Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Η ετυμολογία ενός ευφημισμού

Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ), στο ενδόλημμα κουτάκι του λήμματος κουτί, βρίσκουμε την ακόλουθη σημασία:
3. (οικ.) το γυναικείο αιδοίο. 
(Η συντομογραφία (οικ.) δηλώνει το οικείο επίπεδο ύφους.)


Η σημασία αυτή απουσιάζει από όλα σχεδόν τα λεξικά. Δεν υπάρχει στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΛΝΕΓ), στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ), στο Νέο Ελληνικό Λεξικό (ΝΕΛ) της Εκδοτικής Αθηνών, στο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (ΧΛΝΓ), αν και πρόκειται για γνωστή σημασία με καθιερωμένη χρήση, όπως διαπιστώνουμε παρακολουθώντας το ακόλουθο βίντεο.
 


Στο διαδικτυακό λεξικό της αργκό slang.gr υποστηρίζεται πως η μεταφορική, ευφημιστική χρήση του κουτιού (όχι του υποκοριστικού κουτάκι) για το αιδοίο προέρχεται από την αγγλική γλώσσα (προφανώς ως μεταφραστικό δάνειο), στην οποία επίσης η χρήση είναι αργκοτική. Πιστεύω ωστόσο πως η συγκεκριμένη ετυμολογική πρόταση δεν ευσταθεί, και αυτή η παρετυμολογία αποτελεί την κατάλληλη ευκαιρία για να ερευνήσουμε έναν τρόπο ερμηνείας ομοιοτήτων που δεν οφείλονται σε γλωσσική επαφή.
Πολλές φορές η γνώση της αγγλικής μάς παραπλανά και μας οδηγεί εύκολα και ανεξέταστα στο συμπέρασμα ότι κάποιες κοινές εκφράσεις ή μεταφορές μπορεί να προέρχονται από την επιρροή της αγγλικής, δεδομένου του ηγεμονικού ρόλου της. Στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα έχουμε μία μεταφορά που παράγεται αξιοποιώντας τις εννοιολογικές δομές της ανθρώπινης σκέψης με αποτέλεσμα να εμφανίζεται παράλληλα σε διαφορετικές γλώσσες (π.χ. doos, που σημαίνει επίσης «κουτί» στα Ολλανδικά, Scheide [=θήκη] στα Γερμανικά· ο ανατομικός όρος vagina προέρχεται από την αντίστοιχη λατινική, η οποία έχει τη σημασία «θήκη σπαθιού», ενώ και η λέξη κολεός της αρχαίας Ελληνικής σήμαινε θηκάρι σπαθιού και σήμερα είναι ανατομικός όρος για τον κόλπο (από τον οποίο παράγονται και σύνθετα, όπως ο κολεόσπασμος). Παρατηρούμε τη γλωσσική πραγμάτωση ενός αντιληπτικού σχήματος το οποίο συνδέει την έννοια του ατόμου με την έννοια του δοχείου, όπως υποστηρίζεται στο αγγλικό λεξικό της αργκό The Oxford Handbook of Taboo Words and Language του Keith Allan (σελ. 57, Oxford University Press, 2019). Ο συμβολισμός του αιδοίου με κάποια μορφή δοχείου παρατηρείται και από τον Φρόιντ, ο οποίος στο βιβλίο του Η ερμηνεία των ονείρων παρατηρεί: «Κουτιά κάθε σχήματος και χρήσης, κιβώτια, ερμάρια, θερμάστρες αντιστοιχούν στο γυναικείο σώμα, όπως επίσης σπηλιές, πλοία και όλα τα είδη δοχείων» (σελ. 315, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις  Επίκουρος, 1993)· ο Φρόιντ συνεχίζει αναφέροντας ένα παράδειγμα συμβολισμού του γυναικείου σώματος με κάστρο αναφερόμενος στο τραγούδι για τον «Κόμητα Έμπερσταϊν» του Ούλαντ: απόψε ένα κάστρο βρίσκεται σε κίνδυνο (Heut' Nacht wird ein Schlößlein gefährdet sein).
