μαχητής, δηλαδή αυτός που παλεύει με τη γλώσσα· για αυτή τη μάχη να εξασκείσαι μέρα και νύχτα. 

Έκτο. 
Εκμεταλλεύσου όλα τα μειονεκτήματα, όπως η αϋπνία, η φυλακή ή η φτώχεια· η πρώτη έκανε συγγραφέα τον Μποντλέρ, η δεύτερη τον Πελίκο και η τρίτη όλους τους φίλους σου· απόφυγε λοιπόν το να κοιμάσαι όπως ο Όμηρος, την ήρεμη ζωή ενός Βύρωνα ή το να κερδίζεις τόσα πολλά όπως ο Μπλουά.

Έβδομο. 
Μην κυνηγάς την επιτυχία. Η επιτυχία κατάστρεψε τον Θερβάντες, που μέχρι τον Δον Κιχώτη ήταν τόσο καλός μυθιστοριογράφος. Αν και η επιτυχία είναι πάντα αναπόφευκτη, δοκίμασε μια γερή αποτυχία πού και πού προκειμένου να στενοχωριούνται οι φίλοι σου. 

Όγδοο
Δημιούργησε ένα ευφυές κοινό, το οποίο μπορείς να εξασφαλίσεις περισσότερο ανάμεσα στους πλούσιους και τους ισχυρούς. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα σου λείψουν ούτε η κατανόηση ούτε η ενθάρρυνση, που προέρχονται από αυτές τις δύο μοναδικές πηγές. 

Ένατο. 
Πίστευε σε εσένα, αλλά όχι πολύ· αμφίβαλλε για τον εαυτό σου, αλλά όχι πολύ. Όταν νιώθεις αμφιβολία, πίστευε· όταν πιστεύεις, αμφίβαλλε. Σε αυτό εντοπίζεται η μοναδική αληθινή σοφία που μπορεί να συνοδεύει ένα συγγραφέα. 

Δέκατο. 
Προσπάθησε να λες τα πράγματα με τρόπο που ο αναγνώστης να νιώθει πάντα ότι κατά βάθος είναι το ίδιο ή περισσότερο ευφυής από εσένα. Μερικές φορές φρόντισε ώστε να είναι πραγματικά έτσι· όμως, για να το πετύχεις αυτό, πρέπει να είσαι πιο ευφυής από τον αναγνώστη. 

Εντέκατο. 
Μην ξεχνάς τα συναισθήματα των αναγνωστών. Γενικά είναι το καλύτερο που διαθέτουν· δεν είναι όπως εσύ, που τα στερείσαι, αφού διαφορετικά δεν θα προσπαθούσες να μπεις σε αυτή τη δουλειά. 

Δωδέκατο. 
Πάλι ο αναγνώστης. Όσο καλύτερα γράφεις, θα έχεις περισσότερους αναγνώστες· όσο τους δίνεις έργα κάθε φορά πιο εκλεπτυσμένα, τα δημιουργήματά σου θα αρέσουν σε έναν μεγαλύτερο κάθε φορά αριθμό ανθρώπων· αν γράφεις για τη μάζα, ποτέ δεν θα γίνεις διάσημος και κανείς δεν θα προσπαθήσει να σου αγγίξει το σακάκι στο δρόμο ούτε θα σε δείξει με το δάχτυλο στο σουπερμάρκετ. 



Ο γράφων δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να αποκλείσει δύο από αυτές τις δηλώσεις και να μείνει με τις υπόλοιπες δέκα.

