Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Η ετυμολογία ενός ευφημισμού

Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ), στο ενδόλημμα κουτάκι του λήμματος κουτί, βρίσκουμε την ακόλουθη σημασία:
3. (οικ.) το γυναικείο αιδοίο. 
(Η συντομογραφία (οικ.) δηλώνει το οικείο επίπεδο ύφους.)


Η σημασία αυτή απουσιάζει από όλα σχεδόν τα λεξικά. Δεν υπάρχει στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΛΝΕΓ), στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ), στο Νέο Ελληνικό Λεξικό (ΝΕΛ) της Εκδοτικής Αθηνών, στο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (ΧΛΝΓ), αν και πρόκειται για γνωστή σημασία με καθιερωμένη χρήση, όπως διαπιστώνουμε παρακολουθώντας το ακόλουθο βίντεο.
 


Στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr υποστηρίζεται πως η μεταφορική, ευφημιστική χρήση του κουτιού (όχι του υποκοριστικού κουτάκι) για το αιδοίο προέρχεται από την αγγλική γλώσσα (προφανώς ως μεταφραστικό δάνειο), στην οποία επίσης η χρήση είναι αργκοτική. Πιστεύω ωστόσο πως η συγκεκριμένη ετυμολογική πρόταση δεν ευσταθεί, και αυτή η παρετυμολογία αποτελεί την κατάλληλη ευκαιρία για να ερευνήσουμε έναν τρόπο ερμηνείας ομοιοτήτων που δεν οφείλονται σε γλωσσική επαφή.
Πολλές φορές η γνώση της αγγλικής μάς παραπλανά και μας οδηγεί εύκολα και ανεξέταστα στο συμπέρασμα ότι κάποιες κοινές εκφράσεις ή μεταφορές μπορεί να προέρχονται από την επιρροή της αγγλικής, δεδομένου του ηγεμονικού ρόλου της. Στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα έχουμε μία μεταφορά που παράγεται αξιοποιώντας τις εννοιολογικές δομές της ανθρώπινης σκέψης με αποτέλεσμα να εμφανίζεται παράλληλα σε διαφορετικές γλώσσες (π.χ. doos, που σημαίνει επίσης «κουτί» στα Ολλανδικά, Scheide [=θήκη] στα Γερμανικά· ο ανατομικός όρος vagina προέρχεται από την αντίστοιχη λατινική, η οποία έχει τη σημασία «θήκη σπαθιού», ενώ και η λέξη κολεός της αρχαίας Ελληνικής σήμαινε θηκάρι σπαθιού και σήμερα είναι ανατομικός όρος για τον κόλπο (από τον οποίο παράγονται και σύνθετα, όπως ο κολεόσπασμος). Παρατηρούμε τη γλωσσική πραγμάτωση ενός αντιληπτικού σχήματος το οποίο συνδέει την έννοια του ατόμου με την έννοια του δοχείου, όπως υποστηρίζεται στο αγγλικό λεξικό της αργκό The Oxford Handbook of Taboo Words and Language του Keith Allan (σελ. 57, Oxford University Press, 2019). Ο συμβολισμός του αιδοίου με κάποια μορφή δοχείου παρατηρείται και από τον Φρόιντ, ο οποίος στο βιβλίο του Η ερμηνεία των ονείρων παρατηρεί: «Κουτιά κάθε σχήματος και χρήσης, κιβώτια, ερμάρια, θερμάστρες αντιστοιχούν στο γυναικείο σώμα, όπως επίσης σπηλιές, πλοία και όλα τα είδη δοχείων» (σελ. 315, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις  Επίκουρος, 1993)· ο Φρόιντ συνεχίζει αναφέροντας ένα παράδειγμα συμβολισμού του γυναικείου σώματος με κάστρο αναφερόμενος στο τραγούδι για τον «Κόμητα Έμπερσταϊν» του Ούλαντ: απόψε ένα κάστρο βρίσκεται σε κίνδυνο (Heut' Nacht wird ein Schlößlein gefährdet sein).
