Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΝΕΓ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΝΕΓ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Η ετυμολογία ενός ευφημισμού

Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ), στο ενδόλημμα κουτάκι του λήμματος κουτί, βρίσκουμε την ακόλουθη σημασία:
3. (οικ.) το γυναικείο αιδοίο. 
(Η συντομογραφία (οικ.) δηλώνει το οικείο επίπεδο ύφους.)


Η σημασία αυτή απουσιάζει από όλα σχεδόν τα λεξικά. Δεν υπάρχει στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΛΝΕΓ), στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ), στο Νέο Ελληνικό Λεξικό (ΝΕΛ) της Εκδοτικής Αθηνών, στο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (ΧΛΝΓ), αν και πρόκειται για γνωστή σημασία με καθιερωμένη χρήση, όπως διαπιστώνουμε παρακολουθώντας το ακόλουθο βίντεο.
 


Στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr υποστηρίζεται πως η μεταφορική, ευφημιστική χρήση του κουτιού (όχι του υποκοριστικού κουτάκι) για το αιδοίο προέρχεται από την αγγλική γλώσσα (προφανώς ως μεταφραστικό δάνειο), στην οποία επίσης η χρήση είναι αργκοτική. Πιστεύω ωστόσο πως η συγκεκριμένη ετυμολογική πρόταση δεν ευσταθεί, και αυτή η παρετυμολογία αποτελεί την κατάλληλη ευκαιρία για να ερευνήσουμε έναν τρόπο ερμηνείας ομοιοτήτων που δεν οφείλονται σε γλωσσική επαφή.
Πολλές φορές η γνώση της αγγλικής μάς παραπλανά και μας οδηγεί εύκολα και ανεξέταστα στο συμπέρασμα ότι κάποιες κοινές εκφράσεις ή μεταφορές μπορεί να προέρχονται από την επιρροή της αγγλικής, δεδομένου του ηγεμονικού ρόλου της. Στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα έχουμε μία μεταφορά που παράγεται αξιοποιώντας τις εννοιολογικές δομές της ανθρώπινης σκέψης με αποτέλεσμα να εμφανίζεται παράλληλα σε διαφορετικές γλώσσες (π.χ. doos, που σημαίνει επίσης «κουτί» στα Ολλανδικά, Scheide [=θήκη] στα Γερμανικά· ο ανατομικός όρος vagina προέρχεται από την αντίστοιχη λατινική, η οποία έχει τη σημασία «θήκη σπαθιού», ενώ και η λέξη κολεός της αρχαίας Ελληνικής σήμαινε θηκάρι σπαθιού και σήμερα είναι ανατομικός όρος για τον κόλπο (από τον οποίο παράγονται και σύνθετα, όπως ο κολεόσπασμος). Παρατηρούμε τη γλωσσική πραγμάτωση ενός αντιληπτικού σχήματος το οποίο συνδέει την έννοια του ατόμου με την έννοια του δοχείου, όπως υποστηρίζεται στο αγγλικό λεξικό της αργκό The Oxford Handbook of Taboo Words and Language του Keith Allan (σελ. 57, Oxford University Press, 2019). Ο συμβολισμός του αιδοίου με κάποια μορφή δοχείου παρατηρείται και από τον Φρόιντ, ο οποίος στο βιβλίο του Η ερμηνεία των ονείρων παρατηρεί: «Κουτιά κάθε σχήματος και χρήσης, κιβώτια, ερμάρια, θερμάστρες αντιστοιχούν στο γυναικείο σώμα, όπως επίσης σπηλιές, πλοία και όλα τα είδη δοχείων» (σελ. 315, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις  Επίκουρος, 1993)· ο Φρόιντ συνεχίζει αναφέροντας ένα παράδειγμα συμβολισμού του γυναικείου σώματος με κάστρο αναφερόμενος στο τραγούδι για τον «Κόμητα Έμπερσταϊν» του Ούλαντ: απόψε ένα κάστρο βρίσκεται σε κίνδυνο (Heut' Nacht wird ein Schlößlein gefährdet sein).
Ευρεία χρήση της συγκεκριμένης μεταφοράς μπορούμε να διαπιστώσουμε και στην τέχνη. Στην αγγλική γραμματεία η μεταφορική χρήση του κουτιού ως γυναικείου γεννητικού οργάνου μαρτυρείται για πρώτη φορά σε ανώνυμο ποίημα των τελών του 15ου αι. με τίτλο Hey noyney: Ser John to me is proferyng / for hys plesure ryght well to pay / and in my box he puttes hys offryng / I have no powre to say hym nay (σελ. 143, Anthology of Ancient Medival Woman's Song, Anne L. Klinck, εκδ. Palgrave Macmillan US, 2004). Επίσης απαντάται και στον Σέξπιρ (Τέλος Καλό, Όλα Καλά, πράξη 2η, σκηνή 3η):  He wears his honour in a box, unseen, / That hugs his kicky-wicky here at home. Στον κινηματογράφο, σε σύγχρονες ταινίες, διαπιστώνουμε τη χρήση του αργκοτικού όρου σε λογοπαίγνιο σχετικό με το κουτί της Πανδώρας στην ταινία Notting Hill (I knew a girl in school named Pandora. Never got to see her box though) και στο Ted (That's cause everyone's mouth is usually full of your wife's box). Τέλος, στο τραγούδι Rider του Will Oldham ακούμε τους στίχους: lady's got a box pressed into my face / and a belt of beads draped around her waist.

 
 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Από τον Δημητράκο στον Μπαμπινιώτη


Είμαι παιδάκι τσίφτικο κι εγώ θα καθαρίσω, και μη χαλάς τα κέφια σου, θα `ρθω μέσα στ’ αδέρφια σου εγώ να τους μιλήσω.


Το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη Με κυνηγούν τ' αδέρφια σου, το οποίο ακούστηκε για πρώτη φορά στην ταινία Ο Ατσίδας (1962), έχει ως θέμα τις δυσκολίες που εμπόδιζαν τις ερωτικές σχέσεις της εποχής, λόγω των αυστηρών ηθών που περιόριζαν τη γυναίκα στο οικογενειακό σπίτι και την εμπόδιζαν να συνάψει ελεύθερα σχέσεις.
Στη μελέτη με τίτλο Διά λόγους τιμής της Έφης Αβδελά καταγράφεται η σταδιακή απονομιμοποίηση των εγκλημάτων τιμής στις δεκαετίες του '50 και του '60. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον κινηματογράφο: ο τύπος του αδελφού που περιφρουρεί την τιμή της αδερφής είναι αποκλειστικά χαρακτήρας της κωμωδίας. Στις ταινίες της περιόδου ο έρωτας είναι ο αποκλειστικός νικητής, ενώ απαξιώνεται το παλιότερο έθιμο της επιλογής του συντρόφου από την οικογένεια της γυναίκας. 



Τα ήθη αυτά αντικατοπτρίζονται στο Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης (ΜΛΕΓ), το οποίο άρχισε να συντάσσεται τη δεκαετία του 1930 και δημοσιεύτηκε είκοσι χρόνια αργότερα. Στο λήμμα κερατάς διαβάζουμε τον ορισμό: ο ανήρ του οποίου η σύζυγος μοιχεύεται, και κατ' επέκταση η αδελφή, η θυγάτηρ ή και άλλη στενή συγγενής αυτού. Ο λεξικογράφος, που συνέτασσε το λήμμα οχτώ δεκαετίες πριν, κατέγραφε την επικρατούσα αντίληψη σχετικά με την τιμή: κάποιος μπορούσε να χαρακτηριστεί κερατάς λόγω της ερωτικής ελευθερίας κάθε γυναίκας που ανήκε στο στενό συγγενικό του περιβάλλον.
Παρακάτω στο λημματολόγιο συναντούμε το λήμμα κερατώνω: προσβάλλω την συζυγικήν τιμήν τινός, απατώ, ατιμάζω τον άνδρα, επί οικείας γυναικός και ιδίως επί συζύγου. Η σημασία ακολουθείται από δύο παραδείγματα, από τα οποία το ένα σήμερα προκαλεί την έκπληξη του σημερινού αναγνώστη: εκεράτωσε τον πατέρα της.


Στο ΛΝΕΓ, το οποίο δημοσιεύτηκε σχεδόν μισό αιώνα μετά, η σημασία είναι αυτή που γνωρίζουμε σήμερα: ο σύζυγος που τον απατά η γυναίκα του. Η απόσταση των σημασιών στα δύο λεξικά είναι τεράστια, όση και η απόσταση των δύο εποχών, της μεσοπολεμικής Ελλάδας και της Ελλάδας των τελών του 20ού αιώνα.
Μία πιο προσεχτική ανάγνωση του λεξικού Δημητράκου, όπως επικράτησε να λέγεται, θα μπορούσε να αποκαλύψει πολλά για την κοινωνία της εποχής, για τα ήθη της και για τη θέση της γυναίκας. Η σημασία της ομοφυλοφιλίας αρχίζει με τις λέξεις γενετήσιος διαστροφή. Στο λήμμα ροδάνι υπάρχει η φράση: η γλώσσα της πάει ροδάνι (επί λίαν φλυάρων γυναικών). Η πολυλογία εκείνη την εποχή θεωρείτο γυναικεία αποκλειστικότητα. Σε όλα τα σύγχρονα λεξικά η σημασία της φράσης έχει αποσυνδεθεί από το γυναικείο φύλο.
Οι προβληματισμοί -και οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής- παρεισφρέουν στο λεξικό. Βρισκόμαστε σε μία εποχή κατά την οποία οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα της ψήφου και στο λήμμα ψήφος, στη σημασία 14 βρίσκεται το παράδειγμα: δεν θα δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Αποτελεί ειρωνική συγκυρία η χρονική σύμπτωση της έκδοσης του λεξικού με τη χορήγηση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες.
Οι σημασίες και τα παραδείγματα που ξενίζουν τον σημερινό αναγνώστη αναδεικνύουν μια άλλη χρησιμότητα των παλαιών λεξικών: αποκαλύπτουν το πνεύμα μιας άλλης εποχής, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό στον ορίζοντα της συγχρονίας. Το πνεύμα της εποχής διαποτίζει τους ανθρώπους, οι σημερινοί αναγνώστες δεν αντιλαμβάνονται αυτό το τμήμα του λεξικού που θα είναι ξένο στις μελλοντικές γενιές. Ωστόσο μία γεύση της αλλαγής στην εποχή μας μπορούμε να πάρουμε από τις διεκδικήσεις των ομόφυλων ζευγαριών ή των φυλομεταβατικών. Η καθιέρωση του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια και η ψήφιση του νομοσχεδίου για την ταυτότητα φύλου αποκαλύπτει νέες τάσεις που ίσως θα οδηγήσουν σε αναθεώρηση του ορισμού λέξεων, όπως οικογένεια, γυναίκα, άνδρας. Στα λεξικά της αγγλικής γλώσσας έχει ήδη ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρησή τους.

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Λέξεις ταμπού στο λεξικό Μπαμπινιώτη

Πριν από είκοσι χρόνια κυκλοφόρησε το ΛΝΕΓ, που έγινε ευρύτερα γνωστό ως λεξικό Μπαμπινιώτη,  και το οποίο επρόκειτο  να γίνει το πιο διάσημο λεξικό της νεοελληνικής, αφού έμαθαν για αυτό και άνθρωποι που μάλλον δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή τους λεξικό. Ο βασικός λόγος για αυτή τη φήμη ήταν η καταγραφή της σημασίας "οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρ. του ΠΑΟΚ)" στο λήμμα Βούλγαρος, καθώς η αγαθή πρόθεση της λεξικογραφικής ομάδας αποτυπώσει πιστά τη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα ξεσήκωσε τις αντιδράσεις όλων όσων αντιμετώπισαν τη σημασία αυτή ως εθνική προσβολή.
Η οργή κατά του λεξικού πυροδότησε ένα ντόμινο αντιδράσεων: μία μειωτική σημασία στο λήμμα Πόντιος προκάλεσε την αντίδραση των Ποντίων, ενώ στο λήμμα Φιλιππινέζα το παράδειγμα "η ασκούμενη δικηγόρος είναι η Φιλιππινέζα του γραφείου. Κάνει όλες τις άλλες δουλειές, εκτός από το να δικηγορεί" προκάλεσε την αντίδραση των δικηγόρων. Ήταν προφανές ότι το λεξικό είχε συγκεντρώσει ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό από ανθρώπους που το διάβαζαν για να βρουν επιλήψιμες σημασίες και παραδείγματα. Ήταν το θέμα της ημέρας για πολλά δελτία ειδήσεων την άνοιξη του 1998 και είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Είναι το λεξικό το οποίο έκανε ανθρώπους άσχετους με τη λεξικογραφία να θεωρητικολογούν σχετικά με τα όριά της και είναι το μοναδικό που έγινε γηπεδικό σύνθημα:  
Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω δυνατά, / μπουγάτσα με κιμά.

