Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Έχει μείνει η σκόνη

Το ποίημα Queda el polvo του José Agustín Goytisolo (1928-1999) αναφέρεται στο γεγονός που καθόρισε τη ζωή του: όταν ήταν δέκα ετών, στη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου, η μητέρα του χάθηκε σε βομβαρδισμό από τις φρανκικές δυνάμεις. Κυρίως στα βιβλία του El retorno (1955) και Final de un adiós (1984) αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του σχετικά με την απώλεια, όμως το πιο γνωστό ποίημα είναι το Palavras para Julia, που αναφέρεται στη μητέρα και την κόρη του και το οποίο τραγούδησε ο Paco Ibañez.



Queda el polvo

De aquel trueno, de aquella
terrible llamarada
que crecío ante mis ojos,
para siempre ha quedado,
confundido en el aire,
un polvo de odio, una
tristísima ceniza
que caía y caía
sobre la tierra, y sigue
cayendo en mi memoria,
en mi pecho, en las hojas
del papel en que escribo.



Έχει μείνει η σκόνη
Από εκείνo τoν κεραυνό, από ‘κείνη
την τρομερή πυρκαγιά
που θέριεψε μπροστά στα μάτια μου
έχει μείνει για πάντα,
ανακατεμένη με τον αέρα,
μια σκόνη από μίσος, μια
αξιοθρήνητη τέφρα
που πέφτει ακατάπαυστα
πάνω στη γη κι εξακολουθεί
να συσσωρεύεται στη μνήμη μου,
στο στήθος μου, στις σελίδες
του χαρτιού που γράφω.

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Η μεταφορική χρήση του λεμονιού

H Corrine Beaumont είναι γνωστή από την εκστρατεία "Know Your Lemons", με την οποία επιχειρεί να ενημερώσει τις γυναίκες σχετικά με τον καρκίνο του μαστού, χρησιμοποιώντας τα λεμόνια ως μεταφορά για το στήθος. Δεν πρόκειται βέβαια για καινοφανή μεταφορά, αφού φαίνεται πως έχει ταξιδέψει μαζί με τον καρπό της λεμονιάς σε διάφορες εποχές και πολιτισμούς. 
Λεξικό Δημητράκου
Αν αναζητήσει κανείς το λήμμα λεμόνι στο ΜΛΕΓ, θα βρει και τη μεταφορική σημασία, αποτυπωμένη σχεδόν με λυρισμό: οι σφριγηλοί μαστοί των νεανίδων, πρβλ. κιτρολέιμονα (σελ. 4294). Ακολουθώντας την παραπομπή στο λήμμα κιτρολέμονο, ο λεξικογράφος γράφει έναν παρόμοιο ορισμό: μτφ. επί των σφριγηλών και προπετών μαστών των νεανίδων (σελ. 3917). Παραθέτει -αντί παραδείγματος- ένα δημώδες δίστιχο: τα δυο σου κιτρολέμονα | να σου τα σφίξω, δαίμονα. Στο λήμμα κιτρολεμονιά υπάρχει επίσης μεταφορική σημασία: ως χαρακτηρισμός αγαπωμένης γυναικός, η οποία ακολουθείται από άλλο δημώδες δίστιχο:  ω κιτρολεμονίτσα μου, κι ω κιτρολεμονιά μου, | εσύ 'σαι που τα μάρανες τα φύλλα της καρδιάς μου. 
Το ΛΝΕΓ (Σταματάκου) μοιάζει να αντιγράφει τα ερμηνεύματα του λεξικού Δημητράκου. Το λεμόνι έχει μεταφορική σημασία: σφριγηλοί μαστοί νεάνιδος (σελ. 1802) και παραπέμπει στο κιτρολέμονο. Στο λήμμα κιτρολέμονο δίνει μεταφορική σημασία: επί των μαστών των νεανίδων, ενώ στο κιτρολεμονιά καταγράφει τον σχεδόν πανομοιότυπο ορισμό: χαρακτηρισμός αγαπωμένης γυναικός (σελ. 1652). Σε αυτό το λεξικό δεν υπάρχουν παραδείγματα που να συνοδεύουν το ερμήνευμα. 
Τα δημώδη άσματα που καταγράφει το ΜΛΕΓ αποκαλύπτουν τη γενικευμένη χρήση των συγκεκριμένων μεταφορών, του στήθους ως λεμονιών και της γυναίκας ως λεμονιάς, στη νεοελληνική δημοτική ποίηση. Στο πασίγνωστο Λεμονάκι μυρωδάτο οι στίχοι κρύβουν επιμελώς την ερωτική διάσταση: Λεμονάκι μυρωδάτο / κι από περιβόλι αφράτο / μη παραμυρίζεις τόσο / και με κάνεις και νυχτώσω. Στο Κοντούλα λεμονιά ακούμε τα λόγια: Μωρή κοντούλα λεμονιά, / με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα, / σε φίλησα κι αρρώστησα, / και το γιατρό δε φώναξα. Η υπαινικτική χρήση της μεταφοράς είναι απαραίτητη σε μία κοινωνία με αυστηρά ήθη. 
Λεξικό Δημητράκου
Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις ξεκάθαρης σύνδεσης του λεμονιού με το στήθος. Στην Κρήτη, σε μία μαντινάδα από τα Παινέματα τση κόρης, ο τραγουδιστής παινεύει τα κάλλη της κόρης και μεταξύ άλλων λέει: Αν πω για τα βυζάκια σου, τα Καστρινά λεμόνια, απού 'ναι ολοστρόγγυλα και άσπρα σαν τα χιόνια. Σε άλλο κρητικό τραγούδι ο τραγουδιστής απευθύνεται στη γυναίκα λεμονιά και χτίζει γύρω από τη συγκεκριμένη μεταφορά μια αφήγηση για την κόρη που δεν μπορεί να έχει: Μα η λεμονιά που αγαπώ σ' άλλο μοιράσι πέφτει, / για ένα κλαδί λεμονανθό θα με 'ποδώσει κλέφτη. [...] Δεντρί που σε καμάρωνα καθημερνή και σχόλη κι εδά 'γειρες τσοι κλώνους σου σε ξένο περιβόλι. 
Η μεταφορά ταξιδεύει και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Από τη Χίο προέρχεται το τραγούδι Ω κρητική μου λεμονιά (να σε φυτέψω στο γιαλό, φοβάμαι τους κουρσάρους, να μη σε βρούνε μοναχή κι ερθούνε και σε πάρουν), ενώ από τη Μικρασία το Λιβισιανή μου πέρδικα: Έρχομαι κι εσύ κοιμάσι μέσα στ’ άσπρα γιασιμιά, / ξύπνα που να ζεις κι να ’σι, φουντουτή μου λιμουνιά. Ακόμα και στη συλλογή δημοτικών τραγουδιών του Passow με τίτλο Τραγούδια Ρωμαίικα, η οποία κυκλοφόρησε το 1860, διαβάζουμε: «τα στήθη σου λεϊμόνια και τα βυζιά σου κλώνοι / χαράς στον νιο όπου θα μπει να κόψει το λεϊμόνι». 
 