Ευρεία χρήση της συγκεκριμένης μεταφοράς μπορούμε να διαπιστώσουμε και στην τέχνη. Στην αγγλική γραμματεία η μεταφορική χρήση του κουτιού ως γυναικείου γεννητικού οργάνου μαρτυρείται για πρώτη φορά σε ανώνυμο ποίημα των τελών του 15ου αι. με τίτλο Hey noyney: Ser John to me is proferyng / for hys plesure ryght well to pay / and in my box he puttes hys offryng / I have no powre to say hym nay (σελ. 143, Anthology of Ancient Medival Woman's Song, Anne L. Klinck, εκδ. Palgrave Macmillan US, 2004). Επίσης απαντάται και στον Σέξπιρ (Τέλος Καλό, Όλα Καλά, πράξη 2η, σκηνή 3η):  He wears his honour in a box, unseen, / That hugs his kicky-wicky here at home. Στον κινηματογράφο, σε σύγχρονες ταινίες, διαπιστώνουμε τη χρήση του αργκοτικού όρου σε λογοπαίγνιο σχετικό με το κουτί της Πανδώρας στην ταινία Notting Hill (I knew a girl in school named Pandora. Never got to see her box though) και στο Ted (That's cause everyone's mouth is usually full of your wife's box). Τέλος, στο τραγούδι Rider του Will Oldham ακούμε τους στίχους: lady's got a box pressed into my face / and a belt of beads draped around her waist.

 
 

Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

Μακεδονικός ετυμολογικός αγώνας

ἀμφισβητούντων Ἀθηναίων πρὸς Βοιωτοὺς περὶ τῆς χώρας ἥν καλοῦσι Σίδας. Ἐπαμινώνδας δικαιολογούμενος ἐξαίφνης ἐκ της ἀριστερᾶς μεταλαβὼν κεκρυμμένην ῥόαν καὶ δείξας ἤρετο τί καλοῦσι τοῦτο. τῶν δ’ εἰπόντων «ῥόαν». «ἀλλ’ ἡμεῖς, εἶπε, σίδαν» (ὁ δὲ τόπος τοῦτ ́ ἔχει τὸ φυτὸν ἐν αὑτῷ πλεῖστον, ἀφ’ οὗ τὴν ἐξ ἀρχῆς εἴληφε προσηγορίαν) καὶ ἐνίκησεν.» 
Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 14.64.18 - 14.64.25

Στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου έχουμε την πρώτη ίσως χρήση της ετυμολογίας στη διπλωματία. Λέγεται πως τον 4ο αι. π.Χ. οι Αθηναίοι βρίσκονταν σε διένεξη με τους Θηβαίους για μία περιοχή που ονομαζόταν Σίδαι και ήταν διάσημη για τα ρόδια της. Ο Επαμεινώνδας έδειξε στους Αθηναίους ένα ρόδι και τους ρώτησε πώς το λένε. Εκείνοι απάντησαν ότι λέγεται ρόα, μία λέξη από την οποία προέρχεται το σημερινό ρόδι. Τότε ο Επαμεινώνδας τούς επισήμανε ότι η βοιωτική λέξη ήταν σίδη, αποδεικνύοντας έτσι ότι, αφού η διαφιλονικούμενη περιοχή ονομαζόταν Σίδαι και ήταν γεμάτη ροδιές, τότε ανήκε στους Θηβαίους που ονόμαζαν σίδη το ρόδι.
Τον 19ο αιώνα η ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων θα συνέδεε την ετυμολογία με την ιστορική και εδαφική συνέχεια του έθνους. Στο χώρο της Μακεδονίας της οθωμανικής περιόδου, ειδικά μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και την ανεξαρτητοποίηση της Βουλγαρίας, οι επιδιώξεις του ελληνικού κράτους προσέκρουσαν στις διεκδικήσεις των Βουλγάρων. Η περιοχή της Μακεδονίας κατοικείτο από σλαβόφωνο πληθυσμό τον οποίο διεκδικούσε η Βουλγαρία και η σύγκρουση δεν θα περιοριζόταν μόνο στο στρατιωτικό και στο διπλωματικό πεδίο, αλλά θα επεκτεινόταν και στον χώρο της επιστήμης. Στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αι. παρατηρούμε τη συγγραφή ετυμολογικών έργων που επιχειρούν να συνδέσουν με το ελληνικό έθνος πληθυσμούς οι οποίοι δεν μιλούσαν ως μητρική την ελληνική γλώσσα.