Ευρεία χρήση της συγκεκριμένης μεταφοράς μπορούμε να διαπιστώσουμε και στην τέχνη. Στην αγγλική γραμματεία η μεταφορική χρήση του κουτιού ως γυναικείου γεννητικού οργάνου μαρτυρείται για πρώτη φορά σε ανώνυμο ποίημα των τελών του 15ου αι. με τίτλο Hey noyney: Ser John to me is proferyng / for hys plesure ryght well to pay / and in my box he puttes hys offryng / I have no powre to say hym nay (σελ. 143, Anthology of Ancient Medival Woman's Song, Anne L. Klinck, εκδ. Palgrave Macmillan US, 2004). Επίσης απαντάται και στον Σέξπιρ (Τέλος Καλό, Όλα Καλά, πράξη 2η, σκηνή 3η):  He wears his honour in a box, unseen, / That hugs his kicky-wicky here at home. Στον κινηματογράφο, σε σύγχρονες ταινίες, διαπιστώνουμε τη χρήση του αργκοτικού όρου σε λογοπαίγνιο σχετικό με το κουτί της Πανδώρας στην ταινία Notting Hill (I knew a girl in school named Pandora. Never got to see her box though) και στο Ted (That's cause everyone's mouth is usually full of your wife's box). Τέλος, στο τραγούδι Rider του Will Oldham ακούμε τους στίχους: lady's got a box pressed into my face / and a belt of beads draped around her waist.

 
 

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Το τανκς του Πολυτεχνείου

Θυμάμαι αμυδρά τις σχολικές γιορτές τού Πολυτεχνείου στις οποίες μάς αφηγούνταν πώς μπήκε το τανκς στο Πολυτεχνείο την 17η Νοεμβρίου 1973. Είμαι βέβαιος πως άκουγα τη λέξη τανκς, ακριβώς έτσι, tanks, δανεισμένη από τον πληθυντικό της αντίστοιχης αγγλικής λέξης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν επικράτησαν στη χρήση ο ενικός το τανκ και ο πληθυντικός τα τανκς. Η ηγεμονική θέση τής αγγλικής γλώσσας και η διεύρυνση της γνώσης της στους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής εισάγουν -εκτός από γλωσσικά δάνεια- και στοιχεία της μορφολογίας της.   
Διαφορετικά λεξικά χειρίζονται αυτή τη γλωσσική πραγματικότητα με διαφορετικούς τρόπους. Αν κάποιος αναζητήσει τη λέξη τανκς στο ΛΚΝ, θα διαπιστώσει πως χαρακτηρίζεται άκλιτο (το τανκς, του τανκς, τα τανκς, των τανκς) και πως δεν υπάρχει τύπος τανκ για τον ενικό. Το ΛΝΕΓ (β' έκδοση, σελ. 1738), προσπαθώντας να περιγράψει με περισσότερη ακρίβεια τη χρήση της λέξης, έχει τον τύπο τανκ(ς) στην κεφαλή του λήμματος. Το ΝΕΛ (σελ. 1332) ακολουθεί την κλίση της λέξης με βάση την αγγλική γλώσσα και καταγράφει ενικό τανκ και πληθυντικό τανξ και τανκς. Το ίδιο κάνει και με το ακριβώς προηγούμενο λήμμα: τάνκερ, πληθ. τάνκερς. Το ΜΕΛ δίνει και αυτό διαφορετικό πληθυντικό (τανκς). Το επίτομο λεξικό Δημητράκου (ΕΛΕΓ) ήδη από το 1957 δίνει διαφορετικούς τύπους για τον ενικό και τον πληθυντικό του λήμματος τανκ, αν και χαρακτηρίζει άκλιτο το λήμμα τάνκερ (σελ. 1313), όπως και τα κλομπ (σελ. 795), τσιπ (σελ. 1352). Ωστόσο, στο λήμμα σεντ δίνει πληθυντικό σεντς (σελ. 1219).
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αν οι ξένες λέξεις κουβαλάνε μαζί τους τη μορφολογία της γλώσσας προέλευσης, σε τι βαθμό συμβαίνει αυτό και αν μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιον κανόνα που να καθορίζει τον δανεισμό μορφολογικών στοιχείων μαζί με το λεξιλόγιο που έχουμε δανειστεί και συνεχίζουμε να δανειζόμαστε.
Στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα ρεπόρτερ (σελ. 1536), ο συντάκτης του λεξικού Μπαμπινιώτη δίνει την οδηγία ότι πρέπει να αποφεύγεται η μεταφορά της μορφολογίας της αγγλικής στην ελληνική:  
Παρατηρείται και εδώ ότι θα πρέπει να αποφεύγονται σχηματισμοί αγγλικού πληθυντικού ρεπόρτερς (!), γιατί τέτοιες δάνειες λέξεις που λήγουν σε σύμφωνα τα οποία δεν υπάρχουν στο σύστημα της Ελληνικής, δεν σχηματίζουν πληθυντικό. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις όπως κομπιούτερ, πληθ. οι κομπιούτερ, όχι κομπιούτερς, γκάνγκστερ, όχι οι γκάνγκστερς. Ομοίως, πρέπει να αποφεύγονται πληθ. τσάρτερς, τάνκερς, κ.τ.ό.
Τις ίδιες ιδέες διατυπώνει και στο Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής (2014, σελ. 740) και προχωρά στο να χαρακτηρίσει «επίδειξη αγγλομάθειας» τη χρήση του κλιτικού συστήματος της αγγλικής γλώσσας
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σχεδόν αποκλειστικά σε λέξεις της Αγγλικής και σπανιότερα σε λέξεις από άλλες γλώσσες (πβ. κοντσέρτι, μπράβι, κ.ά.). Αυτό πιθανώς εξηγείται από την ευρεία διάδοση της Αγγλικής στην ελληνική κοινωνία ως πρωτεύουσας ξένης γλώσσας και από τη διαπιστωμένη τάση επίδειξης αγγλομάθειας πολλών Ελλήνων ομιλητών.
Το φαινόμενο της χρήσης του πληθυντικού της αγγλικής γλώσσας (-s) είναι το κυριότερο περιστατικό δανεισμού της μορφολογικών στοιχείων ξένης γλώσσας (ωστόσο υπάρχει και ο πληθυντικός του μπάρμαν: Ένωση Μπάρμεν Ελλάδος). Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν λέξεις δάνειες από τη λατινική: συχνά διαβάζουμε για κόρπορα κειμένων (πληθυντικός του κόρπους), για διεθνή φόρα (πληθυντικός του φόρουμ), που ακολουθούν πιστά την αντίστοιχη πρακτική της αγγλικής γλώσσας, ενώ ο Καρυωτάκης έγραψε τον πληθυντικό του κονσόρτσιουμ στο ποίημα Στο Άγαλμα της Eλευθερίας που φωτίζει τον κόσμο: «Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι». Ωστόσο αυτή η πρακτική δεν είναι γενικευμένη, καθώς δεν έχουμε αντίστοιχους πληθυντικούς για άλλες λατινικές λέξεις, όπως πόντιουμ, μεμοράντουμ, άλμπουμ, μέντιουμ. Παρόμοια συμμόρφωση με τον κλιτικό σύστημα άλλων γλωσσών εντοπίζουμε σε ορισμένες έθνικ συνταγές (π.χ. τορτίγιας) και επίσης μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα ΜΜΕ, ειδικά σε άρθρα σχετικά με την οικονομία, όπου επικρατεί η τάση να κλίνονται τα νομίσματα των ξένων κρατών, όπως το βραζιλιανικό ρεάλ, το οποίο στον πληθυντικό λέγεται ρεάις, το βουλγαρικό λεβ (πληθ.: λέβα) και το ρουμανικό και μολδαβικό λέου (πληθ. λέι). Για παράδειγμα, στο λήμμα για το βραζιλιανικό ρεάλ η ελληνική βικιπαίδεια κλίνει τόσο το ρεάλ, όσο και την υποδιαίρεσή του, το σεντάβος: «Ακολούθησε η κυκλοφορία δεύτερης σειράς κερμάτων, το 1998, των 1 και 5 σεντάβος [...] το Δεκέμβριο του 2005, σταμάτησε η παραγωγή των κερμάτων του 1 σεντάβο».
Μολονότι ήδη έχει φανεί πως η χρήση του πληθυντικού ξένων γλωσσών στις δάνειες λέξεις δεν είναι ούτε καθιερωμένη ούτε καθολική, χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να γενικευτεί η χρήση του πληθυντικού της αγγλικής στα δάνεια από αυτή τη γλώσσα; Η απάντηση είναι κατηγορηματική: όχι. Ο κύριος λόγος είναι πως ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει το κλιτικό σύστημα της αγγλικής (της ισπανικής, της πορτογαλικής κλπ.) προκειμένου να χρησιμοποιεί τις δάνειες λέξεις. Επιπλέον, είναι πρακτικά αδύνατο να χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό για όλες τις αγγλικές λέξεις που έχουμε δανειστεί. Δεν είναι δυνατό να εισαχθεί ο πληθυντικός της αγγλικής για να χρησιμοποιηθεί σε λέξεις όπως σάντουιτς, φαξ, τοστ, τεστ, φλας, πάρκινγκ, πάρτι, ματς, άουτ, κλόουν, σκετς, σαφάρι, σοκ, κόουτς, στάτους. Σε μία περίπτωση μάλιστα, στη λέξη chip, ο ενικός και ο πληθυντικός συνεπάγονται σημασιολογική διαφοροποίηση: το τσιπ είναι στον υπολογιστή, ενώ τα τσιπς τα τρώμε.