Μια καθιερωμένη μεταφορά όπως αυτή, εύκολα βρίσκει το δρόμο στην ποίηση. Στη συλλογή Τα Ρω του Έρωτα του Οδυσσέα Ελύτη, στο ποίημα Το δελφινοκόριτσο: Σαν λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε / κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε
H μεταφορική χρήση του λεμονιού δεν περιορίζεται στα όρια της ελληνικής γλώσσας. Είναι γνωστή και στην ισπανική. Ο Oscar Conde γράφει στο λεξικό της λουνφάρδο (είναι η αργεντίνικη αργκό του τάνγκο), στο λήμμα limones ως ερμήνευμα τη λέξη στήθη, και εξηγεί: por alusion a la forma del limon, fruto del limonero (Diccionario Etimológico Del Lunfardo). Στους Λουσιάδες του Καμόες, ποιήματος γραμμένου τον 16ο αι., γίνεται η ίδια σύνδεση: Os formosos limões ali, cheirando, / estão virgíneas tetas imitando. Η λίστα είναι μεγάλη και μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα ποιήματα, όπως το Oda al limon του Νερούδα, το Me tiraste un limón, του Μιγκέλ Ερνάντες.
Στα σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής, ωστόσο, δεν υπάρχει πουθενά αυτή η σημασία. Αναφέρεται σε μία εποχή παρωχημένη, όπου η υπαινικτικότητα ήταν απαραίτητη και όπου τα βιώματα της αγροτικής ζωής σχεδόν επέβαλλαν το πλαίσιο από το οποίο αντλούνταν μεταφορές. Εξαφανίστηκαν επίσης και εκείνοι οι λεξικογράφοι που θα κατέγραφαν ένα δημοτικό τραγούδι αντί για παραδείγματα. Οι ηλεκτρονικές δεξαμενές κειμένων και η ανάγκη καταγραφής χρηστικών παραδειγμάτων εξοβέλισαν και την ποίηση από τα λεξικά. Αφενός πρόκειται για την εισαγωγή αυστηρότερων επιστημονικών κριτηρίων στη λεξικογραφική θεωρία και πράξη, αφετέρου όμως είναι ευχάριστο που η απουσία αυτών των κριτηρίων τότε έδωσε στον λεξικογράφο την ελευθερία να καταγράψει στίχους δημοτικών τραγουδιών.