Το επιχείρημά τους ήταν πως οι σλαβόφωνοι της οθωμανικής Μακεδονίας ήταν ουσιαστικά ομιλητές μιας ελληνικής διαλέκτου που "έπασχε" από "σλαβοφάνεια", δηλαδή φαινόταν να είναι σλαβική διάλεκτος, ενώ δεν ήταν. Η πρώτη γνωστή διατύπωση αυτής της θεωρίας χρεώνεται στο γραμματέα της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Γεώργιο Τσορμπατζόγλου, ο οποίος το 1904 κατά τη διάρκεια ερευνητικής αποστολής στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία συντάσσει εκθέσεις που φανερώνουν την πεποίθησή του ότι η γλώσσα των κατοίκων της περιοχής «δεν είνε βουλγαρική, αλλ’ αρχαιοτάτη Ελληνομακεδονική». Τον επόμενο χρόνο εκδίδεται στο Κάιρο το βιβλίο Η γλώσσα των εν Μακεδονία βουλγαροφώνων από τον Γεώργιο Μπουκουβάλα, πρώην επιθεωρητή ελληνικών σχολείων στη Μακεδονία, ο οποίος παραθέτει ένα μικρό γλωσσάριο 657 λέξεων του σλαβικού ιδιώματος, τις οποίες θεωρεί ελληνικής προέλευσης. Πιστεύει πως το μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου της διαλέκτου είναι «συνονθύλευμα λέξεων», από τις οποίες ελάχιστες είναι οι βουλγαρικές. Όμως το γνωστότερο έργο που επιχειρεί να συνδέσει τις σλαβικές διαλέκτους της Μακεδονίας με την αρχαία ελληνική είναι το Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων εκ συγκρίσεως της σλαβοφανούς μακεδονικής γλώσσης προς την ελληνικήν του Κωνσταντίνου Ι. Τσιούλκα, που εκδόθηκε το 1907 και επανακυκλοφόρησε το 1991, όταν αναζωπυρώθηκε το μακεδονικό ζήτημα.
Ο Κωνσταντίνος Τσιούλκας υπήρξε γυμνασιάρχης σε ελληνικό σχολείο στο Μοναστήρι μέχρι το 1889, όταν παύθηκε από τις οθωμανικές αρχές. Καταγόταν από το σλαβόφωνο χωριό Γκόρεντσι (σήμερα: Κορησσός)· ο ίδιος δηλώνει πως δεν γνωρίζει καμία σλαβική γλώσσα (εξαιρείται η διάλεκτος της Μακεδονίας, την οποία θεωρεί ελληνική) και πως αγνοεί ακόμα και το αλφάβητό τους (1991: ιε ́), γεγονός που μειώνει την επιστημονική του εγκυρότητα: εύλογα αναρωτιέται κανείς πώς χαρακτηρίζει τη διάλεκτο ως «σλαβοφανή», αφού ο ίδιος δε γνωρίζει καμία σλαβική γλώσσα, και πώς μπορεί, χωρίς να γνωρίζει σλαβικές γλώσσες, να αντικρούσει επιστημονικά την άποψη ότι η διάλεκτος είναι σλαβικής προέλευσης.