Μπαμπινιώτη, ευχαριστώ / που έβγαλες το λεξικό, / θα το φωνάζω μια ζωή / μπουγάτσα με τυρί.
Η απάντηση στις αντιδράσεις ήταν η επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης, η οποία απογοήτευσε όσους υπερασπίστηκαν την επιστημονική ελευθερία, επειδή επιχειρούσε να κατευνάσει τα πνεύματα αφαιρώντας τις προσβλητικές αναφορές. 
Αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι, αν και αφαιρέθηκε η υποτιμητική σημασία του λήμματος Βούλγαρος, ωστόσο δεν αφαιρέθηκε το λήμμα χαμουτζής που χρησιμοποιούν υποτιμητικά οι Βορειοελλαδίτες για τους Νοτιοελλαδίτες. Σε αυτήν την περίπτωση το ΛΝΕΓ και το ΛΚΝ είναι τα μόνα λεξικά που καταγράφουν τη λέξη (βρίσκεται επίσης στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr), καθώς δεν υπάρχει ούτε στα ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014 και είχε στη διάθεσή του τα λημματολόγια των προηγούμενων λεξικών.
 
Η επανεκτύπωση ωστόσο της πρώτης έκδοσης του λεξικού Μπαμπινιώτη προκάλεσε άλλου είδους κριτική, προερχόμενη από αυτούς που υποστήριζαν πως ο λεξικογράφος πρέπει να έχει την ελευθερία να παράγει το έργο του χωρίς να λογοκρίνεται. Η δημοσιογραφική ομάδα του Ιού της Ελευθεροτυπίας με το άρθρο "Παλλαϊκή λεξικογραφία" κατηγόρησε το λεξικό επειδή υποχώρησε σε όλες τις απαιτήσεις των κατηγόρων του: απέσυρε τις επίμαχες σημασίες, προσέθεσε λήμματα, ενώ άλλα, όπως το λήμμα Κύπρος, τα διαμόρφωσε έτσι ώστε να είναι εθνικώς ορθά.
Αυτό που δεν παρατήρησαν οι αυτόκλητοι λεξικογράφοι του Ιού, ωστόσο, είναι πως οι αλλαγές στο λεξικό δεν έγιναν απαραίτητα κατόπιν απαιτήσεων. Στη δεύτερη έκδοση του 2002 συναντάμε το λήμμα εξήντα εννέα, το οποίο έχει μόνο τις σημασίες σχετικά με τον αριθμό 69: 
1. εξήντα οκτώ συν ένα, ο αριθμός 69 2. (ως επίθ.) αυτοί που ανέρχονται ποσοτικά στον αριθμό 69
Αν αναζητήσει κανείς άλλους αριθμούς, όπως εξήντα οκτώ, εξήντα επτά κλπ. δεν θα τους εντοπίσει. Το λήμμα εξήντα εννέα μπήκε εκεί μόνο επειδή κατέγραφε μία στάση στο σεξ. Όποιος διαθέτει την πρώτη έκδοση του λεξικού μπορεί να διαβάσει το λήμμα εξήντα εννέα με τη σεξουαλική σημασία: 
3. ερωτική στάση κατά την οποία έρχονται σε επαφή ταυτόχρονα το στόμα τού ενός εραστή με το γεννητικό όργανο του άλλου
Μπορούμε να φανταστούμε ότι πριν την επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης έγινε ένα προσεχτικό χτένισμα στο λημματολόγιο προκειμένου να αφαιρεθούν τυχόν επιλήψιμα λήμματα, παραδείγματα και σημασίες. Ωστόσο, η παρουσία του λήμματος εξήντα εννέα μαρτυρά την προσπάθεια να καταγραφεί στο λεξικό μία ομάδα λέξεων που αντιμετωπίζονται ως ταμπού και είναι πράγματι πρωτοποριακή, επειδή η λέξη δεν έχει καταγραφεί από κανένα σύγχρονο λεξικό (τουλάχιστον από τα σημαντικά λεξικά που κυκλοφορούν). Δεν υπάρχει στα ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ούτε στο πιο πρόσφατο ΧΛΝΓ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014. Η πρώτη έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη είναι παραμένει μέχρι σήμερα η μοναδική που καταγράφει αυτή τη σημασία.
Παρά τη συγκεκριμένη προληπτική αυτολογοκρισία του το ΛΝΕΓ δεν λογόκρινε γενικότερα τις λέξεις ταμπού και στο λημματολόγιό του συναντάμε αρκετές τέτοιες. Μία από αυτές, ίσως φόρος τιμής στον Ηλία Πετρόπουλο, καθώς καταγράφεται στο βιβλίο του "Το μπουρδέλο", είναι η ρεπατζού: γυναίκα ελευθερίων ηθών που αντικαθιστά εργαζομένη σε οίκο ανοχής, όταν η τελευταία έχει ρεπό (σελ. 1536, β' έκδοση του 2002). Είναι άλλη μία λέξη από αυτές που βρίσκονται μόνο στο ΛΝΕΓ και δεν υπάρχουν στα λημματολόγια των άλλων λεξικών. Το συγκεκριμένο λήμμα, βέβαια, δικαίως δεν συμπεριλαμβάνεται στα λημματολόγια των άλλων λεξικών, καθώς αποτελεί αρκετά σπάνια και περιθωριακή λέξη, ωστόσο η παρουσία του έχει κάποια χρησιμότητα: λειτουργεί ως νομιμοποίηση της αργκό και των λέξεων ταμπού στα λεξικά. Αντιθέτως, η διαγραφής της σημασίας του εξήντα εννέα αποκαλύπτει πως η σεμνοτυφία της κοινωνίας αντιδρά ακόμα και στην επιστημονική λεξικογραφική προσέγγιση του αργκοτικού και ακατάλληλου λεξιλογίου.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Το τανκς του Πολυτεχνείου