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

ωσεί χόρτος, όψεις της ματαιότητας

Σύμφωνα με την αφήγηση που μας έχει παραδοθεί, ο βασιλιάς Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος ζήτησε να έρθουν στην Αλεξάνδρεια Εβραίοι μελετητές και ερμηνευτές για να μεταφραστούν τα ιερά βιβλία που επρόκειτο να αποτελέσουν αργότερα την Παλαιά Διαθήκη. Οι Εβδομήκοντα -για την ακρίβεια εβδομήντα δύο, καθώς ήταν έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ- εργάστηκαν χωριστά, αλλά όλες οι μεταφράσεις που προέκυψαν ήταν πανομοιότυπες.
Μέσα σε αυτή τη θεόπνευστη μετάφραση μία εβραϊκή λέξη, χατσίρ, μεταφράστηκε ως χόρτος. Στον Ψαλμό ρβ' (στίχος 15) αναφέρεται πως ο άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, ωσεί χόρτος γράφει η μετάφραση των Εβδομήκοντα αποδίδοντας το εβραϊκό keḥāṣîr (כֶּחָצִ֥יר). Είναι ισχυρή μεταφορά που γίνεται οδυνηρή στη συνέχεια: ο άνθρωπος ανθίζει σαν το λουλούδι του αγρού, μα περνά πάνω του ο άνεμος και δεν υπάρχει πια, κι ούτε που φαίνεται ο τόπος όπου βρισκόταν (ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει, ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού). Την ξαναβρίσκουμε στον Ησαΐα (μ' 6-7): πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως ανθός χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος εξέπεσε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Ησαΐα επαναλαμβάνεται  στην Α' Επιστολή του Πέτρου (α' 24) και στον δεύτερο λόγο Εις Ευτρόπιον του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ο οποίος συμπληρώνει με παρόμοιες μεταφορές: άνεμος πνεύσας αθρόον τα μεν φύλλα κατέβαλε, γυμνόν δε ημίν το δένδρον έδειξε. Και: 
Νυξ ην πάντα εκείνα και όναρ, και, ήμέρας γενομένης, ηφανίσθη, άνθη ην εαρινά, και, παρελθόντος του έαρος, άπαντα κατεμαράνθη, σκιά ην, και παρέδραμε, καπνός ην, και διελύθη, πομφόλυγες ήσαν, και διερράγησαν, αράχνη ην, και διεσπάσθη. 
Μπαίνοντας στην ελληνική γραμματεία ο χόρτος ως σύμβολο του εφήμερου ανθρώπου συναντά τη μεταφορά των φύλλων στον Όμηρο (οίη περ φύλλων γενεή, Ζ' 146-9) και στον Μίμνερμο (ημείς δ', οία τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ώρη έαρος, D2, 2W). Το όναρ που αναφέρει ο Χρυσόστομος θυμίζει τον Πίνδαρο (σκιάς όναρ άνθρωπος, Πυθιόνικος VIII 95-97). Αιώνες μετά ο Σεφέρης θυμάται τη βιβλική μεταφορά του χορταριού στον Τελευταίο Σταθμό
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος 
[...]
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, 
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν· 
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι·
Λίγο παρακάτω, στον στίχο 63, ο ποιητής μάς θυμίζει το βιβλίο της ματαιότητας, τον Εκκλησιαστή: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Τα απαρέμφατα είναι δικές του επιλογές, το βιβλικό κείμενο δεν τα αναφέρει, όμως η δομή παραπέμπει σε αυτό, καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν, καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης
Η μεταφορά του χορταριού βρίσκεται και στον Παλαμά. Εκεί, ωστόσο, η βιβλική επιρροή είναι απίθανη, γιατί ο ποιητής μεταφέρει γνωστό στίχο της δημοτικής ποίησης. Στο διήγημα Θάνατος Παλληκαριού διαβάζουμε:  — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται κ' η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες.
Η απαισιοδοξία που μεταδίδεται για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι κοινή σε όλα τα κείμενα, όμως υπάρχει και μία θεμελιώδης διαφορά: το αδιέξοδο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί η ματαιότητα και η μικρότητα της ανθρώπινης κατάστασης σώζεται από τον Θεό, ο ψαλμός ρβ' συνεχίζει αναφέροντας το έλεος του Κυρίου [...] επί τους φοβουμένους αυτόν και ο Ησαΐας διαβεβαιώνει: εξηράνθη ο χόρτος [...] το δε ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Δύο σλαβικά τραγούδια στο έργο του Λουντέμη