Πιστεύει πως η Μακεδονία είναι πεδίο δράσης της βουλγαρικής προπαγάνδας, που διακατεχόμενη από πανσλαβικές βλέψεις, διακηρύσσει ότι οι διάλεκτοι της Μακεδονίας είναι σλαβικές· αυτό το «ψεύδος» επιχειρεί να ανασκευάσει με τη μελέτη του, αφού δηλώσει ότι ακόμα και ανθρωπολογικά, ηθικά, θρησκευτικά και κοινωνικά οι Μακεδόνες είναι διαφορετικοί από τους Βούλγαρους και θα είναι αίσχος να υπαχθούν «εις την μογγολοταταρικήν ομοσιπύαν» (σελ. ιγ ́). Η θέση του για τη γλώσσα συνοψίζεται επιγραμματικά στην φράση ότι «η ψυχή και η σεμίγδαλις της σλαβοφανούς μακεδονικής διαλέκτου είνε ελληνική, τα δε κάρκαρα, τα πίτυρα και ει τι άλλο σμικρότερον είνε τουρκικά, λατινικά –και ταύτα δε πάλιν εξ ημών– και ολίγιστα δε εξ επιδρομής σλαβικά» (σελ. ιε ́). Το δυσνόητο της γλώσσας για το φυσικό ομιλητή της ελληνικής το ξεπερνά αναφερόμενος στην ύπαρξη λεξιλογίου, το οποίο μπορεί να είναι δυσνόητο για τον μέσο έλληνα, αλλά είναι ελληνικό και επιμένει στην ακουστική ομοιότητα της «σλαβοφανούς μακεδονικής» διαλέκτου με την ελληνική. Η σύγκριση επαναλαμβάνεται συνεχώς: «μόνον δε η μακεδονική γλώσσα έχει τας αρετάς της ελληνικής γλώσσης» (1991: κζ ́).
Στις τελευταίες σελίδες του πρώτου μέρους εκθέτει τα συμπεράσματά του με εκτενείς ιστορικές, γλωσσικές και πολιτικές αναφορές και τονίζει ότι μόνο «η δικαιοσύνη της επιστήμης» μπορεί να αναχαιτίσει τα ψεύδη «των δικηγόρων του βουλγαρισμού» (σελ. ρε ́)· επαναλαμβάνει την πίστη του για τη γνησιότητα του μακεδονικού αίματος και για την αυτοχθονία του μακεδονικού λαού (σελ. ρι ́), που κατοικεί τους ίδιους τόπους, που μιλά μια γλώσσα μη σλαβική και που «εις άμυναν λαμπράν και αυτήν την φυσιογνωμίαν και το κρανίον και τα ήθη και τα έθιμα και τας παραδόσεις και την ψυχικήν σύστασιν και την συνείδησιν δύναται να επιδείξη ως εθνικά σθεναρά στοιχεία του παλαιού ακραιφνούς Μακεδόνος και της ελληνικής αυτού φύσεως» (σελ. ρθ ́).
Τονίζοντας ότι «εν τη μακεδονική γλώσση υπάρχουσι και νυν έτι 1260 λέξεις ομηρικαί, ενώ εν τη γλώσση του ελληνικού λαού μόλις 650» (σελ. ρη ́) απευθύνεται στους «αληθείς λογίους των εθνών» πιστεύοντας ότι, αν οι «ευγενείς και δίκαιοι» Ευρωπαίοι γνωρίσουν την ελληνική φύση της γλώσσας των Μακεδόνων, θα απονείμουν «δικαιοσύνην κρίσεως προς τα από της γλώσσης δίκαια των Μακεδόνων» (σελ. ρια ́). Για τον Τσιούλκα η «πανσλαβική προπαγάνδα» των Βουλγάρων συνίσταται σε «ψευδώνυμο φιλάνθρωπο πολιτική» και ψευδοεπιστήμη, που έχει εξαγοραστεί για να επικυρώσει τους πόθους προσεταιρισμού των κατοίκων της Μακεδονίας (σελ. ριζ ́)· τα ψεύδη των προπαγανδιστών «καταισχύνουσιν την αλήθειαν» (σελ. ριδ ́) η οποία είναι με το μέρος των Ελλήνων.
Η σχέση του λεξιλογίου της γλώσσας των Μακεδόνων με των υπόλοιπων Ελλήνων και των ομηρικών επών αναδεικνύεται στο β ́ μέρος του βιβλίου, που είναι εκτενέστερο και περιλαμβάνει πρώτα ένα συγκριτικό λεξιλόγιο της ελληνικής και της «σλαβοφανούς» μακεδονικής (σελ. 1-95), και έπειτα ένα επίσης συγκριτικό κατάλογο λέξεων της «μακεδονικής» της «ομηρικής» και της δημοτικής (σελ. 96-132), καταλόγους παραγώγων και συνθέτων ταξινομημένων ανάλογα με την παραγωγική κατάληξη ή το πρώτο συνθετικό κλπ., καθώς και ένα κατάλογο όπου συγκρίνονται λέξεις της τσακωνικής, της ελληνικής και της μακεδονικής (σελ. 132-332).