Θυμάμαι αμυδρά τις σχολικές γιορτές τού Πολυτεχνείου στις οποίες μάς αφηγούνταν πώς μπήκε το τανκς στο Πολυτεχνείο την 17η Νοεμβρίου 1973. Είμαι βέβαιος πως άκουγα τη λέξη τανκς, ακριβώς έτσι, tanks, δανεισμένη από τον πληθυντικό της αντίστοιχης αγγλικής λέξης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν επικράτησαν στη χρήση ο ενικός το τανκ και ο πληθυντικός τα τανκς. Η ηγεμονική θέση τής αγγλικής γλώσσας και η διεύρυνση της γνώσης της στους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής εισάγουν -εκτός από γλωσσικά δάνεια- και στοιχεία της μορφολογίας της.   
Διαφορετικά λεξικά χειρίζονται αυτή τη γλωσσική πραγματικότητα με διαφορετικούς τρόπους. Αν κάποιος αναζητήσει τη λέξη τανκς στο ΛΚΝ, θα διαπιστώσει πως χαρακτηρίζεται άκλιτο (το τανκς, του τανκς, τα τανκς, των τανκς) και πως δεν υπάρχει τύπος τανκ για τον ενικό. Το ΛΝΕΓ (β' έκδοση, σελ. 1738), προσπαθώντας να περιγράψει με περισσότερη ακρίβεια τη χρήση της λέξης, έχει τον τύπο τανκ(ς) στην κεφαλή του λήμματος. Το ΝΕΛ (σελ. 1332) ακολουθεί την κλίση της λέξης με βάση την αγγλική γλώσσα και καταγράφει ενικό τανκ και πληθυντικό τανξ και τανκς. Το ίδιο κάνει και με το ακριβώς προηγούμενο λήμμα: τάνκερ, πληθ. τάνκερς. Το ΜΕΛ δίνει και αυτό διαφορετικό πληθυντικό (τανκς). Το επίτομο λεξικό Δημητράκου (ΕΛΕΓ) ήδη από το 1957 δίνει διαφορετικούς τύπους για τον ενικό και τον πληθυντικό του λήμματος τανκ, αν και χαρακτηρίζει άκλιτο το λήμμα τάνκερ (σελ. 1313), όπως και τα κλομπ (σελ. 795), τσιπ (σελ. 1352). Ωστόσο, στο λήμμα σεντ δίνει πληθυντικό σεντς (σελ. 1219).
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αν οι ξένες λέξεις κουβαλάνε μαζί τους τη μορφολογία της γλώσσας προέλευσης, σε τι βαθμό συμβαίνει αυτό και αν μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιον κανόνα που να καθορίζει τον δανεισμό μορφολογικών στοιχείων μαζί με το λεξιλόγιο που έχουμε δανειστεί και συνεχίζουμε να δανειζόμαστε.
Στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα ρεπόρτερ (σελ. 1536), ο συντάκτης του λεξικού Μπαμπινιώτη δίνει την οδηγία ότι πρέπει να αποφεύγεται η μεταφορά της μορφολογίας της αγγλικής στην ελληνική:  
Παρατηρείται και εδώ ότι θα πρέπει να αποφεύγονται σχηματισμοί αγγλικού πληθυντικού ρεπόρτερς (!), γιατί τέτοιες δάνειες λέξεις που λήγουν σε σύμφωνα τα οποία δεν υπάρχουν στο σύστημα της Ελληνικής, δεν σχηματίζουν πληθυντικό. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις όπως κομπιούτερ, πληθ. οι κομπιούτερ, όχι κομπιούτερς, γκάνγκστερ, όχι οι γκάνγκστερς. Ομοίως, πρέπει να αποφεύγονται πληθ. τσάρτερς, τάνκερς, κ.τ.ό.
Τις ίδιες ιδέες διατυπώνει και στο Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής (2014, σελ. 740) και προχωρά στο να χαρακτηρίσει «επίδειξη αγγλομάθειας» τη χρήση του κλιτικού συστήματος της αγγλικής γλώσσας
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σχεδόν αποκλειστικά σε λέξεις της Αγγλικής και σπανιότερα σε λέξεις από άλλες γλώσσες (πβ. κοντσέρτι, μπράβι, κ.ά.). Αυτό πιθανώς εξηγείται από την ευρεία διάδοση της Αγγλικής στην ελληνική κοινωνία ως πρωτεύουσας ξένης γλώσσας και από τη διαπιστωμένη τάση επίδειξης αγγλομάθειας πολλών Ελλήνων ομιλητών.
Το φαινόμενο της χρήσης του πληθυντικού της αγγλικής γλώσσας (-s) είναι το κυριότερο περιστατικό δανεισμού της μορφολογικών στοιχείων ξένης γλώσσας (ωστόσο υπάρχει και ο πληθυντικός του μπάρμαν: Ένωση Μπάρμεν Ελλάδος). Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν λέξεις δάνειες από τη λατινική: συχνά διαβάζουμε για κόρπορα κειμένων (πληθυντικός του κόρπους), για διεθνή φόρα (πληθυντικός του φόρουμ), που ακολουθούν πιστά την αντίστοιχη πρακτική της αγγλικής γλώσσας, ενώ ο Καρυωτάκης έγραψε τον πληθυντικό του κονσόρτσιουμ στο ποίημα Στο Άγαλμα της Eλευθερίας που φωτίζει τον κόσμο: «Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι». Ωστόσο αυτή η πρακτική δεν είναι γενικευμένη, καθώς δεν έχουμε αντίστοιχους πληθυντικούς για άλλες λατινικές λέξεις, όπως πόντιουμ, μεμοράντουμ, άλμπουμ, μέντιουμ. Παρόμοια συμμόρφωση με τον κλιτικό σύστημα άλλων γλωσσών εντοπίζουμε σε ορισμένες έθνικ συνταγές (π.χ. τορτίγιας) και επίσης μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα ΜΜΕ, ειδικά σε άρθρα σχετικά με την οικονομία, όπου επικρατεί η τάση να κλίνονται τα νομίσματα των ξένων κρατών, όπως το βραζιλιανικό ρεάλ, το οποίο στον πληθυντικό λέγεται ρεάις, το βουλγαρικό λεβ (πληθ.: λέβα) και το ρουμανικό και μολδαβικό λέου (πληθ. λέι). Για παράδειγμα, στο λήμμα για το βραζιλιανικό ρεάλ η ελληνική βικιπαίδεια κλίνει τόσο το ρεάλ, όσο και την υποδιαίρεσή του, το σεντάβος: «Ακολούθησε η κυκλοφορία δεύτερης σειράς κερμάτων, το 1998, των 1 και 5 σεντάβος [...] το Δεκέμβριο του 2005, σταμάτησε η παραγωγή των κερμάτων του 1 σεντάβο».
Μολονότι ήδη έχει φανεί πως η χρήση του πληθυντικού ξένων γλωσσών στις δάνειες λέξεις δεν είναι ούτε καθιερωμένη ούτε καθολική, χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να γενικευτεί η χρήση του πληθυντικού της αγγλικής στα δάνεια από αυτή τη γλώσσα; Η απάντηση είναι κατηγορηματική: όχι. Ο κύριος λόγος είναι πως ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει το κλιτικό σύστημα της αγγλικής (της ισπανικής, της πορτογαλικής κλπ.) προκειμένου να χρησιμοποιεί τις δάνειες λέξεις. Επιπλέον, είναι πρακτικά αδύνατο να χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό για όλες τις αγγλικές λέξεις που έχουμε δανειστεί. Δεν είναι δυνατό να εισαχθεί ο πληθυντικός της αγγλικής για να χρησιμοποιηθεί σε λέξεις όπως σάντουιτς, φαξ, τοστ, τεστ, φλας, πάρκινγκ, πάρτι, ματς, άουτ, κλόουν, σκετς, σαφάρι, σοκ, κόουτς, στάτους. Σε μία περίπτωση μάλιστα, στη λέξη chip, ο ενικός και ο πληθυντικός συνεπάγονται σημασιολογική διαφοροποίηση: το τσιπ είναι στον υπολογιστή, ενώ τα τσιπς τα τρώμε.
Είναι ξεκάθαρο πως, έστω και σε περιορισμένο λεξιλόγιο, η γνώση της αγγλικής επηρεάζει τη χρήση των δανείων λέξεων. Ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής συνειδητοποιεί πως είναι ξένες λέξεις και χρησιμοποιεί το κλιτικό σύστημα της γλώσσας προέλευσης. Αντιθέτως, κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις που τις έχουμε δανειστεί όπως είναι στον τύπο του πληθυντικού, αλλά στην ελληνική αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε και στον ενικό: Ρομά (πληθυντικός του Ρομ), σεραφείμ, χερουβείμ, ρουμπαγιάτ, ταλιμπάν, μουτζαχεντίν, φενταγίν, παπαράτσι, πιράνχας, μακαρόνι, κανελόνι, παντελόνι, σπαγγέτι, φαλάφελ, ατζέντα, όπερα, ουλεμάς, άρμα, είναι πληθυντικοί και κανείς δεν επιχειρεί να πει ή να γράψει στον ενικό  ο μουτζαχίντ, το σπαγγέτο.
Το φαινόμενο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες: στη σύγχρονη τουρκική υπάρχουν λέξεις που έχουν εισέλθει ως δάνεια μέσω της ελληνικής, αλλά στον τύπο του πληθυντικού: karides σημαίνει καρύδα, patates σημαίνει πατάτα, domates σημαίνει ντομάτα και muşmula σημαίνει μούσμουλο. Ίσως οι Έλληνες μανάβηδες, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους στα ελληνικά, συνέβαλαν ώστε οι λέξεις να εισαχθούν στην τουρκική με τον τύπο του πληθυντικού. Στην τουρκική, βέβαια, ο πληθυντικός σχηματίζεται κανονικά, με βάση το κλιτικό σύστημα της γλώσσας: karidesler, patatesler, domatesler, muşmulalar.
Αν και η γλωσσολογία επιχειρεί να περιγράψει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίσει, η ιδέα του κανόνα υπάρχει στη συνείδηση του ομιλητή. Το λεξικό μπορεί να συντάσσεται ως μία περιγραφή της γλώσσας, αλλά φτάνει στα χέρια ενός αναγνώστη που το διαβάζει ως εγχειρίδιο που ρυθμίζει τη γλώσσα. Από αυτή την άποψη, του αναγνώστη που αναζητά τη σωστή χρήση σε ένα λεξικό, προκαλεί αμηχανία η οδηγία ότι το τανκ έχει πληθυντικό τανκς, αλλά το σάντουιτς δεν έχει.
Ωστόσο οι οδηγίες των λεξικών και των γλωσσικών εγχειριδίων δεν έχουν απόλυτη ισχύ: η ίδια η γνώση μιας ξένης γλώσσας, όπως είδαμε, μπορεί να λειτουργεί ρυθμιστικά για τον ομιλητή ώστε εκείνος να αγνοεί τις υποδείξεις του λεξικού Μπαμπινιώτη και να γράφει τραγούδια με στίχους όπως «συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί». Από τη μια οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να εμποδίσουν τη χρήση του αγγλικού πληθυντικού (-s) δεν μπορούν να αλλάξουν τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά  από την άλλη ούτε η συμμόρφωση των Ελλήνων προς τη νόρμα της αγγλικής δεν μπορεί να επιβάλει καθολικά τη χρήση του. Οι σποραδικές περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται ο αγγλικός πληθυντικός παραμένουν ως τεκμήρια της ισχύος της αγγλικής γλώσσας και ίσως ως ένα στάδιο πριν την πλήρη ελληνοποίηση των δανείων, αλλά αυτό θα το δείξει ο χρόνος.
Ένα παρόμοιο φαινόμενο -σε πολύ μεγαλύτερη έκταση- επηρέασε την εξέλιξη της τουρκικής γλώσσας και είναι πολύ χρήσιμο για να συνειδητοποιήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν τον δανεισμό. Κατά τη μετακίνηση των τουρκικών φύλων προς τη δυτική Ασία ο εξισλαμισμός τους, η υιοθέτηση του περσικού αλφαβήτου και η κατάκτηση της Περσίας οδήγησαν στην πολιτιστική κυριαρχία της περσικής γλώσσας και ακολούθως της αραβικής. Οι Σελτζούκοι χρησιμοποίησαν την περσική ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, ενώ οι Οθωμανοί δανείστηκαν όχι μόνο το λεξιλόγιο της αραβικής και της περσικής, αλλά και πολλά μορφολογικά στοιχεία. Η επίσημη οθωμανική τουρκική θεωρείτο πιο εκλεπτυσμένη όσο περισσότερα αραβικά και περσικά στοιχεία υιοθετούσε. Ο G. L. Lewis στο βιβλίο του Turkish Grammar προσπαθώντας να δώσει ένα ανάλογο παράδειγμα στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιεί τη λατινική και γράφει: «είναι σαν να λέγαμε όχι "for obvious reasons", αλλά "for rationes obviae", ή "what is the conditio of your progenitor reverendus?" αντί για "how's your father?" (σελ. XX, 1967).
Το παράδειγμα της οθωμανικής τουρκικής είναι χρήσιμο, επειδή δείχνει πώς η στάση των ομιλητών και το πολιτισμικό κύρος επέβαλαν την πληθώρα των αραβοπερσικών λεξιλογικών και μορφολογικών δανείων. Ωστόσο, αυτό που θεωρείτο στην οθωμανική εποχή δείκτης υψηλού μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου, καταδιώχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα και τα τουρκικά των αγροίκων, τα kaba Türkçe, πήραν τη θέση της «καλής τουρκικής».
Η στάση των φυσικών ομιλητών της ελληνικής είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε και χρησιμοποιούμε τα δάνεια. Η εφαρμογή της αγγλικής μορφολογίας (το τανκ, τα τανκς), η απόρριψή της (το τανκς) και η απόρριψη των δανείων λέξεων (το τεθωρακισμένο / το άρμα μάχης) φανερώνουν γλωσσικές ιδεολογίες και στάσεις και επηρεάζουν τη γλώσσα μας. Η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να διατυπωθεί κάποιος κανόνας είναι πως αντί για έναν κανόνα έχουμε στη διάθεσή μας ένα φάσμα επιλογών (ή κανόνων) που μπορούμε να επιλέξουμε ανάλογα με τη δική μας άποψη για τη γλώσσα και να εφαρμόσουμε ανάλογα με την περίσταση.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Λαϊκές ετυμολογίες: το τρυπησόνι

