Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελευκίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελευκίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

το κρατίδιο της Κομμαγηνής

Ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είχε σκοτωθεί πολεμώντας τους Πάρθους το 164 π.Χ., ενώ την ίδια εποχή οι Μακκαβαίοι ξεσηκώνονταν εναντίον των Σελευκιδών και εγκαθίδρυαν τη δυναστεία των Ασαμοναίων. Την επόμενη χρονιά ένας τοπικός διοικητής θα αποφάσιζε να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση της σελευκιδικής εξουσίας και να γίνει και ο ίδιος βασιλιάς: ο αρμενικής καταγωγής Πτολεμαίος, σατράπης της Κομμαγηνής, περιφέρειας του βασιλείου των Σελευκιδών, ανακηρύχθηκε βασιλιάς, ιδρύοντας μία δυναστεία της οποίας οι τελευταίοι απόγονοι θα κατέληγαν υπήκοοι της Ρώμης. Ο εγγονός του τελευταίου βασιλιά της έμεινε γνωστός ως Φιλόπαππος και σήμερα, απέναντι από την Ακρόπολη, βρίσκεται το γνωστό μνημείο το οποίο χτίστηκε προς τιμήν του πάνω στον λόφο που φέρει το όνομά του.
Η θυσία του ποιητή Ιάσωνος Κλεάνδρου
εν Κομμαγηνή - Εγγονόπουλος 1935
Αυτό το βασίλειο της Κομμαγηνής, εύθραυστο, μικρό και εφήμερο, βρίσκει τη θέση του στην ποίηση του απαισιόδοξου Καβάφη, που εμπνέεται από τη φθορά, την παρακμή. Το ποίημά του: Επιτύμβιον Αντιόχου, Βασιλέως Κομμαγηνής μάλλον αναφέρεται στον Αντίοχο Α΄ τον Θεό, Δίκαιο, Επιφανή, Φιλορωμαίο, Φιλέλληνα -κάθε προσωνύμιο τονίζει περισσότερο τη μηδαμινότητά του-, ο οποίος καυχιόταν για την καταγωγή του από τον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς ήταν γιος μιας Ελληνίδας πριγκίπισσας των Σελευκιδών και ενός Αρμένιου βασιλιά, λάτρη, όπως λέγεται, των ελληνικών γραμμάτων. Στα χρόνια του η Κομμαγηνή γνώρισε μεγάλη ακμή. Ο Καβάφης επινοεί έναν Εφέσιο σοφιστή Καλλίμαχο, ο οποίος "από τον οίκον τον βασιλικόν ασμένως κ' επανειλημμένως φιλοξενηθείς" γράφει "τη υποδείξει Σύρων αυλικών" ένα επιτύμβιο στο οποίο τον κολακεύει, γιατί "υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός -ιδιότητα δεν έχ' η ανθρωπότης τιμιοτέραν". Ο τάφος του πάνω στο βουνό Νεμρούτ με τις ύψους δέκα μέτρων προτομές θεών μαρτυρεί την ανατολίτικη δυναστική συνήθεια να αποθεώνεται ένας ηγεμόνας.
Στο ποίημά του Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ. ο ποιητής δίνει χρονολογία λίγο πριν οι Άραβες καταλάβουν την περιοχή. Είναι πάλι μία εποχή πριν το τέλος, ο κόσμος που περιγράφεται σύντομα θα σαρωθεί από τους νέους κατακτητές και θα σβήσει. "Εις σε προστρέχω, Τέχνη της Ποιήσεως" γράφει. "Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι." Η εσωτερική, σωματική παρακμή που περιγράφουν οι στίχοι συνδυάζεται με το επερχόμενο τέλος του κόσμου του ποιητή, τέλος που ανακοινώνει ο χωροχρονικός προσδιορισμός του τίτλου.
Στο κρατίδιο της Κομμαγηνής επιστρέφει ο Σεφέρης στο ποίημα Τελευταίος Σταθμός το 1944. Ο ποιητής βρίσκεται στην Cava dei Tirreni και ετοιμάζεται να γυρίσει στην Ελλάδα -η κυβέρνηση αναχωρεί πρώτη. Οι Ναζί εγκαταλείπουν τη χώρα και ο ποιητής σκέφτεται την Κομμαγηνή, ένα από τα εφήμερα κράτη που σάρωσε η ιστορία:

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία·
το κρατίδιο της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια. 