Η άγνοια της Βουλγαρικής τον οδηγεί στο να ετυμολογεί από την «ομηρική» Ελληνική λέξεις της διαλέκτου που είναι ολόιδιες στο βουλγαρικό λεξιλόγιο (π.χ. ετυμολογεί τις λέξεις voda (=νερό), nos (= μύτη) και nof (= νέος) από τις αρχαιοελληνικές ὕδωρ, ῥὶς (συγκεκριμένα από τη γενική ῥι-νὸς), νέος). Αποδίδει σε ελληνική προέλευση λέξεις οι οποίες προέρχονται από την ινδοευρωπαϊκή και καταγράφει τις λέξεις της διαλέκτου με το ελληνικό αλφάβητο όχι εφαρμόζοντας φωνητική γραφή, αλλά γράφοντας τη λέξη έτσι ώστε να μοιάζει με την αντίστοιχη ελληνική (π.χ. κλειtsch, ενώ η φωνητική απόδοση είναι [klič] ‘κλειδί’ και ζείμμα, ενώ η φωνητική απόδοση είναι [zima] ‘χειμών’).
Παρόμοιες προσπάθειες ετυμολογικής σύνδεσης της ελληνικής και των σλαβικών διαλέκτων της Μακεδονίας έγιναν από διάφορους συγγραφείς. Το 1923 ο Κλεάνθης Νικολαΐδης κυκλοφορεί στην Αθήνα την Ιστορίαν του Ελληνισμού (με κέντρον και βάσιν την Μακεδονίαν) στης οποίας τις σελίδες 581-582 περιλαμβάνει λέξεις δανεισμένες από την ελληνική. Το 1948, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν, δημοσιεύτηκε με ενθάρρυνση του τμήματος Πολιτικής Επιστράτευσης της νομαρχίας Πέλλας το βιβλίο του σλαβόφωνου εκπαιδευτικού Γ. Γεωργιάδη Το μιξόγλωσσον εν Μακεδονία ιδίωμα και η εθνολογική κατάστασις των ομιλούντων αυτό Μακεδόνων, ο οποίος επίσης υποστήριζε ότι η γλώσσα των Μακεδόνων ήταν εξέλιξη της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου (που ήταν ελληνική). Η παραγωγή έργων τα οποία επικαλούνται την ετυμολογική συγγένεια μεταξύ της ελληνικής και των σλαβόμορφων –όπως τα αποκαλούν– ιδιωμάτων της Μακεδονίας συμπίπτει κυρίως με περιόδους έξαρσης του Μακεδονικού ζητήματος. Η ετυμολογία θεωρείται ως η ισχυρότερη απόδειξη της γλωσσικής συγγένειας και προσδίδει «επιστημονική» αυθεντία στις εθνικές διεκδικήσεις.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Αυτός που έχει την ιδιότητα να μαυρίζει

Ο Emmanuel Poire (γνωστός με το ψευδώνυμο Caran d' Ache) γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Νοεμβρίου 1858. Χρειάστηκε η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία για να ξεμείνει στην ρωσική μεγαλούπολη ένας Γάλλος στρατιώτης της Grande Armee, ο παππούς του σκιτσογράφου.

Ο Emmanuel είχε Γάλλους γονείς και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Ρωσία. Πήγε στο Παρίσι στην ηλικία των 20 για να καταταγεί στο στρατό όπου υπηρέτησε για 5 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ασχολήθηκε με το σχέδιο. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις έγιναν στο Le Chronique Parisienne το 1880 ενώ διακοσμούσε με το έργο του το περιοδικό La Vie Militaire.Το πρώιμο έργο του ήταν αφιερωμένο στην εξύμνηση του γαλλικού στρατού στη συνέχεια όμως επιδόθηκε στο σατιρικό σκίτσο. H έμπνευσή του, ο συνδυασμός σκίτσων - συνήθως χωρίς λόγια - σε μικρές ιστορίες με χιουμοριστικό περιεχόμενο συνέβαλαν ώστε από πολλούς θεωρείται ο πατέρας του κόμικ.