Ένα πολύ συνηθισμένο παιχνίδι των παιδιών είναι να κοιτάνε τα σύννεφα και να ανακαλύπτουν σχήματα ζώων ή πραγμάτων.  Καθώς τα σύννεφα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, τα σχήματα δεν μένουν ποτέ ίδια και το παιχνίδι έχει συνέχεια ενδιαφέρον. Αν και αυτό μάς φαίνεται παιδικό παιχνίδι και το απορρίπτουμε ως προϊόν φαντασίας, ωστόσο οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούμε ότι και οι αστερισμοί είναι δημιούργημα της ίδιας φαντασίας. Oι αστερισμοί βασίζονται στην αυθαίρετη υπόθεση ότι τα αστέρια βρίσκονται σε συγκεκριμένη διάταξη στην ουράνια σφαίρα ώστε να δημιουργούν σχηματισμούς. Όμως οι αστερισμοί που βλέπει ο Οδυσσέας αφήνοντας την Καλυψώ και το νησί της, ο Βοώτης, οι Πλειάδες, η Άρκτος (ε 272-4), δεν έχουν τα ίδια ονόματα στην αστρονομία άλλων πολιτισμών, αν και έχουν καθιερωθεί στη σύγχρονη επιστημονική αστρονομία. Διαφορετικοί λαοί φαντάστηκαν διαφορετικά σχήματα στον ουρανό.
Την ίδια φαντασία επιστρατεύει ο άνθρωπος και στη γλώσσα, γιατί πάντα αναζητεί να ερμηνεύσει το άγνωστο έχοντας ως βάση κάτι που του είναι οικείο. Κάθε λέξη η οποία δεν βγάζει νόημα ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται κατανοητή. Στο αυτοβιογραφικό Τότε που ζούσαμε ο Ασημάκης Πανσέληνος αφηγείται πώς ο απλός λαός στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, είχε συνδέσει το ραντεβού με τον έρωτα και με την ανηθικότητα:
Οι Μυτιληνιοί αν ήταν να πληρώσουν για κάτι, θα προτιμούσαν να δουν καμιά ζωντανή θεατρίνα, από τους θιάσους που ξόριαζαν πού και πού κατακεί. Η διασκέδαση δεν είχε πάρει ακόμα τα νόμιμα δικαιώματά της στη ζωή. Δεν ήταν πάντα τίτλος τιμής. Η λέξη ραντεβού έμοιαζε λίγο με αισχρολογία! Ο Αντώνης ο Πρωτοπάτσης άκουσε κάποτε να την λεν ερωντεβού. Την επαναλάβαινε σε κάθε ευκαιρία και ξεραινόταν στα γέλια.
Στη σεμνότυφη κοινωνία της Μυτιλήνης του α ́ μισού του 20 ου αι. η γαλλικής προέλευσης λέξη ραντεβού είχε συνδεθεί αποκλειστικά με τις ερωτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα κάποιοι να υποθέσουν ότι παράγεται από τη λέξη έρωτας και να τη μετατρέψουν σε ερωντεβού, ώστε να είναι μορφολογικά εγγύτερα στην υποτιθέμενη ετυμολογία της. Ο μέσος ομιλητής μιας γλώσσας δεν έχει γλωσσολογική κατάρτιση και πολύ περισσότερο δε γνωρίζει την ορθή ετυμολογία των λέξεων· η άγνοιά του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επανερμηνευτούν ελεύθερα και να υποστούν αλλαγές στη μορφή και τη σημασία λέξεις άγνωστες προκειμένου να γίνουν σημασιολογικά διαφανείς. H διαδικασία κατά την οποία ο ομιλητής μιας γλώσσας επανερμηνεύει μία απαρχαιωμένη ή ξένη λέξη και την εξομαλύνει αλλάζοντας τη μορφή ή τη σημασία της βάσει μίας γνωστής σε αυτόν λέξης ονομάζεται λαϊκή ετυμολογία.
Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γερμανικού όρου Volksetymologie, τον οποίο εισηγήθηκε το 1852 ο Ernst Föstermann (1822-1906) με άρθρο αφιερωμένο στη γερμανική λαϊκή ετυμολογία, αντιδιαστέλλοντάς τον με τη «λόγια ετυμολογία», η οποία βασίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Περίπτωση λαϊκής ετυμολογίας που έχει επικρατήσει στην ελληνική είναι π.χ. το αγιόκλημα, του οποίου η παλαιότερη μορφή *αιγόκλημα (λατινικά: caprifolium, γαλλικά: chèvrefeuille) είχε καταστεί σημασιολογικά αδιαφανής, επειδή η λέξη που χρησιμοποιείτο ως πρώτο συνθετικό (αἴξ , αἰγ-ός) είχε πέσει σε αχρηστία (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 53). Με τον ίδιο τρόπο επανερμηνεύτηκε η ιταλική λέξη poltrona, η οποία, όταν εισήχθη στην ελληνική γλώσσα, έγινε πολυθρόνα, επειδή συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 1445). Το φαινόμενο δεν είναι περιορισμένο, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές λέξεις που υπέστησαν αλλαγές λόγω κάποιας παρετυμολογικής σύνδεσης, και είτε θεωρούνται εσφαλμένοι τύποι, όπως το επίθετο ανθηρόστομος, το οποίο καταγράφεται ως παρεφθαρμένος τύπος του επιθέτου αθυρόστομος (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 186), είτε εκτόπισαν τους αρχικούς, όπως το αυτόζυμο, που έχει καθιερωθεί να λέγεται εφτάζυμο στα νέα ελληνικά (ΛΝΕΓ, β' έκδ., σελ. 702).
Πολλές λέξεις σχηματίζονται στηριγμένες σε κάποια λαϊκή παρετυμολογία, αλλά συχνά έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής, παραμένουν κυρίως στον προφορικό λόγο και κατά κανόνα δεν καταγράφονται στα λεξικά, όπως το ερωντεβού του Πανσέληνου. Μία παρόμοια περίπτωση είναι το τρυπησόνι. Η λέξη υπάρχει στο επίτομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας (ΕΛΕΓ) του 1957, αλλά όχι στο ΜΛΕΓ, του οποίου αποτελεί επιτομή. Δεν υπάρχει σε κανένα από τα νεότερα λεξικά, ούτε στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης του Σταματάκου (ΛΝΕΓΣ), ωστόσο το έχει καταγράψει και ο Ν. Π. Ανδριώτης στο ετυμολογικό λεξικό του (σελ. 263, 1951). Αποτελεί  παρετυμολογική απόδοση του γαλλικού tirebouchon, το οποίο έχει αποδοθεί στα ελληνικά και με τη λόγια λέξη εκπώμαστρο.
Η καταγραφή του τρυπησονιού στο λεξικό δείχνει τον αυθόρμητο μηχανισμό της λαϊκής παρετυμολογίας, ενώ παράλληλα αποτελεί και ένα στιγμιότυπο της γλωσσικής αλλαγής. Αρχικά η λέξη tirebouchon, επειδή ήταν σημασιολογικά σκοτεινή, συνδέθηκε με το τρυπώ και έτσι προέκυψε το τρυπησόνι. Παράλληλα με αυτή, χρησιμοποιείτο (από ομιλητές που είτε είχαν γνώση της γαλλικής γλώσσας, είτε γνώριζαν την προέλευση της λέξης) και ο τύπος που είναι πιο κοντά στη γαλλική λέξη, το τιρμπουσόν, ο οποίος τελικά κυριάρχησε. Δεν συνέβη προφανώς το ίδιο και στην περίπτωση της πολυθρόνας. Αν και πρόκειται για πανομοιότυπες περιπτώσεις, η πορεία των λέξεων ήταν διαφορετική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η εξέλιξη ερμηνεύεται από την τάση των ομιλητών μίας ξένης γλώσσας να μεταφέρουν στη μητρική τους γλώσσα τη φωνολογία και τη μορφολογία των λέξεων που δανείζονται. Αυτό εξηγεί και την επικράτηση παρετυμολογιών από δάνεια άλλων γλωσσών, όπως το συντριβάνι (το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το ρήμα συντρίβω, αλλά προέρχεται από την περσική λέξη sadirvan) και η πέστροφα (που συνδέει με το ρήμα επιστρέφω τη βουλγαρική [pustruva] Пъстърва, ίσως επειδή ορισμένα είδη πέστροφας ζουν στη θάλασσα και επιστρέφουν στα ποτάμια για να αναπαραχθούν).

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Όταν η πολιτική ορθότητα λεξικογραφεί


Η Kaya Day είναι υπεύθυνη παραγωγής σε μια εταιρεία που οργανώνει εκδηλώσεις για το νεανικό κοινό τού Λος Άντζελες. Πρόσφατα πρωταγωνίστησε σε μία ακόμη διαμαρτυρία εναντίον (διαδικτυακού) λεξικού, η οποία έγινε είδηση στο BBC και μεταδόθηκε επίσης από το Euronews. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όλα ξεκίνησαν όταν αναζήτησε στο Thesaurus.com συνώνυμα των επιθέτων masculine και feminine. Τα αποτελέσματα την απογοήτευσαν και την οδήγησαν στο να γράψει μία ανοιχτή επιστολή στην οποία διαμαρτυρόταν αφενός επειδή τα συνώνυμα του επιθέτου masculine ήταν δυσανάλογα περισσότερα και αφετέρου επειδή τα συνώνυμα που προτείνονταν για το επίθετο feminine δεν αντιστοιχούσαν σε θετικές ιδιότητες. Στη συνέντευξη που έδωσε στο BBC δήλωσε πως έβρισκε υπερβολικά προσβλητικά συνώνυμα όπως soft και dainty, αφού «υπάρχουν τόσες δυνατές, γενναίες γυναίκες που έχουν περάσει τόσα πολλά». Έτσι αποφάσισε να βοηθήσει προτείνοντας η ίδια κάποια συνώνυμα (χωρίς να κάνει έρευνα, προφανώς): intuitive, compassionate, caring, thoughtful, maternal, patient,  sensual, empathetic, vulnerable, beautiful, radiant, sensitive, malleable.


Το κατά πόσο είναι βάσιμες οι αιτιάσεις κατά τού διαδικτυακού λεξικού είναι ένα θέμα ενδιαφέρον, αλλά εν προκειμένω δευτερεύον. Δεν είναι δυνατό να συζητηθεί επιστημονικά μία πρόταση για αλλαγές, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν έρευνας, αλλά από τα αισθήματα μιας χρήστριας του λεξικού, η οποία ένιωσε προσβεβλημένη. Η σύνταξη λεξικών δεν γίνεται -ή τουλάχιστον δεν πρέπει να γίνεται- με βάση τα συναισθήματα των χρηστών του. Η λεξικογραφία έχει ως έργο της την αποτύπωση της γλωσσικής πραγματικότητας, επομένως τα προϊόντα της δεν γίνεται να κρίνονται με βάση την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ισότητα των φύλων, την υπεράσπιση του έθνους και της θρησκείας ή οποιασδήποτε άλλης ιδεολογίας. Το ζητούμενο είναι η περιγραφή και όχι η ρύθμιση της γλώσσας.


Το λεξικό είναι υποχρεωμένο να συμπεριλάβει και πολλές λέξεις, σημασίες ή παραδείγματα που προσβάλλουν, εφόσον καταγράφουν τη γλωσσική πραγματικότητα. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το ΛΚΝ, το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στο διδίκτυο. Η λέξη Εβραίος έχει τη σημασία: 2. (μτφ., μειωτ.) για άνθρωπο υπερβολικά φιλάργυρο και γι΄ αυτό σκληρό και ανάλγητο στις οικονομικές ή εμπορικές συναλλαγές του· (πρβ. τσιγκούνης, τσιφούτης). Αυτό δεν καθιστά αντισημίτη τον λεξικογράφο, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να καταγράψει τη σημασία.
Υπάρχουν επίσης λέξεις όπως πουστιά και γυφτιά, που αποτυπώνουν γλωσσικά τις αρνητικές αντιλήψεις που επικρατούν σχετικά με τους ομοφυλόφιλους και τους Ρομά. Στο λήμμα γυναίκα η τρίτη σημασία είναι: γυναίκα που βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού ή που κρατάει τα παιδιά. Επιπλέον, υπάρχουν τα ενδολήμματα γυναικούλα και γυναικάκι, τα οποία έχουν σαφώς αρνητική σημασία. Τις ίδιες λέξεις και σημασίες θα βρούμε και στα υπόλοιπα σύγχρονα λεξικά.
Υπάρχει η αντίληψη -που θυμίζει το δυστοπικό 1984 του Όργουελ- ότι είναι δυνατό και επιτρεπτό να τεθούν όρια στο τι μπορεί να καταγραφεί σε ένα λεξικό. Πιστεύεται ότι αυτό θα επηρεάσει το πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα και εν τέλει θα συνεισφέρει στην κοινωνική αλλαγή. Αυτό δεν επιβεβαιώνεται, όμως. Το νομιμοποιητικό κύρος του λεξικού δεν μπορεί από μόνο του να φέρει αλλαγή.
Ένα χρήσιμο παράδειγμα είναι η έκδοση του ΛΝΕΓ, η οποία το 1998 είχε προκαλέσει αντιδράσεις, κυρίως λόγω της σημασίας του λήμματος Βούλγαρος, και η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια. Το λεξικό αποσύρθηκε και επανακυκλοφόρησε, αφού αποσύρθηκαν πολλές επίμαχες σημασίες (και ασφαλώς η σημασία που ταύτιζε το εθνωνύμιο Βούλγαρος με τους οπαδούς και τους παίκτες ομάδων της Θεσσαλονίκης). Η πραγματικότητα όμως δεν αλλάζει με το να γίνονται συστάσεις στα λεξικά, αν και αυτά, ως εμπορικά προϊόντα, είναι ευάλωτα σε τέτοιου είδους σταυροφορίες. Λίγες μέρες πριν, στις 25 Φεβρουαρίου 2018, οπαδοί του ΠΑΟΚ εισέβαλαν στο γήπεδο της Τούμπας λίγο πριν την έναρξη του αγώνα με τον Ολυμπιακό κρατώντας μία μεγάλη σημαία της Βουλγαρίας στις λωρίδες της οποίας είχε γραφτεί: PAOK / GATE 4 / BULGARIA. Είκοσι χρόνια μετά την έκδοση του λεξικού με την επίμαχη σημασία, ο χαρακτηρισμός επανήλθε στο προσκήνιο από οπαδούς του ΠΑΟΚ.
Είναι σαφές πως δεν αποκλείεται ένα λεξικό να περιλαμβάνει ρατσιστικές σημασίες ή σεξιστικά παραδείγματα. Αυτό όμως πρέπει να αποδειχθεί και όχι να γίνεται κάτω από τη σημαία οποιουδήποτε ακτιβισμού. Το βέβαιο είναι πως η ισότητα δεν εξυπηρετείται με το να προτείνουμε συνώνυμα στα λεξικά. Ο ακτιβισμός αυτής της μορφής φέρνει φήμη στους ακτιβιστές, χρησιμεύει ως διαφήμιση, αλλά προκαλεί βλάβη, επειδή νομιμοποιεί τη λογοκρισία.