Είναι ξεκάθαρο πως, έστω και σε περιορισμένο λεξιλόγιο, η γνώση της αγγλικής επηρεάζει τη χρήση των δανείων λέξεων. Ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής συνειδητοποιεί πως είναι ξένες λέξεις και χρησιμοποιεί το κλιτικό σύστημα της γλώσσας προέλευσης. Αντιθέτως, κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις που τις έχουμε δανειστεί όπως είναι στον τύπο του πληθυντικού, αλλά στην ελληνική αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε και στον ενικό: Ρομά (πληθυντικός του Ρομ), σεραφείμ, χερουβείμ, ρουμπαγιάτ, ταλιμπάν, μουτζαχεντίν, φενταγίν, παπαράτσι, πιράνχας, μακαρόνι, κανελόνι, παντελόνι, σπαγγέτι, φαλάφελ, ατζέντα, όπερα, ουλεμάς, άρμα, είναι πληθυντικοί και κανείς δεν επιχειρεί να πει ή να γράψει στον ενικό  ο μουτζαχίντ, το σπαγγέτο.
Το φαινόμενο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες: στη σύγχρονη τουρκική υπάρχουν λέξεις που έχουν εισέλθει ως δάνεια μέσω της ελληνικής, αλλά στον τύπο του πληθυντικού: karides σημαίνει καρύδα, patates σημαίνει πατάτα, domates σημαίνει ντομάτα και muşmula σημαίνει μούσμουλο. Ίσως οι Έλληνες μανάβηδες, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους στα ελληνικά, συνέβαλαν ώστε οι λέξεις να εισαχθούν στην τουρκική με τον τύπο του πληθυντικού. Στην τουρκική, βέβαια, ο πληθυντικός σχηματίζεται κανονικά, με βάση το κλιτικό σύστημα της γλώσσας: karidesler, patatesler, domatesler, muşmulalar.
Αν και η γλωσσολογία επιχειρεί να περιγράψει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίσει, η ιδέα του κανόνα υπάρχει στη συνείδηση του ομιλητή. Το λεξικό μπορεί να συντάσσεται ως μία περιγραφή της γλώσσας, αλλά φτάνει στα χέρια ενός αναγνώστη που το διαβάζει ως εγχειρίδιο που ρυθμίζει τη γλώσσα. Από αυτή την άποψη, του αναγνώστη που αναζητά τη σωστή χρήση σε ένα λεξικό, προκαλεί αμηχανία η οδηγία ότι το τανκ έχει πληθυντικό τανκς, αλλά το σάντουιτς δεν έχει.
Ωστόσο οι οδηγίες των λεξικών και των γλωσσικών εγχειριδίων δεν έχουν απόλυτη ισχύ: η ίδια η γνώση μιας ξένης γλώσσας, όπως είδαμε, μπορεί να λειτουργεί ρυθμιστικά για τον ομιλητή ώστε εκείνος να αγνοεί τις υποδείξεις του λεξικού Μπαμπινιώτη και να γράφει τραγούδια με στίχους όπως «συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί». Από τη μια οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να εμποδίσουν τη χρήση του αγγλικού πληθυντικού (-s) δεν μπορούν να αλλάξουν τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά  από την άλλη ούτε η συμμόρφωση των Ελλήνων προς τη νόρμα της αγγλικής δεν μπορεί να επιβάλει καθολικά τη χρήση του. Οι σποραδικές περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται ο αγγλικός πληθυντικός παραμένουν ως τεκμήρια της ισχύος της αγγλικής γλώσσας και ίσως ως ένα στάδιο πριν την πλήρη ελληνοποίηση των δανείων, αλλά αυτό θα το δείξει ο χρόνος.