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

ωσεί χόρτος, όψεις της ματαιότητας

Σύμφωνα με την αφήγηση που μας έχει παραδοθεί, ο βασιλιάς Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος ζήτησε να έρθουν στην Αλεξάνδρεια Εβραίοι μελετητές και ερμηνευτές για να μεταφραστούν τα ιερά βιβλία που επρόκειτο να αποτελέσουν αργότερα την Παλαιά Διαθήκη. Οι Εβδομήκοντα -για την ακρίβεια εβδομήντα δύο, καθώς ήταν έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ- εργάστηκαν χωριστά, αλλά όλες οι μεταφράσεις που προέκυψαν ήταν πανομοιότυπες.
Μέσα σε αυτή τη θεόπνευστη μετάφραση μία εβραϊκή λέξη, χατσίρ, μεταφράστηκε ως χόρτος. Στον Ψαλμό ρβ' (στίχος 15) αναφέρεται πως ο άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, ωσεί χόρτος γράφει η μετάφραση των Εβδομήκοντα αποδίδοντας το εβραϊκό keḥāṣîr (כֶּחָצִ֥יר). Είναι ισχυρή μεταφορά που γίνεται οδυνηρή στη συνέχεια: ο άνθρωπος ανθίζει σαν το λουλούδι του αγρού, μα περνά πάνω του ο άνεμος και δεν υπάρχει πια, κι ούτε που φαίνεται ο τόπος όπου βρισκόταν (ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει, ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού). Την ξαναβρίσκουμε στον Ησαΐα (μ' 6-7): πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως ανθός χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος εξέπεσε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Ησαΐα επαναλαμβάνεται  στην Α' Επιστολή του Πέτρου (α' 24) και στον δεύτερο λόγο Εις Ευτρόπιον του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ο οποίος συμπληρώνει με παρόμοιες μεταφορές: άνεμος πνεύσας αθρόον τα μεν φύλλα κατέβαλε, γυμνόν δε ημίν το δένδρον έδειξε. Και: 
Νυξ ην πάντα εκείνα και όναρ, και, ήμέρας γενομένης, ηφανίσθη, άνθη ην εαρινά, και, παρελθόντος του έαρος, άπαντα κατεμαράνθη, σκιά ην, και παρέδραμε, καπνός ην, και διελύθη, πομφόλυγες ήσαν, και διερράγησαν, αράχνη ην, και διεσπάσθη. 
Μπαίνοντας στην ελληνική γραμματεία ο χόρτος ως σύμβολο του εφήμερου ανθρώπου συναντά τη μεταφορά των φύλλων στον Όμηρο (οίη περ φύλλων γενεή, Ζ' 146-9) και στον Μίμνερμο (ημείς δ', οία τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ώρη έαρος, D2, 2W). Το όναρ που αναφέρει ο Χρυσόστομος θυμίζει τον Πίνδαρο (σκιάς όναρ άνθρωπος, Πυθιόνικος VIII 95-97). Αιώνες μετά ο Σεφέρης θυμάται τη βιβλική μεταφορά του χορταριού στον Τελευταίο Σταθμό
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος 
[...]
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, 
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν· 
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι·
Λίγο παρακάτω, στον στίχο 63, ο ποιητής μάς θυμίζει το βιβλίο της ματαιότητας, τον Εκκλησιαστή: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Τα απαρέμφατα είναι δικές του επιλογές, το βιβλικό κείμενο δεν τα αναφέρει, όμως η δομή παραπέμπει σε αυτό, καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν, καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης
Η μεταφορά του χορταριού βρίσκεται και στον Παλαμά. Εκεί, ωστόσο, η βιβλική επιρροή είναι απίθανη, γιατί ο ποιητής μεταφέρει γνωστό στίχο της δημοτικής ποίησης. Στο διήγημα Θάνατος Παλληκαριού διαβάζουμε:  — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται κ' η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες.
Η απαισιοδοξία που μεταδίδεται για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι κοινή σε όλα τα κείμενα, όμως υπάρχει και μία θεμελιώδης διαφορά: το αδιέξοδο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί η ματαιότητα και η μικρότητα της ανθρώπινης κατάστασης σώζεται από τον Θεό, ο ψαλμός ρβ' συνεχίζει αναφέροντας το έλεος του Κυρίου [...] επί τους φοβουμένους αυτόν και ο Ησαΐας διαβεβαιώνει: εξηράνθη ο χόρτος [...] το δε ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα.