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

το κρατίδιο της Κομμαγηνής

Ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είχε σκοτωθεί πολεμώντας τους Πάρθους το 164 π.Χ., ενώ την ίδια εποχή οι Μακκαβαίοι ξεσηκώνονταν εναντίον των Σελευκιδών και εγκαθίδρυαν τη δυναστεία των Ασαμοναίων. Την επόμενη χρονιά ένας τοπικός διοικητής θα αποφάσιζε να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση της σελευκιδικής εξουσίας και να γίνει και ο ίδιος βασιλιάς: ο αρμενικής καταγωγής Πτολεμαίος, σατράπης της Κομμαγηνής, περιφέρειας του βασιλείου των Σελευκιδών, ανακηρύχθηκε βασιλιάς, ιδρύοντας μία δυναστεία της οποίας οι τελευταίοι απόγονοι θα κατέληγαν υπήκοοι της Ρώμης. Ο εγγονός του τελευταίου βασιλιά της έμεινε γνωστός ως Φιλόπαππος και σήμερα, απέναντι από την Ακρόπολη, βρίσκεται το γνωστό μνημείο το οποίο χτίστηκε προς τιμήν του πάνω στον λόφο που φέρει το όνομά του.
Η θυσία του ποιητή Ιάσωνος Κλεάνδρου
εν Κομμαγηνή - Εγγονόπουλος 1935
Αυτό το βασίλειο της Κομμαγηνής, εύθραυστο, μικρό και εφήμερο, βρίσκει τη θέση του στην ποίηση του απαισιόδοξου Καβάφη, που εμπνέεται από τη φθορά, την παρακμή. Το ποίημά του: Επιτύμβιον Αντιόχου, Βασιλέως Κομμαγηνής μάλλον αναφέρεται στον Αντίοχο Α΄ τον Θεό, Δίκαιο, Επιφανή, Φιλορωμαίο, Φιλέλληνα -κάθε προσωνύμιο τονίζει περισσότερο τη μηδαμινότητά του-, ο οποίος καυχιόταν για την καταγωγή του από τον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς ήταν γιος μιας Ελληνίδας πριγκίπισσας των Σελευκιδών και ενός Αρμένιου βασιλιά, λάτρη, όπως λέγεται, των ελληνικών γραμμάτων. Στα χρόνια του η Κομμαγηνή γνώρισε μεγάλη ακμή. Ο Καβάφης επινοεί έναν Εφέσιο σοφιστή Καλλίμαχο, ο οποίος "από τον οίκον τον βασιλικόν ασμένως κ' επανειλημμένως φιλοξενηθείς" γράφει "τη υποδείξει Σύρων αυλικών" ένα επιτύμβιο στο οποίο τον κολακεύει, γιατί "υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός -ιδιότητα δεν έχ' η ανθρωπότης τιμιοτέραν". Ο τάφος του πάνω στο βουνό Νεμρούτ με τις ύψους δέκα μέτρων προτομές θεών μαρτυρεί την ανατολίτικη δυναστική συνήθεια να αποθεώνεται ένας ηγεμόνας.
Στο ποίημά του Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ. ο ποιητής δίνει χρονολογία λίγο πριν οι Άραβες καταλάβουν την περιοχή. Είναι πάλι μία εποχή πριν το τέλος, ο κόσμος που περιγράφεται σύντομα θα σαρωθεί από τους νέους κατακτητές και θα σβήσει. "Εις σε προστρέχω, Τέχνη της Ποιήσεως" γράφει. "Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι." Η εσωτερική, σωματική παρακμή που περιγράφουν οι στίχοι συνδυάζεται με το επερχόμενο τέλος του κόσμου του ποιητή, τέλος που ανακοινώνει ο χωροχρονικός προσδιορισμός του τίτλου.
Στο κρατίδιο της Κομμαγηνής επιστρέφει ο Σεφέρης στο ποίημα Τελευταίος Σταθμός το 1944. Ο ποιητής βρίσκεται στην Cava dei Tirreni και ετοιμάζεται να γυρίσει στην Ελλάδα -η κυβέρνηση αναχωρεί πρώτη. Οι Ναζί εγκαταλείπουν τη χώρα και ο ποιητής σκέφτεται την Κομμαγηνή, ένα από τα εφήμερα κράτη που σάρωσε η ιστορία:

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία·
το κρατίδιο της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια. 

Το ποίημά του ο Σεφέρης το γράφει το 1944. Στις 17 Δεκεμβρίου 1946 ακολουθεί η ομιλία του στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών με τίτλο «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ: Παράλληλοι» η οποία δημοσιεύεται το επόμενο έτος στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (σελ. 33-43, τόμ. 3, τεύχος 2, Ιούνιος 1947). Είναι σημαντικό, γιατί επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη σημασία που δίνει ο ποιητής στην καβαφική Κομμαγηνή. Σημειώνει για τον Καβάφη πως «η ιστορική του αίσθηση όχι μόνο τον κάνει οξύτατα σύγχρονο, αλλά και συνάμα τού παρέχει την ίδια μέθοδο». Σε αυτό το δοκίμιο εντάσσει την Κομμαγηνή στο πλαίσιο της καβαφικής ποίησης:

Ο κόσμος του Καβάφη βρίσκεται στις παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών, που με τόση επιμέλεια εξακρίβωνε· εκεί που υπάρχουν κράματα πολλά, μεταπτώσεις, μεταστάσεις, παραβάσεις· σε πολιτείες που λάμπουν και τρεμοσβήνουν: στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, στη Σιδώνα, στη Σελεύκεια, στην Οσροηνή, στην Κομμαγηνή· είναι ένας κόσμος ερμαφροδίτων, και η γλώσσα που μιλούν ένα κράμα.

Η επισήμανση του Σεφέρη (οι παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών) εξηγεί τη θέση της Κομμαγηνής και στο δικό του ποίημα, καθώς τη μεταχειρίζεται ως σύμβολο του κόσμου που σβήνει ή που συνεχώς μάς υπενθυμίζει το εύθραυστο και εφήμερο. Γνωρίζουμε πως ο Σεφέρης κουβαλά μέσα του την καβαφική Κομμαγηνή. Τα κείμενα που συνωστίζονται μέσα μας βρίσκουν διέξοδο στη διαδικασία της συγγραφής. Το επιβεβαιώνει ο Mario Vitti γράφοντας για τον Τελευταίο Σταθμό: ...ο ποιητής ανασύρει στην επιφάνεια αναφορές και φράσεις λογοτεχνικές, που ανήκουν σε διάφορα στρώματα της μνήμης του, τον Μακρυγιάννη [...] τον Καβάφη που του άνοιξε άλλες προοπτικές για τον Ελληνισμό... (σελ. 168-169, Φθορά και λόγος: εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Εστία, 2006, 5η έκδ.)
Έπειτα ξανασυναντάμε την πόλη-σύμβολο στον Ελύτη: πρόκειται για το ποίημα Η χαμένη Κομμαγηνή (Τα ελεγεία της Οξώπετρας, 1991). Ο  ποιητής παίρνει τη σκυτάλη και, σύμφωνα με τον Αντρέα Μπελεζίνη (Ο όψιμος Ελύτης, Ίκαρος 1999), «ξεκαθαρίζει αποφασιστικότερα από κάθε άλλη φορά τους λογαριασμούς του με τον Καβάφη και τον Σεφέρη (Άλλοι ας ψάχνουνε για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε / Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα)». Οι στίχοι που αναφέρονται ειδικά στο αρχαίο βασίλειο χρησιμοποιούν μία παρομοίωση: 

Η ψυχή γίνεται, ωσάν άλλος Ευπαλίνος, μιαν
Επικράτεια μικρή πέραν του πόνου να εδραιώσει
Μικρή όσο κι η παλαιά Κομμαγηνή
Χαμένη όσο κι εκείνη
Και απλησίαστη  
 
Και ξανά εμφανίζεται η Κομμαγηνή στην ποίηση, δίνει τον τίτλο σε ένα ποίημα του Αλέξανδρου Ίσαρη (στην ποιητική συλλογή Όμιλος φίλων θαλάσσης - Ο ισορροπιστής, 1976), το οποίο τελειώνει με τους εξής στίχους:

Ν’ απλώνεις το μάγουλό σου στον Ιούδα που 
Έφτασε με το τραίνο απ’ την Κομμαγηνή 
Ψιθυρίζοντας είναι ώρα 
Είναι ώρα 
Μην καθυστερείς.

Η Κομμαγηνή με τον σύντομο βίο της και τη μικρή επικράτειά της έχει κάνει μεγάλη διαδρομή στην ελληνική ποίηση. Η ιστορία της τη βάρυνε και συνεχίζει να τη βαραίνει με τον ίδιο συμβολισμό: η πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, τα Σαμόσατα, πατρίδα του Λουκιανού, βυθίστηκε στα νερά του φράγματος Ατατούρκ.
Συνειρμικά σκέφτεται κανείς τι έχει μείνει από τα κράτη του παρελθόντος, εφήμερα ή μη, ασθενικά ή κραταία, μεγάλα ή μικρά. Έχουν γίνει λήμματα εγκυκλοπαιδειών, αντικείμενα ιστορικής και αρχαιολογικής μελέτης, ενώ τα ονόματά τους πού και πού έχουν μείνει ως κατάλοιπα στον καθημερινό λόγο: Η λέξη περγαμηνή, που μας θυμίζει το βασίλειο της Περγάμου. Ο βανδαλισμός, απόηχος της φήμης του γερμανικού φύλου των Βανδάλων, που για έναν αιώνα είχαν δημιουργήσει ένα βασίλειο στη βόρεια Αφρική. Η λέξη φρίζα, που προέρχεται από τους Φρύγες (< γαλλ. frise < μεσν. λατ. frisium, παράλλ. τ. του phrygium < λατ. Phryx < Φρυξ, -γός, επειδή η Φρυγία ήταν περιώνυμη στην αρχαιότητα για τις χρυσοποίκιλτες ταινίες και τις ζώνες της. ΛΝΕΓ, 2002, σελ. 1903). Οι ίδιοι συνειρμοί μάς οδηγούν στο να αναρωτηθούμε τι θα απομείνει από την Ελλάδα και τους Έλληνες και να ταυτιστούμε με την αγωνία του Σεφέρη εκείνες τις φθινοπωρινές μέρες του 1944 στο ιταλικό χωριό. Η αίσθηση επανέρχεται στη λογοτεχνία: ίδια είναι η απόγνωση που νιώθει ο Γιώργος Ιωάννου από ένα περιστατικό που αποτυπώνει στο διήγημα Τζέλντεν (περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Η μόνη κληρονομιά, 1974), καταγράφοντας τις αναμνήσεις του από την περίοδο που δούλεψε ως καθηγητής στο ελληνικό σχολείο της Λιβύης (1959-1961):

Στο μεταξύ διάφοροι αγριάνθρωποι απ' το Τέξας περνούσαν με αλαζονεία από δίπλα μας. [...] Εκεί που με συγκίνηση συνάθροιζα άμμο κι απολιθώματα, ένας τεράστιος τεξανός με καπελαδούρα στάθηκε πάνω απ' το κεφάλι μου. "Από πού είσαι;" ρώτησε. "Από την Ελλάδα", είπα με λαχτάρα. "Και πού είναι αυτή η Ελλάδα;" έκανε και μου γύρισε τις πλάτες. Συνέχισα το μάζεμα, όμως τώρα μου φαινόταν πως μαζεύω τα ψίχουλα και τα κόκαλα από το τραπέζι των αμερικανών. Ακούς εκεί το γαϊδούρι! Τα ήπατά μου ήταν κομμένα, ο έλληνας δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθεί. "'Ισως να το 'κανε για πλάκα", μουρμούριζε μουδιασμένα. [...] Σηκώθηκα απότομα κι άρχισα να τα μαζεύω. Ο έλληνας ήταν απαρηγόρητος, το είχε δέσει κόμπο ο κακομοίρης πως θα μείνω τουλάχιστο εκείνο το βράδυ. Γιατί έφευγα; [...] "Να χέσω τα λεφτά τους και τις μηχανές τους", κραύγασα κι έτρεξα στ' αμάξι. "Μα γιατί;" φώναζε ο φίλος το κατόπι μου.  Και σ' όλο το γυρισμό έλεγα και ξανάλεγα: "Παναγίτσα μου, βάλε το χέρι σου να μη βρεθούν ποτέ πετρέλαια στην πατρίδα. Τότε είναι που δε θα ξανασηκώσουμε κεφάλι". 