Ένα παρόμοιο φαινόμενο -σε πολύ μεγαλύτερη έκταση- επηρέασε την εξέλιξη της τουρκικής γλώσσας και είναι πολύ χρήσιμο για να συνειδητοποιήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν τον δανεισμό. Κατά τη μετακίνηση των τουρκικών φύλων προς τη δυτική Ασία ο εξισλαμισμός τους, η υιοθέτηση του περσικού αλφαβήτου και η κατάκτηση της Περσίας οδήγησαν στην πολιτιστική κυριαρχία της περσικής γλώσσας και ακολούθως της αραβικής. Οι Σελτζούκοι χρησιμοποίησαν την περσική ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, ενώ οι Οθωμανοί δανείστηκαν όχι μόνο το λεξιλόγιο της αραβικής και της περσικής, αλλά και πολλά μορφολογικά στοιχεία. Η επίσημη οθωμανική τουρκική θεωρείτο πιο εκλεπτυσμένη όσο περισσότερα αραβικά και περσικά στοιχεία υιοθετούσε. Ο G. L. Lewis στο βιβλίο του Turkish Grammar προσπαθώντας να δώσει ένα ανάλογο παράδειγμα στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιεί τη λατινική και γράφει: «είναι σαν να λέγαμε όχι "for obvious reasons", αλλά "for rationes obviae", ή "what is the conditio of your progenitor reverendus?" αντί για "how's your father?" (σελ. XX, 1967).
Το παράδειγμα της οθωμανικής τουρκικής είναι χρήσιμο, επειδή δείχνει πώς η στάση των ομιλητών και το πολιτισμικό κύρος επέβαλαν την πληθώρα των αραβοπερσικών λεξιλογικών και μορφολογικών δανείων. Ωστόσο, αυτό που θεωρείτο στην οθωμανική εποχή δείκτης υψηλού μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου, καταδιώχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα και τα τουρκικά των αγροίκων, τα kaba Türkçe, πήραν τη θέση της «καλής τουρκικής».
Η στάση των φυσικών ομιλητών της ελληνικής είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε και χρησιμοποιούμε τα δάνεια. Η εφαρμογή της αγγλικής μορφολογίας (το τανκ, τα τανκς), η απόρριψή της (το τανκς) και η απόρριψη των δανείων λέξεων (το τεθωρακισμένο / το άρμα μάχης) φανερώνουν γλωσσικές ιδεολογίες και στάσεις και επηρεάζουν τη γλώσσα μας. Η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να διατυπωθεί κάποιος κανόνας είναι πως αντί για έναν κανόνα έχουμε στη διάθεσή μας ένα φάσμα επιλογών (ή κανόνων) που μπορούμε να επιλέξουμε ανάλογα με τη δική μας άποψη για τη γλώσσα και να εφαρμόσουμε ανάλογα με την περίσταση.

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου

Για εμένα η ανάγνωση της ποίησης του Νίκου Καββαδία συνοδευόταν εξαρχής από την αναγκαστική παραδοχή ότι το πλήθος των άγνωστων λέξεων ήταν εξωτικοί ήχοι με θολή σημασία, οι οποίοι αποτελούσαν το θαλασσινό σκηνικό στο θέατρο της απελπισίας του. Δεν έφεραν κάποια ειδική σημασία, αλλά επέτειναν την αίσθηση που μου δημιουργούσε το ποίημα. Η άλλη λύση θα ήταν να έχω μονίμως το λεξικό ανοιγμένο και σκοντάφτοντας πάνω σε άγνωστες λέξεις, σχεδόν σε κάθε στίχο, να σταματάω την ανάγνωση για μία αναζήτηση που πολλές φορές θα ήταν άκαρπη: το καραντί, τα παταράτσα, η μπαρκέτα, το πινέλο -με τη ναυτική του σημασία- δεν υπάρχουν στα λεξικά. Χρειάζεται απαραίτητα η συντροφιά ενός ειδικού λεξικού (εν προκειμένω αυτού που έγραψε ο Γιώργος Τράπαλης με τίτλο Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία).
Τις λέξεις της ποίησης του Καββαδία ακόμα δεν έχω νοιαστεί να τις μάθω όλες τι σημαίνουν. Από τον πρώτο καιρό όμως ξεχώρισα μία και τη γνώρισα καλά, επειδή είναι τοποθετημένη με τρόπο που μου προκάλεσε συγκίνηση και επειδή αργότερα θα τη συναντούσα ξανά και ξανά σε άλλα κείμενα.