Συνεργάστηκε με τα Le Figaro Illustre (όπου δημοσίευε σκίτσα από το 1895 στο φύλλο της Δευτέρας), La Caricature, Le Chat Noir, Le Rire. Παράλληλα με το έργο του σε εφημερίδες και περιοδικά δημοσίευσε άλμπουμ (Album de croquis militaires et d'histoire sans legendes, Histoire de Marlborough) ενώ διακόσμησε με σκίτσα του και διάφορες εκδόσεις βιβλίων. To 1892 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Carnet de Cheques με θέμα το σκάνδαλο της διώρυγας του Παναμά και το 1898 δημιούργησε μαζί με τον Forain το περιοδικό Pssst...! To περιοδικό είχε αποκλειστικά σκίτσα του Forain και του Caran d' Ache στα οποία υποστηριζόταν ο στρατός και γίνονταν επιθέσεις κατά του Dreyfuss και των υποστηρικτών του, αποκαλύπτοντας τις αντισημιτικές απόψεις των καλλιτεχνών.
Το 1898 ένα μέρος του έργου εκτέθηκε στην Fine Arts Society στο Λονδίνο. Στα σχέδια του σκιτσογράφου ήταν και η δημιουργία ενός μυθιστορήματος σε σκίτσα. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την έμπνευσή του γιατί πέθανε νωρίς, στις 26 Φεβρουαρίου 1909. Το ημιτελές μυθιστορηματικό του άλμπουμ με τον τίτλο Maestro έμενε στην αφάνεια για περίπου έναν αιώνα και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1999.

Η εταιρεία:
Το 1924 ο Ελβετός Arnold Schweizer ίδρυσε στη Γενεύη την γνωστή εταιρεία που κατασκευάζει γραφική ύλη και πολυτελή είδη γραφής. To όνομά της το πήρε από το ψευδώνυμο του σκιτσογράφου που ο ιδρυτής της εταιρείας θαύμαζε.

Η ετυμολογία:
Ο Caran D' Ache επέλεξε το ψευδώνυμό του από την ρωσική λέξη karandash που σημαίνει μολύβι. Η ευφυής μεταγραφή της ρωσικής λέξης στα γαλλικά ως Caran d' Ache δημιουργεί μία παρετυμολογία, προτείνοντας ως προέλευση του ψευδωνύμου του το εκγαλλισμένο λατινικό όνομα Caran (Caranus) και τον ψεύτικο τίτλο ευγενείας από κάποιο υποθετικό τόπο (d' Ache). Στο όνομα του Caran από την Ache ο Emmanuel Poire έκρυψε την ρωσική λέξη και το ρωσικό παρελθόν της οικογένειάς του. Η λέξη αυτή μας ταξιδεύει ακόμα πιο μακριά, σε μια τουρκική ρίζα. Πρώτες μαρτυρίες για τη λέξη karandash στα ρωσικά βρίσκονται στον 18ο αιώνα.
1) kara σημαίνει μαύρος (karan-lik=σκοτάδι, karan-gi=αυτός που ζει στην άγνοια).
2) adash σημαίνει "που έχει την ιδιότητα/που έχει κάτι κοινό με κάποιον ή κάτι"
π.χ. yoldash = αυτός που έχει τον ίδιο δρόμο με κάποιον = ο συνταξιδιώτης.
arkadash = αυτός που έχει την ίδια πλάτη με κάποιον, που προστατεύει τα νώτα του άλλου = ο φίλος (πβ. νεοελλ. καρντάσι.