Τι απομένει όμως από την Κομμαγηνή ύστερα από τόση συμβολική εξύψωση στην νεοελληνική ποίηση; Τι απομένει εκτός από τα μνημεία που μας κληροδότησε; Αν κάποιος επισκεφτεί την Τουρκία σήμερα, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει κάποιο κατάστημα της αλυσίδας εστιατορίων που σερβίρουν ανατολίτικες γεύσεις και φέρουν το όνομα Komagene. Η τουρκική ιστοσελίδα εξηγεί την επιλογή του ονόματος: η Κομμαγηνή ήταν ένα βασίλειο το οποίο επιβίωνε χωρίς να διεξάγει πολέμους, είναι σύμβολο της ειρήνης και της διπλωματίας. Επιπλέον, θεωρείται πως στα εδάφη της υπήρξε η γενέτειρα του Αβραάμ -μερικοί την ταυτίζουν με την πόλη Ούρφα- στον οποίο ο θρύλος αποδίδει τη συνταγή του çiğ köfte, που σερβίρεται ωμός στα εν λόγω μαγαζιά. Παρά το συμβολικό κατάντημα του βασιλείου που γίνεται επωνυμία εστιατορίων, ακόμα και έτσι το όνομά της βαραίνει από τους συμβολισμούς.  

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου

Για εμένα η ανάγνωση της ποίησης του Νίκου Καββαδία συνοδευόταν εξαρχής από την αναγκαστική παραδοχή ότι το πλήθος των άγνωστων λέξεων ήταν εξωτικοί ήχοι με θολή σημασία, οι οποίοι αποτελούσαν το θαλασσινό σκηνικό στο θέατρο της απελπισίας του. Δεν έφεραν κάποια ειδική σημασία, αλλά επέτειναν την αίσθηση που μου δημιουργούσε το ποίημα. Η άλλη λύση θα ήταν να έχω μονίμως το λεξικό ανοιγμένο και σκοντάφτοντας πάνω σε άγνωστες λέξεις, σχεδόν σε κάθε στίχο, να σταματάω την ανάγνωση για μία αναζήτηση που πολλές φορές θα ήταν άκαρπη: το καραντί, τα παταράτσα, η μπαρκέτα, το πινέλο -με τη ναυτική του σημασία- δεν υπάρχουν στα λεξικά. Χρειάζεται απαραίτητα η συντροφιά ενός ειδικού λεξικού (εν προκειμένω αυτού που έγραψε ο Γιώργος Τράπαλης με τίτλο Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία).
Τις λέξεις της ποίησης του Καββαδία ακόμα δεν έχω νοιαστεί να τις μάθω όλες τι σημαίνουν. Από τον πρώτο καιρό όμως ξεχώρισα μία και τη γνώρισα καλά, επειδή είναι τοποθετημένη με τρόπο που μου προκάλεσε συγκίνηση και επειδή αργότερα θα τη συναντούσα ξανά και ξανά σε άλλα κείμενα.
Στο τελευταίο ποίημα που γράφει λίγες μέρες πριν πεθάνει, την Πικρία, αναφέρεται σε ένα χρώμα που λέει ότι ξέχασε και μάλλον εννοεί πως απαρνήθηκε για χάρη κάποιας αγαπημένης: το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου. Και συνεχίζει: και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα / με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα, / για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.
Για κάποιον που δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη, το μόνο που μαθαίνει από το ποίημα είναι το χρώμα του περμαγγανάτου, και επιπλέον αποκτά κάποια ιδέα σχετικά με τη χρήση του, αφού οι εικόνες παραπέμπουν σε σκηνή πορνείου: κρεβάτια σαραβαλιασμένα, λερά σεντόνια, πολυκαιρισμένα. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας τη Βάρδια του Καββαδία, θα ξανασυναντούσα το περμαγγανάτο και τον Τισιανό:

Παίξε στον αγέρα τη γλώσσα σου όσο θέλεις. Δε θα ‘ρθω μαζί σου. Δε θέλω ν᾽ ανέβω τη γυριστή σκάλα. Ξέρω απ᾽ όλες τις σκάλες ποιο σκαλί λείπει. Ξέρω ποιος τοίχος είναι να πέσει. Το κρεβάτι με το σπασμένο ποδάρι, τη βρεγμένη πετσέτα στο καρφί, την ξεχειλισμένη λεκάνη με το περμαγκανάτο, που μου θυμίζει το βυσσινί του Tiziano, τό στραβοβαλμένο κάδρο στον τοίχο: «Η θαρραλέα Τιμόκλεια προ του Μακεδόνος».”
σελ. 114-115, Βάρδια. Εκδόσεις Άγρα, 1989.
Στο βιβλίο του Γ. Τράπαλη υπάρχει το λήμμα περμαγκανάτο, και εξηγεί με απλά λόγια τη σημασία του:
«Πολύ αραιό διάλυμα υπερμαγκανικού καλίου που χρησιμοποιείται για την απολύμανση του νερού (μέθοδος αντισηπτική σε οίκους ανοχής) και για αντισηπτικές πλύσεις στη δερματολογία και τη γυναικολογία.»
σελ. 59, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία. Γιώργος Τράπαλης Εκδόσεις Άγρα, 2010 (β' έκδοση).
Δεν είναι όμως μόνο το έργο του Καββαδία το οποίο διασώζει αυτή τη λέξη. Αργότερα την εντόπισα και στο Μπουρδέλο του Ηλία Πετρόπουλου:
«Θυμάμαι πολύ καλά ότι, η πόρνη Λέλα [...] είχε στην κάμαρή της ένα γραμμόφωνο. Καλοριφέρ δεν είχε. Κάθε δωμάτιο είχε τη σόμπα του. Πάνω στο κομό η κλασική λεκάνη, η κλασική κανάτα και το κλασικό μπουκάλι με το υπερμαγκανάτ.»
Άλλες χρήσεις της συνάντησα σε διήγημα του Μ. Καραγάτση, στην αυτοβιογραφία της Γαβριέλλας Ουσάκοβα:
 «...έκανα κλύσμα με περμαγκανάντ και το έκρυψα να μην το δει.» 
σελ. 115, Η ζωή μου. Γαβριέλλα Ουσάκοβα Εκδόσεις Κάκτος.

«Τώρα, ανάμεσα στα σπίτια, είναι και καναδυό μαγαζάκια -ψιλικατζίδικα- που πουλούν ό,τι χρειάζεται για τους ανθρώπους του δρομάκου. [...] Καθρεφτάκια, τσατσάρες, μοσκοσάπουνα, βαζελίνη, τραπουλόχαρτα, περμαγκανά, περλαντίνα, μυρουδιές σε κακόγουστα μπουκαλάκια, "μπεμπέκες" κι ό,τι άλλο χρειάζεται για τη δουλειά και τη χαρά.»
σελ. 160, "Ο άνθρωπος με το φλεμόνι." Το μεγάλο συναξάρι. Μ. Καραγάτσης Εστία, 2001.

Όσο κι αν έψαχνα στα λεξικά -στο Υ και στο Π- δεν έβρισκα πουθενά το (υ)περμαγκανάτ(ο) -σε οποιαδήποτε από τις παραλλαγές του. Το ΜΛΕΓ, το ΛΝΕΓ (Σταματάκου) όφειλαν να το έχουν, μιας και, όπως διαπιστώνουμε, η λέξη ήταν σε ευρεία χρήση παλαιότερα στους οίκους ανοχής. Ανακάλυψα όμως ότι λείπει και από τα μεταγενέστερα λεξικά (ΛΝΕΓ, ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ΧΛΝΓ), αλλά λείπει και από τις εγκυκλοπαίδειες, τουλάχιστον την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα (και το Παπυράκι), και την εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, η οποία κυκλοφόρησε στον Μεσοπόλεμο.
Ίσως δεν είναι παράλογη η υπόθεση της σεμνοτυφίας των λεξικογράφων. Η λημματογράφηση μιας τέτοιας λέξης συνδεόταν με την ενοχή του λεξικογράφου. Η παράλειψη ήταν πιο ασφαλής επιλογή, ακόμα κι αν έμενε έξω από τα λεξικά μια γνωστή λέξη, πιο γνωστή από πολλές που βρίσκουμε στις σελίδες των λεξικών. Το πόσο γνωστό ήτανε το περμαγκανάτο το επιβεβαιώνει έμμεσα και η ετυμολογική υπόθεση ότι ακόμα και σήμερα χρησιμοποιούμε κάποια έκφραση συνδεδεμένη με το εν λόγω προϊόν: έχει υποστηριχθεί πως η έκφραση την έβαψα / την έχω βάψει / την έχω βαμμένη προέρχεται από την αργκό του αγοραίου έρωτα, επειδή το χρώμα του περμαγκανάτου, που δεν έφευγε εύκολα, μαρτυρούσε τον πορνοπελάτη. Από αυτή τη στενή σημασία της πέρασε στην καθημερινότητα και διευρύνθηκε σημασιολογικά. Ακόμα κι αν η προέλευση της φράσης δεν βρίσκεται στις ιδιότητες του περμαγκανάτου, ωστόσο αυτό ακόμα και σήμερα είναι γνωστό και χρησιμοποιείται στη μαγειρική κατά την απολύμανση των λαχανικών. (Σε συνέντευξή του στα ΝΕΑ το 2010 ο σεφ Νίκος Σαράντος δήλωνε: «Στις επαγγελµατικές κουζίνες χρησιµοποιούµε το περµαγκανάτ. Την ίδια δουλειά κάνει και το ξίδι».)



Στα λεξικά η μόνη παραχώρηση που γίνεται είναι στην επιστημονική ονομασία, η οποία σώζει τα προσχήματα. Βρίσκουμε μόνο το επίθετο υπερμαγκανικός και μέσα σε αυτό τη χημική ονομασία: υπερμαγκανικό κάλιο. Μόνο ο συντάκτης της εγκυκλοπαίδειας Δρανδάκη, στον Μεσοπόλεμο, κάνει κάποια νύξη σχετικά με τη βλενόρροια και τη λευκόρροια όταν συντάσσει το υπολήμμα υπερμαγκανικό κάλιο στο λήμμα κάλιο. Αναφέρεται και στο "αγοραίο" προϊόν, χωρίς να το κατονομάζει, αλλά είναι σίγουρο πως το γνωρίζει. Άλλωστε στο τέλος δίνει και μία χρηστική πληροφορία, καθώς ενημερώνει τον αναγνώστη ότι οι λεκέδες υποχωρούν «διά κιτρικού, οξεικού ή άλλου τινός οξέος» (σελ. 554, τόμος ΙΓ' ΙΛΙΤΖΑ-ΚΑΣΤΕΛΙΟΝ).
Επιστρέφοντας στο βυσσινί του Τισιανού και του περμαγκανάτου, στον στίχο του ποιήματος που έγραψε 7 Φεβρουαρίου του 1975, τρεις μέρες πριν από τον θάνατό του, τολμώ να υποθέσω πως ο ποιητής συνοψίζει τη ζωή του, σαν να γράφει επίγραμμα: λάτρης της τέχνης, θαμώνας των πορνείων. Εδώ η λέξη βρίσκει την πιο ποιητική της χρήση και για αυτόν τον λόγο, ακόμα κι αν δεν είχε καταγραφεί σε τόσα άλλα βιβλία, ακόμα κι αν δεν ήταν πια σε χρήση, θα άξιζε να πάρει τη θέση της ως λήμμα στα λεξικά.