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

το κρατίδιο της Κομμαγηνής

Ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είχε σκοτωθεί πολεμώντας τους Πάρθους το 164 π.Χ., ενώ την ίδια εποχή οι Μακκαβαίοι ξεσηκώνονταν εναντίον των Σελευκιδών και εγκαθίδρυαν τη δυναστεία των Ασαμοναίων. Την επόμενη χρονιά ένας τοπικός διοικητής θα αποφάσιζε να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση της σελευκιδικής εξουσίας και να γίνει και ο ίδιος βασιλιάς: ο αρμενικής καταγωγής Πτολεμαίος, σατράπης της Κομμαγηνής, περιφέρειας του βασιλείου των Σελευκιδών, ανακηρύχθηκε βασιλιάς, ιδρύοντας μία δυναστεία της οποίας οι τελευταίοι απόγονοι θα κατέληγαν υπήκοοι της Ρώμης. Ο εγγονός του τελευταίου βασιλιά της έμεινε γνωστός ως Φιλόπαππος και σήμερα, απέναντι από την Ακρόπολη, βρίσκεται το γνωστό μνημείο το οποίο χτίστηκε προς τιμήν του πάνω στον λόφο που φέρει το όνομά του.
Η θυσία του ποιητή Ιάσωνος Κλεάνδρου
εν Κομμαγηνή - Εγγονόπουλος 1935
Αυτό το βασίλειο της Κομμαγηνής, εύθραυστο, μικρό και εφήμερο, βρίσκει τη θέση του στην ποίηση του απαισιόδοξου Καβάφη, που εμπνέεται από τη φθορά, την παρακμή. Το ποίημά του: Επιτύμβιον Αντιόχου, Βασιλέως Κομμαγηνής μάλλον αναφέρεται στον Αντίοχο Α΄ τον Θεό, Δίκαιο, Επιφανή, Φιλορωμαίο, Φιλέλληνα -κάθε προσωνύμιο τονίζει περισσότερο τη μηδαμινότητά του-, ο οποίος καυχιόταν για την καταγωγή του από τον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς ήταν γιος μιας Ελληνίδας πριγκίπισσας των Σελευκιδών και ενός Αρμένιου βασιλιά, λάτρη, όπως λέγεται, των ελληνικών γραμμάτων. Στα χρόνια του η Κομμαγηνή γνώρισε μεγάλη ακμή. Ο Καβάφης επινοεί έναν Εφέσιο σοφιστή Καλλίμαχο, ο οποίος "από τον οίκον τον βασιλικόν ασμένως κ' επανειλημμένως φιλοξενηθείς" γράφει "τη υποδείξει Σύρων αυλικών" ένα επιτύμβιο στο οποίο τον κολακεύει, γιατί "υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός -ιδιότητα δεν έχ' η ανθρωπότης τιμιοτέραν". Ο τάφος του πάνω στο βουνό Νεμρούτ με τις ύψους δέκα μέτρων προτομές θεών μαρτυρεί την ανατολίτικη δυναστική συνήθεια να αποθεώνεται ένας ηγεμόνας.
Στο ποίημά του Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ. ο ποιητής δίνει χρονολογία λίγο πριν οι Άραβες καταλάβουν την περιοχή. Είναι πάλι μία εποχή πριν το τέλος, ο κόσμος που περιγράφεται σύντομα θα σαρωθεί από τους νέους κατακτητές και θα σβήσει. "Εις σε προστρέχω, Τέχνη της Ποιήσεως" γράφει. "Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι." Η εσωτερική, σωματική παρακμή που περιγράφουν οι στίχοι συνδυάζεται με το επερχόμενο τέλος του κόσμου του ποιητή, τέλος που ανακοινώνει ο χωροχρονικός προσδιορισμός του τίτλου.
Στο κρατίδιο της Κομμαγηνής επιστρέφει ο Σεφέρης στο ποίημα Τελευταίος Σταθμός το 1944. Ο ποιητής βρίσκεται στην Cava dei Tirreni και ετοιμάζεται να γυρίσει στην Ελλάδα -η κυβέρνηση αναχωρεί πρώτη. Οι Ναζί εγκαταλείπουν τη χώρα και ο ποιητής σκέφτεται την Κομμαγηνή, ένα από τα εφήμερα κράτη που σάρωσε η ιστορία:

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία·
το κρατίδιο της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια. 

Το ποίημά του ο Σεφέρης το γράφει το 1944. Στις 17 Δεκεμβρίου 1946 ακολουθεί η ομιλία του στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών με τίτλο «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ: Παράλληλοι» η οποία δημοσιεύεται το επόμενο έτος στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (σελ. 33-43, τόμ. 3, τεύχος 2, Ιούνιος 1947). Είναι σημαντικό, γιατί επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη σημασία που δίνει ο ποιητής στην καβαφική Κομμαγηνή. Σημειώνει για τον Καβάφη πως «η ιστορική του αίσθηση όχι μόνο τον κάνει οξύτατα σύγχρονο, αλλά και συνάμα τού παρέχει την ίδια μέθοδο». Σε αυτό το δοκίμιο εντάσσει την Κομμαγηνή στο πλαίσιο της καβαφικής ποίησης:

Ο κόσμος του Καβάφη βρίσκεται στις παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών, που με τόση επιμέλεια εξακρίβωνε· εκεί που υπάρχουν κράματα πολλά, μεταπτώσεις, μεταστάσεις, παραβάσεις· σε πολιτείες που λάμπουν και τρεμοσβήνουν: στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, στη Σιδώνα, στη Σελεύκεια, στην Οσροηνή, στην Κομμαγηνή· είναι ένας κόσμος ερμαφροδίτων, και η γλώσσα που μιλούν ένα κράμα.

Η επισήμανση του Σεφέρη (οι παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών) εξηγεί τη θέση της Κομμαγηνής και στο δικό του ποίημα, καθώς τη μεταχειρίζεται ως σύμβολο του κόσμου που σβήνει ή που συνεχώς μάς υπενθυμίζει το εύθραυστο και εφήμερο. Γνωρίζουμε πως ο Σεφέρης κουβαλά μέσα του την καβαφική Κομμαγηνή. Τα κείμενα που συνωστίζονται μέσα μας βρίσκουν διέξοδο στη διαδικασία της συγγραφής. Το επιβεβαιώνει ο Mario Vitti γράφοντας για τον Τελευταίο Σταθμό: ...ο ποιητής ανασύρει στην επιφάνεια αναφορές και φράσεις λογοτεχνικές, που ανήκουν σε διάφορα στρώματα της μνήμης του, τον Μακρυγιάννη [...] τον Καβάφη που του άνοιξε άλλες προοπτικές για τον Ελληνισμό... (σελ. 168-169, Φθορά και λόγος: εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Εστία, 2006, 5η έκδ.)
Έπειτα ξανασυναντάμε την πόλη-σύμβολο στον Ελύτη: πρόκειται για το ποίημα Η χαμένη Κομμαγηνή (Τα ελεγεία της Οξώπετρας, 1991). Ο  ποιητής παίρνει τη σκυτάλη και, σύμφωνα με τον Αντρέα Μπελεζίνη (Ο όψιμος Ελύτης, Ίκαρος 1999), «ξεκαθαρίζει αποφασιστικότερα από κάθε άλλη φορά τους λογαριασμούς του με τον Καβάφη και τον Σεφέρη (Άλλοι ας ψάχνουνε για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε / Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα)». Οι στίχοι που αναφέρονται ειδικά στο αρχαίο βασίλειο χρησιμοποιούν μία παρομοίωση: 