Ο Μενέλαος Λουντέμης, ο οποίος πέρασε μέρος της ζωής του στην Έδεσσα, τοποθετεί στην Μακεδονία την πλοκή του βιβλίου Συννεφιάζει, το οποίο είναι το πρώτο μέρος της τετραλογίας του Μέλιου (ακολουθούν τα Ένα παιδί μετράει τ' άστρα, Αγέλαστη άνοιξη και Κάτω απ' τα κάστρα της ελπίδας). Η εποχή είναι λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όταν η Μακεδονία γεμίζει με προσφυγικούς πληθυσμούς από τη Μικρασία και τον Πόντο, ενώ οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της αναγκάζονται σε εκπατρισμό μέσω της ανταλλαγής πληθυσμών που επέβαλε η συνθήκη της Λωζάννης. Στην περιοχή υπάρχουν σλαβόφωνοι ορθόδοξοι πληθυσμοί. Κάποιοι ήρωες του βιβλίου του Λουντέμη αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες. Αυτός είναι ένας μάλλον θολός προσδιορισμός, γιατί μέσα από το κείμενο δεν γίνεται απολύτως σαφές αν ο όρος Μακεντόν είναι γεωγραφικός ή εθνικός, ωστόσο οι ομιλητές εμφανίζονται να μιλάνε σπαστά ελληνικά και να χρησιμοποιούν σλαβικές λέξεις.


"-Μπρε! ... μπρε! ... μπρε! ... κάνει και σαστίζει. Μιγκάλος κύριος είσι. Εμένα με λένε Κρίστα... Μακεντόν. Ισύ; Μπρε... μπρε ... πολύ περήφανο είσι." (σελ. 32)
"Ήτανε ντυμένος με τη μόδα του τόπου. Πρασινόχρωμο παντελόνι κυλότα! Τσουράπια μακριά ως τα γόνατα ψιλοκεντημένα με κλάρες κι αστρούλια. Τα παπούτσια του ήταν κι αν ήταν παράξενα! Κανωμένα με πετσί βοδινό με το μαλλί τους καλοσφιγμένα στην πατούσα και γύρω γύρω δεμένα με σχοινί ως το καλάμι, σαν αρματωμένα καϊκάκια με τη μύτη τους μπροστά. Στη μέση του αντίς για λουρί είχε μία κεντημένη μαντίλα κι από μία κουμπότρυπα ξεκινούσε μια γυαλιστερή αλυσίδα που κατέβαινε με σκέρτσο και χωνότανε στην τσέπη του όπου δάγκωνε ένα μυτερό σουγιαδάκι. Δεν ήσουνα ανύπαντρο παλικάρι, δεν ήσουνα αληθινός Μακεδόνας χωρίς αυτά. Έπρεπε ακόμα να 'σαι ροδοκόκκινος και να 'χεις χτενισμένο το ξανθό μαλλί σου έτσι που να πέφτει απάνου στο δεξί σου φρύδι." (σελ. 33)

"-Αμπρέ, μου λέει... Αμπρέ ζεβζέκ, βρισιά είναι το ζεβζέκ;
-Τι... δεν είναι βρισιά; 
-Όκι!
-Και το ματζίρ;
-Και το ματζίρ όκι! Είναι σε πρόσφυγκος εσύ; Ε; 
-Ναι.
-Ε! Και εγκώ είναι με Μακεντόν. Κακό είναι; 
-Όχι (ώστε "ματζίρ" θα πει πρόσφυγκο;)
-Γιατογιά! Το λέπεις; Έλα τώρα. Τόκα! Ζεβζέκ! 
-Τόκα! Έκανε κι ο άσχημος ζυμωτής. 
Σφίξαμε τα χέρια." (σελ. 65-66)

Στο ακόλουθο απόσπασμα αναφέρεται στη σλαβική ονομασία της Έδεσσας, η οποία άλλαξε με τις μαζικές μετονομασίες που έγιναν στις αρχές του εικοστού αιώνα:

"Βοδενά θα πει "Νερόπολη". Τώρα το λένε "Έδεσσα". Δεν της πάει καθόλου. Οι ντόπιοι, σαν το πρωτάκουσαν, έβαλαν τα γέλια. Μα σε λίγο άρχισαν να το λένε κι οι ίδιοι, και μάλιστα πολύ δυνατά... γιατί τους είπαν κάτι στ' αυτί που τους έκαψε. "Μπορεί να λέτε ό,τι θέλετε εσείς", τους είπαν, πολιτεία του νερού και τα τέτοια, μα ακούστε κι εμάς κι αν σας συμφέρει ξαναγελάστε. Βοδενά θα πει πολιτεία των βοδιών, κακομοίρηδες... Όλη η Ελλάδα θα γελάει μαζί σας!" "Μπρε! είπαν αυτοί. Καήκαμε!" Πέστο λοιπόν Έδεσσα να 'σαι μέσα." (σελ. 37)

Στήνοντας το σκηνικό του στην Μακεδονία των πρώτων χρόνων μετά τους Βαλκανικούς και την προσφυγιά των Μικρασιατών, παραθέτει και δύο σλαβικά παραδοσιακά τραγούδια: 


"...την άφηνα να το λέει όσο πιο δυνατά μπορούσε: 
Μάικω μι κουπίλε 
σάρενι τσουράπκι 
(Η μανούλα μ' αγόρασε κεντητές καλτσούλες." (σελ. 50)

Το τραγούδι είναι γνωστό ως σλαβομακεδονικό με τον τίτλο Мајка ми купила шарени чорапи. Η λέξη σάρενι / шарени, που ο Λουντέμης μεταφράζει "κεντητές" αποδίδεται κατ' άλλους ως: "χρωματιστές".



Το δεύτερο τραγούδι έχει τίτλο Стани Станке (Στάνι Στάνκε, "σήκω Στάνκα). Οι στίχοι που καταγράφει ο Λουντέμης δεν ταυτίζονται απόλυτα με τους στίχους που είναι διαθέσιμοι στο διαδίκτυο, όμως πρόκειται για το ίδιο τραγούδι, που συνοδεύεται από τον χορό στάνκινο όρο, γνωστό ακόμη και σήμερα στη βόρεια Ελλάδα. 

"Στάνι στάνι, στάνι Στάνκε, γιοτβορί βαρκνίτσκα
Μαρή στάνι, στάνι, στάνι Στάνκε, σόλντσε ντα ιζβόρε.
(Σήκω σήκω, σήκω Στάνκα, κι άνοιξε την πόρτα
Μωρή σήκω, σήκω, σήκω Στάνκα για να μπει ο ήλιος.)" (σελ. 74)





Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Όμορφε Μοριά

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
και δακρύσαντες απέρχονται.