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

της ούντρας

Η UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ιδρύθηκε το 1943 με σκοπό να ανακουφίσει τα θύματα του πολέμου σε περιοχές από τις οποίες αποχωρούσε ο στρατός του Άξονα. Από το 1948 αντικαταστάθηκε από το σχέδιο Μάρσαλ. Μία από τις χώρες που έλαβαν μεγάλο μέρος της βοήθειας ήταν η Ελλάδα. Προβλήματα διανομής του υλικού, κρούσματα διαφθοράς (καθώς σε τοπικό επίπεδο η βοήθεια δεν έφτανε σε θύματα, αλλά σε άτομα που είχαν πρόσβαση στη διοίκηση και ήθελαν να την εκμεταλλευτούν οικονομικά) και ίσως η ακαταλληλότητα κάποιων αγαθών που μοιράζονταν οδήγησαν στη δημιουργία μίας έκφρασης που ήταν πολύ συχνή -και συνήθως απαξιωτική- στη μεταπολεμική Ελλάδα: "της ούντρας".
Πρόκειται για μία λέξη που δεν είχε την τύχη να καταγραφεί σε κανένα έντυπο λεξικό (ενώ π.χ. στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας υπάρχει το ρήμα ούλεν), ωστόσο λημματογραφείται στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό, slang.gr. Σε αυτό ο εναλλακτικός τύπος ούντρα χαρακτηρίζεται με την ονομασία "παραφθορά", η οποία είναι ανακριβής και αξιολογική: η έννοια της φθοράς υποβάλλει την ιδέα του σωστού και του λάθους, ενώ πρόκειται για μία φωνολογική μεταβολή που χαρακτηρίζεται από κανονικότητα.
Στο σχολικό εγχειρίδιο της Γραμματικής της Αρχαίας Ελληνικής του Μιχάλη Οικονόμου πληροφορούμαστε πως στην αρχαία ανάμεσα σε έρρινα (λ,ρ) και υγρά (μ,ν) αναπτυσσόταν ένας συνοδίτης φθόγγος, β ή δ, ενώ το έρρινο αποβαλλόταν, αν ήταν σε αρχή λέξης: π.χ. άμβροτος < *άμροτος, βλώσκω < *μβλώσκω < *μλώσκω, μεσημβρία < *μεσημρία και φυσικά: ο ανήρ, του ανδρός < *ανρός. Ο συγγραφέας μάλιστα προσφέρει και ένα παράδειγμα από κάποια νεοελληνική διάλεκτο: χαμπλά < χαμλά < χαμηλά (σελ. 32). Εδώ μπορούμε να προσθέσουμε και τις λέξεις τσουμπλέκι, ταμπλάς, οι οποίες προέρχονται αντιστοίχως από τις τουρκικές: çömlek, damla.
H επένθεση των συμφώνων δεν είναι τυχαία. Στην Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής του Ι. Σταματάκου (σελ. 500) πληροφορούμαστε ότι στα συμπλέγματα nr, mr, ml ο φθόγγος που αναπτύσσεται συγγενεύει με το έρρινο σύμφωνο, δηλαδή έχει τον ίδιο τόπο άρθρωσης (επομένως το b συνοδεύει το m, το d συνοδεύει το n).
Το φαινόμενο δεν αφορά αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα -αρχαία και νέα: κατά την εξέλιξη από τη λατινική στις νεολατινικές γλώσσες συχνά προέκυπταν λόγω συγκοπής τα συμφωνικά συμπλέγματα nr, mr, ml. Στη γαλλική γλώσσα στο σύμπλεγμα έρρινου και υγρού, το οποίο προέκυπτε από συγκοπή, γινόταν επένθεση του φθόγγου b ή d: chambre < camera, tendre < *tenrum < tenerum, humble < humile, pondre < ponere κλπ. (σελ. 30, Romance Languages: A Historical Introduction).
Το σημαντικό -για τον γλωσσολόγο- σχετικά με την ούντρα είναι πως μπορούμε να δούμε τη φωνολογική μεταβολή εν δράσει. Η μετατροπή του συμπλέγματος nr σε ndr έγινε ταυτόχρονα με την εισαγωγή της λέξης στο λεξιλόγιο των ομιλητών της ελληνικής και δεν χρειάστηκε κάποιο χρονικό διάστημα, μικρό ή μεγάλο.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

ἐπλήσθη ἡ πόλις τῆς συγχύσεως

Μια ιστορία από την Καινή Διαθήκη
Στις Πράξεις των Αποστόλων (Πρ. ιθ΄, 23 κ.ε.) υπάρχει η ιστορία του Δημητρίου από την Έφεσο, ο οποίος κατασκεύαζε ομοιώματα του ναού τής Άρτεμης. Ο Δημήτριος, επειδή φοβήθηκε την επιρροή του αποστόλου Παύλου, συγκέντρωσε τους τεχνίτες και τους εξήγησε πως κινδύνευαν οι δουλειές τους καθώς και ο σεβασμός προς τη θεά. Τότε οι τεχνίτες άρχισαν να φωνάζουν Μεγάλη ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων και σύμφωνα με το κείμενο ἐπλήσθη ἡ πόλις τῆς συγχύσεως, ὥρμησάν τε ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸ θέατρον συναρπάσαντες Γάϊον καὶ Ἀρίσταρχον Μακεδόνα, συνεκδήμους Παύλου

Ορθογραφική διχογνωμία
Το λήμμα σύγχυσις στο λεξικό Liddell-Scott-Jones παραπέμπει προς το συγκεκριμένο χωρίο (Πρ. ιθ΄29) της Καινής Διαθήκης δίνοντας τη σημασία: confusion. Διαβάζοντας τη λέξη σύγχυσις μέσα σε αυτό το συγκείμενο καταλαβαίνει κανείς πως πρόκειται μάλλον για (1) κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού παρά για (2) ασάφεια τού νοήματος ή για (3) κατάσταση ασάφειας, μπέρδεμα ή για κάποια (4) ψυχιατρική διαταραχή. Κι όμως, από τους παραπάνω 4 ορισμούς που προέρχονται από το ΛΝΕΓ, οι (2), (3) και (4) αντιστοιχούν στη λέξη «σύγχυση» (20022: 1677), ενώ ο (1), που ταιριάζει, αντιστοιχεί στη λέξη «σύγχιση» (20022: 1676).
Το ΛΝΕΓ (20022: 1677 κ. 20124: 1846) σε ξεχωριστό πίνακα εξηγεί την επιλογή της διπλής ορθογραφίας: 
σύγχυση - σύγχιση, συγχέω - συγχίζω. Πρέπει να γίνεται διάκριση σημασιολογική, μορφολογική και ορθογραφική ανάμεσα στο σύγχυση «μπέρδεμα, ανακάτεμα - "νοητική" διαταραχή» και στο σύγχιση «ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμός, ταραχή». Το σύγχυση είναι παράγωγο τού συγχέω, ενώ το νεότερο σύγχιση παράγεται από ρήμα συγχίζω / -ομαι. Το ίδιο το ρ. συγχίζω / -ομαι είναι νεότερος σχηματισμός που προήλθε με μεταπλασμό από το ρ. συγχέω, από τον αόρ. συνέχυσα. που συνέπιπτε ακουστικά με τον αόρ. των ρημάτων σε -ίζω (πβ. ζωγραφώ - ζωγράφησα - ζωγραφίζω - ζωγράφισα). Η παραγωγή από το ουσιαστικό σύγχυση (υποχωρητικά) δεν είναι πειστική. Η σημασιολογική διαφορά υφίσταται και ανάμεσα στα ρήματα: συγχέω «μπερδεύω, ανακατεύω», ενώ συγχίζω «προκαλώ ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό, ταραχή» και συγχίζομαι «αναστατώνομαι ψυχικά, εκνευρίζομαι» (πβ. και μτχ. συγχισμένος «αναστατωμένος, εκνευρισμένος»).
Το ΛΝΕΓ θεωρεί δεδομένη την προέλευση της νεοελληνικής λέξης σύγχυση (με τη σημασία (1): κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού) από το νεοελληνικό ρήμα συγχύζομαι και προτιμά τη γραφή με γιώτα (συγχίζομαι-σύγχιση).

Μία παρέκβαση
Όπως είδαμε, η σημασία (1) υπήρχε στη λέξη σύγχυσις ήδη από την εποχή τής Ελληνιστικής Κοινής. Το ρήμα συγχύζομαι δεν υπήρχε, ενώ το συγχέω μοιάζει να μην έχει αυτή τη σημασία. Λίγο παρακάτω, στις Πράξεις (Πρ. κα΄31) συναντούμε το ρήμα "συγχύννεται", που σημαίνει ό,τι και το σημερινό συγχύζομαι: ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς σπείρης, ὅτι ὅλη συγχύννεται Ἱερουσαλήμ. Πρέπει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο χωρίο δεν έχει την ίδια μορφή σε όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.). Όποιος αναζητήσει το χωρίο σε μία Κ.Δ. που κυκλοφορεί στην Ελλάδα σίγουρα θα δει στη θέση τού συγχύννεται τον παρακείμενο του συγχέω: συγκέχυται. Η εκδοχή που περιλαμβάνει το ρήμα συγχύννεται είναι βασισμένη στην έκδοση της Κ.Δ. από τον von Tischendorf (1848: 233), η οποία βασίζεται στο παλίμψηστο του Ευφραίμ του Σύρου (5ος αι. μ.Χ., κεφαλαιογράμματη γραφή).
 Δεν πρόκειται για μοναδική εμφάνιση του ρήματος, καθώς στον Σιναϊτικό Κώδικα (4ος αι., κεφαλαιογράμματος) συναντούμε τον τύπο συνχύννεται, ενώ στον Βατικανό κώδικα (4ος αι.) υπάρχει ο τύπος συγχύννεται. Διαπιστώνουμε λοιπόν πως στην Ελληνιστική υπάρχει και η σύγχυσις (με τη σημασία (1): κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού), αλλά και το ρήμα συγχύννομαι, συνώνυμο με το σημερινό συγχύζομαι. Το Liddel-Scott καταγράφει το ρήμα συγχύνω, αλλά του δίνει μόνο τη σημασία "μπερδεύω".

Προβλήματα και ασυνέπειες
Ακόμα και αν είναι σωστή η ετυμολογική πρόταση του ΛΝΕΓ, ωστόσο προκαλεί αμηχανία η ύπαρξη μίας λέξης που, ενώ έχει την ίδια σημασία, στην Ελληνιστική κοινή γράφεται σύγχυσις, ενώ στη Νεοελληνική γράφεται σύγχιση. 
Η αμηχανία επιτείνεται από τη σύγχυση απόψεων που επικρατεί μέσα στο ίδιο το ΛΝΕΓ, καθώς σε πίνακα σχετικά με την ορθογραφία του ρήματος αντικρίζω  (20022: 206 κ. 20124: 252) πληροφορούμαστε: "...τα ρήματα που σχηματίζονται σε -ίζω επικράτησε να γράφονται με -ι-, αφού δεν είναι το παραγωγικό στοιχείο -ζω που προστίθεται, αλλά ολόκληρο το -ίζω (πβ. ψήφος-ψηφίζω, σταθμά-σταθμίζω, όρκος-ορκίζω κ.τ.ό.). Εξαίρεση αποτελούν αυτά που είχαν εξαρχής -υ- (γογγύζω, κελαρύζω, κατακλύζω, σφύζω και αναβλύζω/αναβρύζω) ή που κατέληξαν υστερογενώς σε -ύζω: δάκρυ>δακρύ-ω>δακρύζω, συγχέω>σύγχυσις>συγχύζω". Σύμφωνα με το ΛΝΕΓ λοιπόν, το συγχύζω γράφεται με -υ-, αλλά, αν κάποιος ψάξει αλφαβητικά θα βρεί μόνο συγχέω, συγχίζω, σύγχιση και σύγχυση. Πουθενά στο λημματολόγιο δεν υπάρχει το συγχύζω, αν και ο πίνακας μετά το λήμμα αντικρίζω υποστηρίζει τη γραφή με -υ-.

Η στάση των άλλων λεξικών
Από πέντε λεξικά (που εκδόθηκαν μεταξύ 1835 και 1998) απουσιάζει η διάκριση σύγχυση-σύγχιση. Πιο συγκεκριμένα, στο ΜΛΕΓ υπάρχει το λήμμα συγχίζω (Δημητράκος, 1950: 6775), αλλά αυτή η ορθογραφία χαρακτηρίζεται λάθος: νεώτερη εσφαλμένη γραφή αντί συγχύζω. Το ΛΚΝ (1998: 1272) αγνοεί τα συγχίζω, σύγχιση και ετυμολογικά εξηγεί πώς προέκυψε το -υ- στο συγχύζω: μσν. συγχύζω < σύγχυ(σις) 1 -(ί)ζω (αναδρ. σχημ.). Το λεξικό του Σκαρλάτου Βυζαντίου (1835: 274) έχει μόνο συγχύζω, σύγχυσις. Το ορθογραφικό λεξικό του Ζηκίδη (1899: 437) αναφέρει μόνο σύγχυσις. Το λεξικό Κριαρά έχει μόνο τους τύπους συγχέω, συγχύζω, σύγχυση (1995: 1287, 1288) όπως και το ορθογραφικό λεξικό τού Βοσταντζόγλου, το οποίο περιλαμβάνει την καθαρεύουσα και τη δημοτική (1967: 352). 