Η ψυχή γίνεται, ωσάν άλλος Ευπαλίνος, μιαν
Επικράτεια μικρή πέραν του πόνου να εδραιώσει
Μικρή όσο κι η παλαιά Κομμαγηνή
Χαμένη όσο κι εκείνη
Και απλησίαστη  
 
Και ξανά εμφανίζεται η Κομμαγηνή στην ποίηση, δίνει τον τίτλο σε ένα ποίημα του Αλέξανδρου Ίσαρη (στην ποιητική συλλογή Όμιλος φίλων θαλάσσης - Ο ισορροπιστής, 1976), το οποίο τελειώνει με τους εξής στίχους:

Ν’ απλώνεις το μάγουλό σου στον Ιούδα που 
Έφτασε με το τραίνο απ’ την Κομμαγηνή 
Ψιθυρίζοντας είναι ώρα 
Είναι ώρα 
Μην καθυστερείς.

Η Κομμαγηνή με τον σύντομο βίο της και τη μικρή επικράτειά της έχει κάνει μεγάλη διαδρομή στην ελληνική ποίηση. Η ιστορία της τη βάρυνε και συνεχίζει να τη βαραίνει με τον ίδιο συμβολισμό: η πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, τα Σαμόσατα, πατρίδα του Λουκιανού, βυθίστηκε στα νερά του φράγματος Ατατούρκ.
Συνειρμικά σκέφτεται κανείς τι έχει μείνει από τα κράτη του παρελθόντος, εφήμερα ή μη, ασθενικά ή κραταία, μεγάλα ή μικρά. Έχουν γίνει λήμματα εγκυκλοπαιδειών, αντικείμενα ιστορικής και αρχαιολογικής μελέτης, ενώ τα ονόματά τους πού και πού έχουν μείνει ως κατάλοιπα στον καθημερινό λόγο: Η λέξη περγαμηνή, που μας θυμίζει το βασίλειο της Περγάμου. Ο βανδαλισμός, απόηχος της φήμης του γερμανικού φύλου των Βανδάλων, που για έναν αιώνα είχαν δημιουργήσει ένα βασίλειο στη βόρεια Αφρική. Η λέξη φρίζα, που προέρχεται από τους Φρύγες (< γαλλ. frise < μεσν. λατ. frisium, παράλλ. τ. του phrygium < λατ. Phryx < Φρυξ, -γός, επειδή η Φρυγία ήταν περιώνυμη στην αρχαιότητα για τις χρυσοποίκιλτες ταινίες και τις ζώνες της. ΛΝΕΓ, 2002, σελ. 1903). Οι ίδιοι συνειρμοί μάς οδηγούν στο να αναρωτηθούμε τι θα απομείνει από την Ελλάδα και τους Έλληνες και να ταυτιστούμε με την αγωνία του Σεφέρη εκείνες τις φθινοπωρινές μέρες του 1944 στο ιταλικό χωριό. Η αίσθηση επανέρχεται στη λογοτεχνία: ίδια είναι η απόγνωση που νιώθει ο Γιώργος Ιωάννου από ένα περιστατικό που αποτυπώνει στο διήγημα Τζέλντεν (περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Η μόνη κληρονομιά, 1974), καταγράφοντας τις αναμνήσεις του από την περίοδο που δούλεψε ως καθηγητής στο ελληνικό σχολείο της Λιβύης (1959-1961):

Στο μεταξύ διάφοροι αγριάνθρωποι απ' το Τέξας περνούσαν με αλαζονεία από δίπλα μας. [...] Εκεί που με συγκίνηση συνάθροιζα άμμο κι απολιθώματα, ένας τεράστιος τεξανός με καπελαδούρα στάθηκε πάνω απ' το κεφάλι μου. "Από πού είσαι;" ρώτησε. "Από την Ελλάδα", είπα με λαχτάρα. "Και πού είναι αυτή η Ελλάδα;" έκανε και μου γύρισε τις πλάτες. Συνέχισα το μάζεμα, όμως τώρα μου φαινόταν πως μαζεύω τα ψίχουλα και τα κόκαλα από το τραπέζι των αμερικανών. Ακούς εκεί το γαϊδούρι! Τα ήπατά μου ήταν κομμένα, ο έλληνας δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθεί. "'Ισως να το 'κανε για πλάκα", μουρμούριζε μουδιασμένα. [...] Σηκώθηκα απότομα κι άρχισα να τα μαζεύω. Ο έλληνας ήταν απαρηγόρητος, το είχε δέσει κόμπο ο κακομοίρης πως θα μείνω τουλάχιστο εκείνο το βράδυ. Γιατί έφευγα; [...] "Να χέσω τα λεφτά τους και τις μηχανές τους", κραύγασα κι έτρεξα στ' αμάξι. "Μα γιατί;" φώναζε ο φίλος το κατόπι μου.  Και σ' όλο το γυρισμό έλεγα και ξανάλεγα: "Παναγίτσα μου, βάλε το χέρι σου να μη βρεθούν ποτέ πετρέλαια στην πατρίδα. Τότε είναι που δε θα ξανασηκώσουμε κεφάλι". 