Στο τελευταίο ποίημα που γράφει λίγες μέρες πριν πεθάνει, την Πικρία, αναφέρεται σε ένα χρώμα που λέει ότι ξέχασε και μάλλον εννοεί πως απαρνήθηκε για χάρη κάποιας αγαπημένης: το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου. Και συνεχίζει: και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα / με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα, / για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.
Για κάποιον που δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη, το μόνο που μαθαίνει από το ποίημα είναι το χρώμα του περμαγγανάτου, και επιπλέον αποκτά κάποια ιδέα σχετικά με τη χρήση του, αφού οι εικόνες παραπέμπουν σε σκηνή πορνείου: κρεβάτια σαραβαλιασμένα, λερά σεντόνια, πολυκαιρισμένα. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας τη Βάρδια του Καββαδία, θα ξανασυναντούσα το περμαγγανάτο και τον Τισιανό:

Παίξε στον αγέρα τη γλώσσα σου όσο θέλεις. Δε θα ‘ρθω μαζί σου. Δε θέλω ν᾽ ανέβω τη γυριστή σκάλα. Ξέρω απ᾽ όλες τις σκάλες ποιο σκαλί λείπει. Ξέρω ποιος τοίχος είναι να πέσει. Το κρεβάτι με το σπασμένο ποδάρι, τη βρεγμένη πετσέτα στο καρφί, την ξεχειλισμένη λεκάνη με το περμαγκανάτο, που μου θυμίζει το βυσσινί του Tiziano, τό στραβοβαλμένο κάδρο στον τοίχο: «Η θαρραλέα Τιμόκλεια προ του Μακεδόνος».”
σελ. 114-115, Βάρδια. Εκδόσεις Άγρα, 1989.
Στο βιβλίο του Γ. Τράπαλη υπάρχει το λήμμα περμαγκανάτο, και εξηγεί με απλά λόγια τη σημασία του:
«Πολύ αραιό διάλυμα υπερμαγκανικού καλίου που χρησιμοποιείται για την απολύμανση του νερού (μέθοδος αντισηπτική σε οίκους ανοχής) και για αντισηπτικές πλύσεις στη δερματολογία και τη γυναικολογία.»
σελ. 59, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία. Γιώργος Τράπαλης Εκδόσεις Άγρα, 2010 (β' έκδοση).
Δεν είναι όμως μόνο το έργο του Καββαδία το οποίο διασώζει αυτή τη λέξη. Αργότερα την εντόπισα και στο Μπουρδέλο του Ηλία Πετρόπουλου:
«Θυμάμαι πολύ καλά ότι, η πόρνη Λέλα [...] είχε στην κάμαρή της ένα γραμμόφωνο. Καλοριφέρ δεν είχε. Κάθε δωμάτιο είχε τη σόμπα του. Πάνω στο κομό η κλασική λεκάνη, η κλασική κανάτα και το κλασικό μπουκάλι με το υπερμαγκανάτ.»
Άλλες χρήσεις της συνάντησα σε διήγημα του Μ. Καραγάτση, στην αυτοβιογραφία της Γαβριέλλας Ουσάκοβα:
 «...έκανα κλύσμα με περμαγκανάντ και το έκρυψα να μην το δει.» 
σελ. 115, Η ζωή μου. Γαβριέλλα Ουσάκοβα Εκδόσεις Κάκτος.

«Τώρα, ανάμεσα στα σπίτια, είναι και καναδυό μαγαζάκια -ψιλικατζίδικα- που πουλούν ό,τι χρειάζεται για τους ανθρώπους του δρομάκου. [...] Καθρεφτάκια, τσατσάρες, μοσκοσάπουνα, βαζελίνη, τραπουλόχαρτα, περμαγκανά, περλαντίνα, μυρουδιές σε κακόγουστα μπουκαλάκια, "μπεμπέκες" κι ό,τι άλλο χρειάζεται για τη δουλειά και τη χαρά.»
σελ. 160, "Ο άνθρωπος με το φλεμόνι." Το μεγάλο συναξάρι. Μ. Καραγάτσης Εστία, 2001.