Δύο κείμενα που "επιβεβαιώνουν" το ΛΝΕΓ
Έχοντας ως δείγμα έξι λεξικά από το 1835 μέχρι τα τέλη του 20ου αι. διαπιστώνει κανείς πως οι ορθογραφίες σύγχιση και συγχίζω αγνοήθηκαν από τους λεξικογράφους. Παρόλα αυτά υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα -στην καθαρεύουσα- όπου η σημασιολογική διαφοροποίηση αποτυπώνεται και ορθογραφικά. Στα παρακάτω -τυχαία επιλεγμένα- κείμενα παρατηρεί κανείς πως προτιμάται η γραφή με -ι- για τη σημασία (1) στα κείμενα του Μπάμπη Άννινου (1852-1934) και του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892):
 
Ἀλλ' ἐνῷ ἠγείροντο, ἕν κατάρατον καρφίον σχίζει τὰς κάτω ἐπιπέδους χώρας τοῦ πανταλονίου τοῦ κ. Ζαχαρίου, ὅστις φέρει τὴν χεῖρα εἰς τὰ αἰδήμονα ἐκεῖνα μέρη, ἀφεὶς οἰμωγὴν ἀπεριγράπτου πόνου, καὶ ἐν τῷ θορύβῳ του καὶ τῇ συγχίσει πατεῖ τὸ κράσπεδον τοῦ μελιτζανιοῦ φορέματος τῆς κυρίας Θεοδώρας, τὸ ὁποῖον ἀποσπᾶται τῆς ζώνης αὐτῆς μετὰ τρυγμοῦ θλιβεροῦ.
Η οικογένεια διασκεδάζει, Μπάμπης Άννινος 


Τὴν σιωπὴν τοῦ ὕπνου συγχίζει τὸ ἀηδόνι,
Κ' ἡ σιγανὴ φωνή μου,
Κ' οἱ ταραγμένοι κλῶνοι.
Ἔλα κοντά, πουλί μου,
Καὶ 'ς τὰ πλευρά μου κοίμου.

Τί πολυτάραχες φωνές! τί θρῆνοι συγχισμένοι!
Πόσοι σωροὶ ἐπανωτοὶ νεκροὶ καὶ πληγωμένοι!
Δήμος κ'  Ελένη, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Ποσοτικά δεδομένα από το διαδίκτυο
Μία αναζήτηση του τύπου σύγχυση στη μηχανή αναζήτησης Google φέρνει 1.200.000 αποτελέσματα έναντι 44.600 αποτελεσμάτων του τύπου σύγχιση. Αυτή η αναζήτηση δε βοηθά, επειδή οι δύο γραφές δεν αλληλοαποκλείονται. Στο ρήμα ωστόσο, ο τύπος συγχύζω υπερισχύει του τύπου συγχίζω (με 11.200 αποτελέσματα έναντι 6.690 αποτελεσμάτων). Το ίδιο ισχύει και με τον τύπο συγχύστηκα που έχει περισσότερα αποτελέσματα (22.100) από τον τύπο συγχίστηκα (14.300). Το ποσοτικό κριτήριο ασφαλώς ρίχνει φως στη χρήση, αλλά δε βοηθά σε τίποτε άλλο: δε γνωρίζουμε αν αυτή η χρήση είναι συνειδητή επιλογή ή αν γίνεται με σαφή σημασιολογική διάκριση των λέξεων σύγχυση και σύγχιση.

Συμπεράσματα
Η λεξικογραφική πρακτική που υποστηρίζει τη γραφή συγχύζω-σύγχυση καθώς και τα ποσοτικά δεδομένα αποδυναμώνουν την ορθογραφική πρόταση του ΛΝΕΓ, το οποίο δεν είναι συνεπές, εφόσον σε άλλο σημείο (20022: 206 κ. 20124: 252) προτείνει κι αυτό την ορθογραφία με -υ- (συγχύζω). Εφόσον στο θέμα τής ετυμολογίας των λέξεων δεν υπάρχει οριστική λύση, εφόσον το ίδιο το ΛΝΕΓ αντιφάσκει, εφόσον η σημασία τής λέξης σύγχιση υπάρχει στην Ελληνιστική Κοινή και αποδίδεται με το ουσιαστικό σύγχυσις και εφόσον η ορθογραφική πρακτική γέρνει υπέρ της γραφής με -υ-, θεωρώ πως η ορθογραφική πρόταση του ΛΝΕΓ δημιουργεί σύγχυση. Ωστόσο, σε ένα λεξικό που αποτυπώνει τη γλωσσική πραγματικότητα θα ήταν χρήσιμο να καταγραφεί η ορθογραφία με -ι- (συγχίζω, σύγχιση) , όμως θα ήταν καλό να μην προτάσσεται στην κεφαλή του λήμματος, αλλά να αναφέρεται ως μία εναλλακτική ορθογραφία .

Παράρτημα λημμάτων

Από το ΛΝΕΓ: 
συγχέω ρ. μετβ. {συνέχυσα, συγχύθηκα. συγκεχυμένος} 1. αντιλαμβάνομαι ασαφώς, αδυνατώ να συλλάβω τη διάκριση μεταξύ δύο ή
περισσοτέρων συναφών πραγμάτων, προσώπων κ.λπ.: ­~ ημερομηνίες / καταστάσεις || οι μαθητές συγχέουν συχνά τις παραπλήσιες έννoι­ες ΣΥΝ. μπερδεύω 2. (η μτχ. συγκεχυμένος, -η, -ο) βλ.λ. ---> ΣΧΟΛIΟ λ.
σύγχυση, -ίζω, μετοχή.
[ΕΤΥΜ. αρχ. < συν- (βλ.λ.) + χέω «χύνω, λειώνω» (βλ.λ.)].

συγχίζω ρ. μετβ. (σχολ. ορθ. συγχύζω) {σύγχισ-α. -τηκα, -μένoς} προκαλώ (σε κάποιον) ψυχική αναστάτωση, εκνευρισμό, ταραχή: με σύγ­χισε μ' αυτά που μου 'πε ΣΥΝ. εξοργίζω, ταράζω· (μεσοπαθ. συγχίζομαι) αναστατώνομαι ψυχικά, εκνευρίζομαι: δεν πρέπει να συγχίζεται, γιατί του ανεβαίνει η πίεση || μη μου μιλάς τώρα, είμαι συγχι­σμένος. -> Σ­XOΛΙO λ. σύγχυση.
[ΕΤΥΜ. μεσν. < αρχ. συγχέω, με μεταπλασμό από τον αόρ. συνέχυσα,
που συνέπιπτε με τον αόρ. των ρημάτων σε –ίζω].

σύγχιση (η) {-ης κ. -ίσεως | -ίσεις. –ίσεων} η κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού, η διατάραξη τής ψυχικής
ηρεμίας (κάποιου): ο γιατρός είπε ν’ αποφεύγω τις ~! ---> ΣΧΟΛΙΟ λ.
σύγχυση.
[ΕΤΥΜ. < συγχίζω].

σύγχυση (η) {-ης κ. -ύσεως | -ύσεις, -ύσεων} 1. (κυρ. στον γραπτό ή
προφορικό λόγο) η ασάφεια τού νοήματος, η έλλειψη επαρκούς ή
ακριβούς διάκρισης: ~ εννοιών / ιδεών || η ~ των λόγων του επιτείνεται από τους συνεχείς υπαινιγμούς και τις αμφισημίες 2. κατάσταση
ασάφειας, μπέρδεμα: οι αντιφατικές ανακοιvώσεις τού υπουργείου
προκάλεσαν ~ στους δημοσιογράφους|| επικρατεί ~ σχετικά με τον
αριθμό των επιβατών τού μοιραίου αεροσκάφους || η απόφαση του
επέφερε ~ για τους σκοπούς και τις προθέσεις του 3. (στην ψυχιατρική) η διαταραχή που συνίσταται στην αδυναμία τού ασθενούς να
προσανατολιστεί σε τόπο, χρόνο ή πρόσωπο· ΦΡ. (α) διανοητική σύγχυση σύνδρομο συνήθ. οξείας και παροδικής διαταραχής των ψυxικών λειτουργιών, κυρ. τού προσανατολισμού και τής μνήμης (β) σύγχυση φρενών έλλειψη πνευματικής διαύγειας, σαφήνειας στη σκέψη
και τη γλώσσα.
[ΕΤΥΜ. < αρχ. σύγχυσις < συγχέω (βλ.λ.)].

Από το ΛΚΝ:
σύγχυση 1 η [sínxisi] Ο33: α.η κατάσταση που δημιουργείται από την ασάφεια, την αντιφατικότητα ή την έλλειψη τάξης: Yπάρχει μια ~ σχετι κά με τις αρμοδιότητες της κάθε υπηρεσίας. Ο λαβύρινθος των νόμων και των διατάξεων προκαλεί συχνά ~ στον πολίτη. Mέσα στη ~ που ακολούθησε τα γεγονότα του 1922 στη Σμύρνη, πολλοί έχασαν τις οικογένειές τους. Mην κάνεις ~ της ελευθερίας και της ασυδοσίας, μη συγχέεις. β. (επιστ.) β1. (ψυχιατρ.) διανοητική ~, διαταραχή της συνειδήσεως, έλλειψη πνευματικής διαύγειας. β2. (νομ.) μέτρια / πλήρης ~, εξαιτίας της οποίας επιβάλλεται στο δράστη μικρότερη ποινή ή δεν του καταλογίζεται ευθύνη. (λόγ. έκφρ.) (πλήρης) ~ φρενών*.
[λόγ.: α: αρχ. σύγχυ(σις) -ση (< συγχέω)· β: σημδ. γαλλ. confusion]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]

σύγχυση 2 η: ταραχή που προέρχεται από θυμό, εκνευρισμό ή από αγωνία, στενοχώρια: Πήρα μια ~ σήμερα, που τρέμω ακόμη. Mέσα στη σύγχυ σή της δεν ήξερε τι έλεγε.
[λόγ. < σύγχυ(σις) 1 -ση σημδ. ιταλ. turba mento]
συγχύζω [sinxízo] -ομαι Ρ2.1: 1.εκνευρίζω και στενοχωρώ κπ., τον κάνω να χάσει την ψυχική του ηρεμία: Mε συγχύζει κάθε μέρα, γιατί δεν κάθε ται να διαβάσει. Aδιαφόρησε για τη συμπεριφορά του και μη συγχύζεσαι. Έγινε καβγάς στο σπίτι και έφυγα συγχυσμένος. 2. συγχέω. [λόγ.: 2: μσν. συγχύζω < σύγχυ(σις) 1 -(ί)ζω (αναδρ. σχημ.)· 1: σημδ. ιταλ. turbare]
 


Συντομογραφίες
ΛΚΝ: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών)
ΛΝΕΓ: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτη)
ΜΛΔ: Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης (Δημητράκου)

Βιβλιογραφία
Βοσταντζόγλου Θεολόγος, 1967: Αναλυτικόν Ορθογραφικόν Λεξικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης 

Βυζάντιος, Σκαρλάτος Δ., 1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν: Μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, Αθήνα.
Δημητράκος Δημήτριος, 1936-1950: Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης (9 τόμοι) Αθήνα, Δ. Δημητράκος.

Ζηκίδου, Γεωργίου Δ., 1899: Λεξικόν Ορθογραφικόν και Χρηστικόν της Ελληνικής Γλώσσης της τε αρχαίας και της νεωτέρας, Αθήνα, 
ΙΝΣ (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών) / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 1998: Λεξικό της Κοινής   Νεοελληνικής   Θεσσαλονίκη,    Αριστοτέλειο     Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Κριαράς Εμμανουήλ, 1995: Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών.
Μπαμπινιώτης Γεώργιος, 20022 κ. 20124: Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας. 
von Tischendorf Constantin, 1848: Novum Testamentum Graece et Latine, Parisiis, Editore Ambrosio Firmin Didot