Τι απομένει όμως από την Κομμαγηνή ύστερα από τόση συμβολική εξύψωση στην νεοελληνική ποίηση; Τι απομένει εκτός από τα μνημεία που μας κληροδότησε; Αν κάποιος επισκεφτεί την Τουρκία σήμερα, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει κάποιο κατάστημα της αλυσίδας εστιατορίων που σερβίρουν ανατολίτικες γεύσεις και φέρουν το όνομα Komagene. Η τουρκική ιστοσελίδα εξηγεί την επιλογή του ονόματος: η Κομμαγηνή ήταν ένα βασίλειο το οποίο επιβίωνε χωρίς να διεξάγει πολέμους, είναι σύμβολο της ειρήνης και της διπλωματίας. Επιπλέον, θεωρείται πως στα εδάφη της υπήρξε η γενέτειρα του Αβραάμ -μερικοί την ταυτίζουν με την πόλη Ούρφα- στον οποίο ο θρύλος αποδίδει τη συνταγή του çiğ köfte, που σερβίρεται ωμός στα εν λόγω μαγαζιά. Παρά το συμβολικό κατάντημα του βασιλείου που γίνεται επωνυμία εστιατορίων, ακόμα και έτσι το όνομά της βαραίνει από τους συμβολισμούς.  

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Ποιο πλοίο είδε ο πιλότος Nagel;