Όσο κι αν έψαχνα στα λεξικά -στο Υ και στο Π- δεν έβρισκα πουθενά το (υ)περμαγκανάτ(ο) -σε οποιαδήποτε από τις παραλλαγές του. Το ΜΛΕΓ, το ΛΝΕΓ (Σταματάκου) όφειλαν να το έχουν, μιας και, όπως διαπιστώνουμε, η λέξη ήταν σε ευρεία χρήση παλαιότερα στους οίκους ανοχής. Ανακάλυψα όμως ότι λείπει και από τα μεταγενέστερα λεξικά (ΛΝΕΓ, ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ΧΛΝΓ), αλλά λείπει και από τις εγκυκλοπαίδειες, τουλάχιστον την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα (και το Παπυράκι), και την εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, η οποία κυκλοφόρησε στον Μεσοπόλεμο.
Ίσως δεν είναι παράλογη η υπόθεση της σεμνοτυφίας των λεξικογράφων. Η λημματογράφηση μιας τέτοιας λέξης συνδεόταν με την ενοχή του λεξικογράφου. Η παράλειψη ήταν πιο ασφαλής επιλογή, ακόμα κι αν έμενε έξω από τα λεξικά μια γνωστή λέξη, πιο γνωστή από πολλές που βρίσκουμε στις σελίδες των λεξικών. Το πόσο γνωστό ήτανε το περμαγκανάτο το επιβεβαιώνει έμμεσα και η ετυμολογική υπόθεση ότι ακόμα και σήμερα χρησιμοποιούμε κάποια έκφραση συνδεδεμένη με το εν λόγω προϊόν: έχει υποστηριχθεί πως η έκφραση την έβαψα / την έχω βάψει / την έχω βαμμένη προέρχεται από την αργκό του αγοραίου έρωτα, επειδή το χρώμα του περμαγκανάτου, που δεν έφευγε εύκολα, μαρτυρούσε τον πορνοπελάτη. Από αυτή τη στενή σημασία της πέρασε στην καθημερινότητα και διευρύνθηκε σημασιολογικά. Ακόμα κι αν η προέλευση της φράσης δεν βρίσκεται στις ιδιότητες του περμαγκανάτου, ωστόσο αυτό ακόμα και σήμερα είναι γνωστό και χρησιμοποιείται στη μαγειρική κατά την απολύμανση των λαχανικών. (Σε συνέντευξή του στα ΝΕΑ το 2010 ο σεφ Νίκος Σαράντος δήλωνε: «Στις επαγγελµατικές κουζίνες χρησιµοποιούµε το περµαγκανάτ. Την ίδια δουλειά κάνει και το ξίδι».)



Στα λεξικά η μόνη παραχώρηση που γίνεται είναι στην επιστημονική ονομασία, η οποία σώζει τα προσχήματα. Βρίσκουμε μόνο το επίθετο υπερμαγκανικός και μέσα σε αυτό τη χημική ονομασία: υπερμαγκανικό κάλιο. Μόνο ο συντάκτης της εγκυκλοπαίδειας Δρανδάκη, στον Μεσοπόλεμο, κάνει κάποια νύξη σχετικά με τη βλενόρροια και τη λευκόρροια όταν συντάσσει το υπολήμμα υπερμαγκανικό κάλιο στο λήμμα κάλιο. Αναφέρεται και στο "αγοραίο" προϊόν, χωρίς να το κατονομάζει, αλλά είναι σίγουρο πως το γνωρίζει. Άλλωστε στο τέλος δίνει και μία χρηστική πληροφορία, καθώς ενημερώνει τον αναγνώστη ότι οι λεκέδες υποχωρούν «διά κιτρικού, οξεικού ή άλλου τινός οξέος» (σελ. 554, τόμος ΙΓ' ΙΛΙΤΖΑ-ΚΑΣΤΕΛΙΟΝ).
Επιστρέφοντας στο βυσσινί του Τισιανού και του περμαγκανάτου, στον στίχο του ποιήματος που έγραψε 7 Φεβρουαρίου του 1975, τρεις μέρες πριν από τον θάνατό του, τολμώ να υποθέσω πως ο ποιητής συνοψίζει τη ζωή του, σαν να γράφει επίγραμμα: λάτρης της τέχνης, θαμώνας των πορνείων. Εδώ η λέξη βρίσκει την πιο ποιητική της χρήση και για αυτόν τον λόγο, ακόμα κι αν δεν είχε καταγραφεί σε τόσα άλλα βιβλία, ακόμα κι αν δεν ήταν πια σε χρήση, θα άξιζε να πάρει τη θέση της ως λήμμα στα λεξικά.