                      AΘΗΝAΙΟΣ


Στην Patrologia Graeca, στον τόμο 156, σώζεται ο επικήδειος λόγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγου για τον αδερφό του, δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο. Ανάμεσα στους επαίνους αναφέρει την απόφασή του να επιτρέψει την εγκατάσταση δέκα χιλιάδων Ιλλυριών στην Πελοπόννησο (Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί και γυναιξί, και ταις ουσίαις και θρέμμασι, τον Ισθμόν κατέλαβον). Ο λαός που αναφέρεται με το αρχαίο όνομα Ιλλυριοί είναι αλβανόφωνοι που έρχονται από την περιοχή της σημερινής Αλβανίας. Σήμερα οι πληθυσμοί αυτοί που ζουν στην Ελλάδα λέγονται Αρβανίτες και στην Ιταλία Arbëreshë
Οι Ιλλυριοί εκείνοι έστειλαν αντιπροσωπεία στον δεσπότη του Μυστρά ζητώντας να τους επιτρέψει την εγκατάσταση (πρεσβείαν πάνυ λαμπράν [...] πέμψαντες [...] τουνδόσιμον λαβόντες παρ' αυτού και εισιέναι και μείναι). Ο Θεόδωρος τους υποδέχτηκε αψηφώντας τις παραινέσεις πολλών που του ζητούσαν να τους διώξει, επειδή φοβούνταν το πλήθος τους καθώς και το ότι τα διαφορετικά τους ήθη θα προκαλούσαν προβλήματα (οι πλείους παρήνουν μηδαμώς αυτούς δέξασθαι, το τε πλήθος δεδιότες και το έθεσιν ετέροις εκείνους ζην υποπτεύοντες αίτιον σκανδάλου γενήσεσθαι). Το αποτέλεσμα ήταν το δεσποτάτο να αποκτήσει μεγάλο και εμπειροπόλεμο στρατό, που βοήθησε στην ανάκτηση εδαφών και στην συλλογή φόρων (κτάται [...] στρατιάν τοσαύτην, ουκ άπειρον μεν τραυμάτων, αγαθήν δε τα πολέμια. [...] ουκ απεδίδοσαν άπαντα μετά προσθήκης τα ηρπαγμένα; Ου φόρους προσεδίδοσαν;).
 Αυτή δεν ήταν η πρώτη είσοδος Αρβανιτών στην Πελοπόννησο. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα είχαν εγκατασταθεί πληθυσμοί εκτοπισμένοι από τον Στέφανο Δουσάν. Η άνοδος των Οθωμανών και η επέκταση της αυτοκρατορίας τους τους έφερε σε συνεχή σύγκρουση με τους υπερασπιστές των τελευταίων χριστιανικών κτήσεων και κρατών στην βαλκανική χερσόνησο. Το δεσποτάτο υποτάχθηκε το 1461 και στην Πελοπόννησο απομένουν οι κτήσεις της Βενετίας, που από το 1463 ως το 1479 βρίσκεται σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Βενετοί από εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν στρατιώτες από τις βαλκανικές τους κτήσεις.
Το 1540 αναγκαστήκαν να παραδώσουν το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά στους Οθωμανούς. Ο Βενετικός στόλος πήρε μαζί στρατιώτες και οικογένειες που ήθελαν να φύγουν και τους εγκατέστησε σε άλλες κτήσεις της. Το 1685 ο Μοροζίνης κατέλαβε εκ νέου την Πελοπόννησο και το 1688 ιδρύθηκε το βασίλειο του Μορέως που οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν το 1715. Η κατάλυση της ενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο ακολουθήθηκε από νέα έξοδο πληθυσμών που εγκαταστάθηκαν στη νότια Ιταλία, αλλά δεν ξέχασαν ποτέ την πατρίδα τους, την Πελοπόννησο. Στα αλβανόφωνα χωριά της σημερινής Ιταλίας τραγουδιέται ακόμα ένα τραγούδι που φανερώνει τη νοσταλγία τους για το Μοριά και θυμίζει τους Ποσειδωνιάτες του Καβάφη. 




Ο! e bukura More /  çë kur të lashë /  më nuk të pashë. / Atje kam u zotin tatën / atje kam u zonjën mëmën / atje kam edhe tim vlla / gjith buljuar mbë në dhe.
(Όμορφε Μοριά / από τότε που σε άφησα δε σε ξανάδα. / Εκεί έχω εγώ τον κύρη πατέρα μου / εκεί έχω εγώ την κυρά μάνα μου / εκεί έχω και τον αδερφό μου, / όλους θαμμένους μες στη γη.)


Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Η θάλασσα - Μιγκέλ Ερνάντες





Και η θάλασσα διαλέγει

λιμάνια όπου μπορεί να γελάσει 
-όπως οι ναυτικοί.

Η θάλασσα αυτών που υπάρχουν.

Και η θάλασσα διαλέγει 
λιμάνια όπου μπορεί να πεθάνει.
Όπως οι ναυτικοί.

Η θάλασσα εκείνων που υπήρξαν.