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910. Τον Νοέμβριο του 1928 έβγαλε ναυτικό φυλλάδιο και τον επόμενο χρόνο μπάρκαρε στο φορτηγό Άγιος Νικόλαος. Ήταν μόλις δεκαεννιά. Τον Ιούνιο του 1933, μετά από τέσσερα χρόνια στη θάλασσα, εξέδωσε με δικά του έξοδα την ποιητική συλλογή Μαραμπού.
Στα είκοσι δύο ποιήματα της συλλογής διαβάζουμε συχνά αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο και φανταζόμαστε ότι ταξίδεψε Αίγυπτο - νότια Γαλλία σε ένα λαμπρό ποστάλ, ότι στο Αλγέρι αγόρασε ένα μικρό αφρικανικό ατσάλινο μαχαίρι και πως ένας Δανός τού χάρισε μια πίπα ολλανδική. Ότι σε ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού αγόρασε μια μαϊμού και πως η Μαρσίλια τον έκανε να ζαλιστεί πολύ. Αφηγείται την ιστορία του Γουίλι, ενός θερμαστή από το Τζιμπουτί, του γερμανού εμποροπλοίαρχου Φλέτσερ και ενός Εγγλέζου, επίσης θερμαστή, που αυτοκτόνησε εν πλω στον Βισκαϊκό κόλπο.
Αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από τις αναφορές που κάνει στα ποιήματά του. Ο Γιώργος Ιωάννου αποδίδει πολλά στη φαντασία του Καββαδία: «Ο Καββαδίας εμπνεόταν από την ίδια τη ζωή του. Δεν έγραψε για πράγματα που από το κρεβάτι του ονειρευόταν -γιατί αυτό είναι φυγή. Άλλο τώρα, αν η αγάπη του προς τη θάλασσα και τη λιμανίσια περιπέτεια τον έσπρωχνε με τη φαντασία του και σε άλλα μέρη, άγνωστα και πιο εξωτικά, όπου με το σώμα του δεν είχε φτάσει. Αλλά τουλάχιστο ήξερε τις αναλογίες τους.» (σελ. 13, Ν. Καββαδίας. Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Δημήτρης Καλοκύρης Ερμής, 1995)
Σε κάποια από τα ποιήματα το στοιχείο του ρεαλισμού ενισχύεται: ένα από αυτά έχει ως τίτλο το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου αφηγείται το τέλος (William George Allum), στο Ο πλοίαρχος Φλέτσερ δίνει όχι μόνο το όνομα του εμποροπλοιάρχου, αλλά και το όνομα του πλοίου, ενώ προτάσσει μιαν είδηση -σαν απόκομμα εφημερίδας- που επιτείνει την αίσθηση του πραγματικού. Τέλος, στο Ο πιλότος Nagel αναφέρει εκτός από τον Νάγκελ Χάρμπορ και το όνομα του πλοίου το οποίο αποχαιρετά: είναι το Steamer Tank «Fjord Folden». Αυτό το όνομα πλοίου είναι η αφετηρία για ένα διπλό ταξίδι: κατ' αρχάς για τη διερεύνηση της σχέσης του ποιήματος με την πραγματικότητα και έπειτα για το ταξίδι από το ποιητικό στο πραγματικό.
Το steamer tank είναι όρος που αναφέρεται σε ατμόπλοια τα οποία μετέφεραν πετρέλαιο, όμως το όνομα του πλοίου είναι αλλαγμένο, καθώς το πραγματικό πλοίο -ή τουλάχιστον το μόνο υπαρκτό πλοίο που είναι δυνατό να εισέπλευσε στους στίχους αυτού του ποιήματος- ονομαζόταν S/S Foldenfjord. Η αναστροφή των δύο συνθετικών του ονόματος ίσως εξυπηρετούσε καλύτερα την ποιητική πρόθεση του Καββαδία. 
Το S/S Foldenfjord είναι ένα από τα τρία πλοία με το ίδιο όνομα τα οποία κατείχε η εταιρεία Norwegian American Line (NAL). Τα άλλα ήταν το M/V Foldenfjord, το οποίο καθελκύστηκε είκοσι χρόνια μετά την έκδοση του Μαραμπού, ενώ το επίσης ονομαζόμενο M/V Foldenfjord, το οποίο καθελκύστηκε το 1921, δεν ήταν steamer tank. Εξάλλου το όνομά του αρχικά ήταν Remus, και μετονομάστηκε σε M/V Foldenfjord το 1927, όταν το αγόρασε η NAL, και κράτησε το όνομα αυτό μόνο για δύο έτη, καθώς το 1929 πωλήθηκε στην Rederi-A/S Oddsø και μετονομάστηκε σε Tivy.
Η καταχώριση του Foldenfjord στον νηογνώμονα Lloyd's το 1942
Για τo S/S Foldenfjord διαβάζουμε στον τόμο 18 του Pacific Marine Review (σελ. 438), που εκδόθηκε το 1921: The Norwegian-American Line's new 10.000-ton tanker Foldenfjord was launched May 12 at the Sun Shipbuilding Company's yard, Chester, Pennsylvania. The Foldenfjord is the third Norwegian-American tank steamer to leave the ways in the past six months. After her trial trip, on which she averaged 11.84 knots, she was delivered May 31.
Και αυτό το πλοίο όμως -το πλοίο που πιθανότατα είδε ο πιλότος Νάγκελ, αν υπήρξε ποτέ πιλότος με αυτό το όνομα- πωλήθηκε το 1928 στη Richfield Oil Co. (με έδρα το Λος Άντζελες) και μετονομάστηκε σε Larry Doheny. Είναι μάλλον απίθανο να το είδε ο Καββαδίας, που μπάρκαρε πρώτη φορά το 1929, και ακόμα πιο απίθανο να το είδε με τη νορβηγική ονομασία, που ο ίδιος χρησιμοποίησε στο ποίημα. Από όποια πηγή και αν το βρήκε, προφανώς το αξιοποίησε για να δημιουργήσει το σκηνικό της νοσταλγίας που βαραίνει μέχρι θανάτου τον νορβηγό πιλότο Νάγκελ, ενώ περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Κολόμπο της Κεϋλάνης (της σημερινής Σρι Λάνκα). Ο Καββαδίας τοποθετεί στην εικόνα ένα πλοίο από την πατρίδα, τη νοσταλγική ανάμνηση των νησιών Λοφούτεν και έναν μοναχικό ξενιτεμένο πιλότο, μακριά από τη Νορβηγία, η οποία είναι περισσότερο σύμβολο παρά μία χώρα. Στο τέλος, μαζί με το νορβηγικό καράβι αποχαιρετά και την ίδια του τη ζωή.
Το S/S Foldenfjord
Ο άνθρωπος που πεθαίνει μόνος, μακριά από ό,τι αγαπούσε, μακριά από αυτό που θεωρούσε πατρίδα, επρόκειτο να γίνει μοίρα του Καββαδία. Στις 10 Φεβρουαρίου 1975 πέθανε σε κλινική της Αθήνας έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. «Φοβάμαι μην πεθάνω στη στεριά» έλεγε. Και οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Αυτό που φοβόμουνα έγινε». (σελ. 52, Ν. Καββαδίας. Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Δημήτρης Καλοκύρης Ερμής, 1995)
Ωστόσο το πλοίο που κάποτε λεγόταν Foldenfjord και έπειτα Larry Doheny είχε την κατάληξη που ευχόταν ο Καββαδίας για τον ίδιο: δεν κατέληξε στη στεριά να γίνει σκραπ, αλλά βυθίστηκε. Στις 5 Οκτωβρίου 1942, ενώ έπλεε κατευθυνόμενο στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, τριάντα έξι ναυτικά μίλια από τη στεριά, χτυπήθηκε από τορπίλη ιαπωνικού υποβρυχίου. Η αφήγηση που καταγράφεται σε υπηρεσιακή έκθεση της National Oceanic and Atmospheric Administration των ΗΠΑ μάς πληροφορεί ότι η δεξαμενή αρ. 3 εξερράγη, το πλοίο εγκαταλείφθηκε αμέσως από τους επιζώντες (γλίτωσαν τα σαράντα από τα σαρανταέξι μέλη του πληρώματος) και βυθίστηκε δεκατρείς ώρες μετά την επίθεση, το πρωί της 6ης Οκτωβρίου. 
Ο Ανδρέας Κάλβος στην τελευταία στροφή της ωδής Ο Φιλόπατρις ευχήθηκε: «Ας μη μου δώση η μοίρα μου / εις ξένην γην τον τάφον· / είναι γλυκύς ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα / εις την πατρίδα». Το ελληνικό κράτος φρόντισε για τη μεταφορά των οστών του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ζάκυνθο. Υποθέτω πως για τον Καββαδία η μόνη πατρίδα στην οποία θα ήθελε να επιστρέψει είναι η θάλασσα, όπως το περιγράφει στην τελευταία στροφή του ποιήματος Πικρία, τρεις μέρες πριν πεθάνει: Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, / δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερό τιμόνι. / Mια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει / κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.
To πλοίο όταν ονομαζόταν Larry Doheny

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Όμορφε Μοριά

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
και δακρύσαντες απέρχονται.