Έτσι karandash=αυτός που έχει την ιδιότητα να μαυρίζει, το μολύβι, ο γραφίτης.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Λαϊκές ετυμολογίες: το τρυπησόνι

Ένα πολύ συνηθισμένο παιχνίδι των παιδιών είναι να κοιτάνε τα σύννεφα και να ανακαλύπτουν σχήματα ζώων ή πραγμάτων.  Καθώς τα σύννεφα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, τα σχήματα δεν μένουν ποτέ ίδια και το παιχνίδι έχει συνέχεια ενδιαφέρον. Αν και αυτό μάς φαίνεται παιδικό παιχνίδι και το απορρίπτουμε ως προϊόν φαντασίας, ωστόσο οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούμε ότι και οι αστερισμοί είναι δημιούργημα της ίδιας φαντασίας. Oι αστερισμοί βασίζονται στην αυθαίρετη υπόθεση ότι τα αστέρια βρίσκονται σε συγκεκριμένη διάταξη στην ουράνια σφαίρα ώστε να δημιουργούν σχηματισμούς. Όμως οι αστερισμοί που βλέπει ο Οδυσσέας αφήνοντας την Καλυψώ και το νησί της, ο Βοώτης, οι Πλειάδες, η Άρκτος (ε 272-4), δεν έχουν τα ίδια ονόματα στην αστρονομία άλλων πολιτισμών, αν και έχουν καθιερωθεί στη σύγχρονη επιστημονική αστρονομία. Διαφορετικοί λαοί φαντάστηκαν διαφορετικά σχήματα στον ουρανό.
Την ίδια φαντασία επιστρατεύει ο άνθρωπος και στη γλώσσα, γιατί πάντα αναζητεί να ερμηνεύσει το άγνωστο έχοντας ως βάση κάτι που του είναι οικείο. Κάθε λέξη η οποία δεν βγάζει νόημα ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται κατανοητή. Στο αυτοβιογραφικό Τότε που ζούσαμε ο Ασημάκης Πανσέληνος αφηγείται πώς ο απλός λαός στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, είχε συνδέσει το ραντεβού με τον έρωτα και με την ανηθικότητα:
Οι Μυτιληνιοί αν ήταν να πληρώσουν για κάτι, θα προτιμούσαν να δουν καμιά ζωντανή θεατρίνα, από τους θιάσους που ξόριαζαν πού και πού κατακεί. Η διασκέδαση δεν είχε πάρει ακόμα τα νόμιμα δικαιώματά της στη ζωή. Δεν ήταν πάντα τίτλος τιμής. Η λέξη ραντεβού έμοιαζε λίγο με αισχρολογία! Ο Αντώνης ο Πρωτοπάτσης άκουσε κάποτε να την λεν ερωντεβού. Την επαναλάβαινε σε κάθε ευκαιρία και ξεραινόταν στα γέλια.
Στη σεμνότυφη κοινωνία της Μυτιλήνης του α ́ μισού του 20 ου αι. η γαλλικής προέλευσης λέξη ραντεβού είχε συνδεθεί αποκλειστικά με τις ερωτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα κάποιοι να υποθέσουν ότι παράγεται από τη λέξη έρωτας και να τη μετατρέψουν σε ερωντεβού, ώστε να είναι μορφολογικά εγγύτερα στην υποτιθέμενη ετυμολογία της. Ο μέσος ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει γλωσσολογική κατάρτιση και πολύ περισσότερο δε γνωρίζει την ορθή ετυμολογία των λέξεων· η άγνοιά του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επανερμηνευτούν ελεύθερα και να υποστούν αλλαγές στη μορφή και τη σημασία λέξεις άγνωστες προκειμένου να γίνουν σημασιολογικά διαφανείς. H διαδικασία κατά την οποία ο ομιλητής μιας γλώσσας επανερμηνεύει μία απαρχαιωμένη ή ξένη λέξη και την εξομαλύνει αλλάζοντας τη μορφή ή τη σημασία της βάσει μίας γνωστής σε αυτόν λέξης ονομάζεται λαϊκή ετυμολογία.
Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γερμανικού όρου Volksetymologie, τον οποίο εισηγήθηκε το 1852 ο Ernst Föstermann (1822-1906) με άρθρο αφιερωμένο στη γερμανική λαϊκή ετυμολογία, αντιδιαστέλλοντάς τον με τη «λόγια ετυμολογία», η οποία βασίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Περίπτωση λαϊκής ετυμολογίας που έχει επικρατήσει στην ελληνική είναι π.χ. το αγιόκλημα, του οποίου η παλαιότερη μορφή *αιγόκλημα (λατινικά: caprifolium, γαλλικά: chèvrefeuille) είχε καταστεί σημασιολογικά αδιαφανής, επειδή η λέξη που χρησιμοποιείτο ως πρώτο συνθετικό (αἴξ , αἰγ-ός) είχε πέσει σε αχρηστία (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 53). Με τον ίδιο τρόπο επανερμηνεύτηκε η ιταλική λέξη poltrona, η οποία, όταν εισήχθη στην ελληνική γλώσσα, έγινε πολυθρόνα, επειδή συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 1445). Το φαινόμενο δεν είναι περιορισμένο, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές λέξεις που υπέστησαν αλλαγές λόγω κάποιας παρετυμολογικής σύνδεσης, και είτε θεωρούνται εσφαλμένοι τύποι, όπως το επίθετο ανθηρόστομος, το οποίο καταγράφεται ως παρεφθαρμένος τύπος του επιθέτου αθυρόστομος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 186), είτε εκτόπισαν τους αρχικούς, όπως το αυτόζυμο, που έχει καθιερωθεί να λέγεται εφτάζυμο στα νέα ελληνικά (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 702).
Πολλές λέξεις σχηματίζονται στηριγμένες σε κάποια λαϊκή παρετυμολογία, αλλά συχνά έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής, παραμένουν κυρίως στον προφορικό λόγο και κατά κανόνα δεν καταγράφονται στα λεξικά, όπως το ερωντεβού του Πανσέληνου. Μία παρόμοια περίπτωση είναι το τρυπησόνι. Η λέξη υπάρχει στο επίτομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας (ΕΛΕΓ) του 1957, αλλά όχι στο ΜΛΕΓ, του οποίου αποτελεί επιτομή. Δεν υπάρχει σε κανένα από τα νεότερα λεξικά, ούτε στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης του Σταματάκου (ΛΝΕΓΣ), ωστόσο το έχει καταγράψει και ο Ν. Π. Ανδριώτης στο ετυμολογικό λεξικό του (σελ. 263, 1951). Αποτελεί  παρετυμολογική απόδοση του γαλλικού tirebouchon, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά και με τη λόγια λέξη εκπώμαστρο.
Η καταγραφή του τρυπησονιού στο λεξικό δείχνει τον αυθόρμητο μηχανισμό της λαϊκής παρετυμολογίας, ενώ παράλληλα αποτελεί και ένα στιγμιότυπο της γλωσσικής αλλαγής. Αρχικά η λέξη tirebouchon, επειδή ήταν σημασιολογικά σκοτεινή, συνδέθηκε με το τρυπώ και έτσι προέκυψε το τρυπησόνι. Παράλληλα με αυτή, χρησιμοποιείτο (από ομιλητές που είτε είχαν γνώση της γαλλικής γλώσσας, είτε γνώριζαν την προέλευση της λέξης) και ο τύπος που είναι πιο κοντά στη γαλλική λέξη, το τιρμπουσόν, ο οποίος τελικά κυριάρχησε. Δεν συνέβη προφανώς το ίδιο και στην περίπτωση της πολυθρόνας. Αν και πρόκειται για πανομοιότυπες περιπτώσεις, η πορεία των λέξεων ήταν διαφορετική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η εξέλιξη ερμηνεύεται από την τάση των ομιλητών μίας ξένης γλώσσας να μεταφέρουν στη μητρική τους γλώσσα τη φωνολογία και τη μορφολογία των λέξεων που δανείζονται. Αυτό εξηγεί και την επικράτηση παρετυμολογιών από δάνεια άλλων γλωσσών, όπως το συντριβάνι (το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το ρήμα συντρίβω, αλλά προέρχεται από την περσική λέξη sadirvan) και η πέστροφα (που συνδέει με το ρήμα επιστρέφω τη βουλγαρική [pustruva] Пъстърва, ίσως επειδή ορισμένα είδη πέστροφας ζουν στη θάλασσα και επιστρέφουν στα ποτάμια για να αναπαραχθούν).