                      AΘΗΝAΙΟΣ


Στην Patrologia Graeca, στον τόμο 156, σώζεται ο επικήδειος λόγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγου για τον αδερφό του, δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο. Ανάμεσα στους επαίνους αναφέρει την απόφασή του να επιτρέψει την εγκατάσταση δέκα χιλιάδων Ιλλυριών στην Πελοπόννησο (Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί και γυναιξί, και ταις ουσίαις και θρέμμασι, τον Ισθμόν κατέλαβον). Ο λαός που αναφέρεται με το αρχαίο όνομα Ιλλυριοί είναι αλβανόφωνοι που έρχονται από την περιοχή της σημερινής Αλβανίας. Σήμερα οι πληθυσμοί αυτοί που ζουν στην Ελλάδα λέγονται Αρβανίτες και στην Ιταλία Arbëreshë
Οι Ιλλυριοί εκείνοι έστειλαν αντιπροσωπεία στον δεσπότη του Μυστρά ζητώντας να τους επιτρέψει την εγκατάσταση (πρεσβείαν πάνυ λαμπράν [...] πέμψαντες [...] τουνδόσιμον λαβόντες παρ' αυτού και εισιέναι και μείναι). Ο Θεόδωρος τους υποδέχτηκε αψηφώντας τις παραινέσεις πολλών που του ζητούσαν να τους διώξει, επειδή φοβούνταν το πλήθος τους καθώς και το ότι τα διαφορετικά τους ήθη θα προκαλούσαν προβλήματα (οι πλείους παρήνουν μηδαμώς αυτούς δέξασθαι, το τε πλήθος δεδιότες και το έθεσιν ετέροις εκείνους ζην υποπτεύοντες αίτιον σκανδάλου γενήσεσθαι). Το αποτέλεσμα ήταν το δεσποτάτο να αποκτήσει μεγάλο και εμπειροπόλεμο στρατό, που βοήθησε στην ανάκτηση εδαφών και στην συλλογή φόρων (κτάται [...] στρατιάν τοσαύτην, ουκ άπειρον μεν τραυμάτων, αγαθήν δε τα πολέμια. [...] ουκ απεδίδοσαν άπαντα μετά προσθήκης τα ηρπαγμένα; Ου φόρους προσεδίδοσαν;).
 Αυτή δεν ήταν η πρώτη είσοδος Αρβανιτών στην Πελοπόννησο. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα είχαν εγκατασταθεί πληθυσμοί εκτοπισμένοι από τον Στέφανο Δουσάν. Η άνοδος των Οθωμανών και η επέκταση της αυτοκρατορίας τους τους έφερε σε συνεχή σύγκρουση με τους υπερασπιστές των τελευταίων χριστιανικών κτήσεων και κρατών στην βαλκανική χερσόνησο. Το δεσποτάτο υποτάχθηκε το 1461 και στην Πελοπόννησο απομένουν οι κτήσεις της Βενετίας, που από το 1463 ως το 1479 βρίσκεται σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Βενετοί από εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν στρατιώτες από τις βαλκανικές τους κτήσεις.
Το 1540 αναγκαστήκαν να παραδώσουν το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά στους Οθωμανούς. Ο Βενετικός στόλος πήρε μαζί στρατιώτες και οικογένειες που ήθελαν να φύγουν και τους εγκατέστησε σε άλλες κτήσεις της. Το 1685 ο Μοροζίνης κατέλαβε εκ νέου την Πελοπόννησο και το 1688 ιδρύθηκε το βασίλειο του Μορέως που οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν το 1715. Η κατάλυση της ενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο ακολουθήθηκε από νέα έξοδο πληθυσμών που εγκαταστάθηκαν στη νότια Ιταλία, αλλά δεν ξέχασαν ποτέ την πατρίδα τους, την Πελοπόννησο. Στα αλβανόφωνα χωριά της σημερινής Ιταλίας τραγουδιέται ακόμα ένα τραγούδι που φανερώνει τη νοσταλγία τους για το Μοριά και θυμίζει τους Ποσειδωνιάτες του Καβάφη. 




Ο! e bukura More /  çë kur të lashë /  më nuk të pashë. / Atje kam u zotin tatën / atje kam u zonjën mëmën / atje kam edhe tim vlla / gjith buljuar mbë në dhe.
(Όμορφε Μοριά / από τότε που σε άφησα δε σε ξανάδα. / Εκεί έχω εγώ τον κύρη πατέρα μου / εκεί έχω εγώ την κυρά μάνα μου / εκεί έχω και τον αδερφό μου, / όλους θαμμένους μες στη γη.)


Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Η θάλασσα - Μιγκέλ Ερνάντες





Και η θάλασσα διαλέγει

λιμάνια όπου μπορεί να γελάσει 
-όπως οι ναυτικοί.

Η θάλασσα αυτών που υπάρχουν.

Και η θάλασσα διαλέγει 
λιμάνια όπου μπορεί να πεθάνει.
Όπως οι ναυτικοί.

Η θάλασσα εκείνων που υπήρξαν.