Το ποίημά του ο Σεφέρης το γράφει το 1944. Στις 17 Δεκεμβρίου 1946 ακολουθεί η ομιλία του στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών με τίτλο «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ: Παράλληλοι» η οποία δημοσιεύεται το επόμενο έτος στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (σελ. 33-43, τόμ. 3, τεύχος 2, Ιούνιος 1947). Είναι σημαντικό, γιατί επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη σημασία που δίνει ο ποιητής στην καβαφική Κομμαγηνή. Σημειώνει για τον Καβάφη πως «η ιστορική του αίσθηση όχι μόνο τον κάνει οξύτατα σύγχρονο, αλλά και συνάμα τού παρέχει την ίδια μέθοδο». Σε αυτό το δοκίμιο εντάσσει την Κομμαγηνή στο πλαίσιο της καβαφικής ποίησης:

Ο κόσμος του Καβάφη βρίσκεται στις παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών, που με τόση επιμέλεια εξακρίβωνε· εκεί που υπάρχουν κράματα πολλά, μεταπτώσεις, μεταστάσεις, παραβάσεις· σε πολιτείες που λάμπουν και τρεμοσβήνουν: στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, στη Σιδώνα, στη Σελεύκεια, στην Οσροηνή, στην Κομμαγηνή· είναι ένας κόσμος ερμαφροδίτων, και η γλώσσα που μιλούν ένα κράμα.

Η επισήμανση του Σεφέρη (οι παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών) εξηγεί τη θέση της Κομμαγηνής και στο δικό του ποίημα, καθώς τη μεταχειρίζεται ως σύμβολο του κόσμου που σβήνει ή που συνεχώς μάς υπενθυμίζει το εύθραυστο και εφήμερο. Γνωρίζουμε πως ο Σεφέρης κουβαλά μέσα του την καβαφική Κομμαγηνή. Τα κείμενα που συνωστίζονται μέσα μας βρίσκουν διέξοδο στη διαδικασία της συγγραφής. Το επιβεβαιώνει ο Mario Vitti γράφοντας για τον Τελευταίο Σταθμό: ...ο ποιητής ανασύρει στην επιφάνεια αναφορές και φράσεις λογοτεχνικές, που ανήκουν σε διάφορα στρώματα της μνήμης του, τον Μακρυγιάννη [...] τον Καβάφη που του άνοιξε άλλες προοπτικές για τον Ελληνισμό... (σελ. 168-169, Φθορά και λόγος: εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Εστία, 2006, 5η έκδ.)
Έπειτα ξανασυναντάμε την πόλη-σύμβολο στον Ελύτη: πρόκειται για το ποίημα Η χαμένη Κομμαγηνή (Τα ελεγεία της Οξώπετρας, 1991). Ο  ποιητής παίρνει τη σκυτάλη και, σύμφωνα με τον Αντρέα Μπελεζίνη (Ο όψιμος Ελύτης, Ίκαρος 1999), «ξεκαθαρίζει αποφασιστικότερα από κάθε άλλη φορά τους λογαριασμούς του με τον Καβάφη και τον Σεφέρη (Άλλοι ας ψάχνουνε για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε / Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα)». Οι στίχοι που αναφέρονται ειδικά στο αρχαίο βασίλειο χρησιμοποιούν μία παρομοίωση: 

Η ψυχή γίνεται, ωσάν άλλος Ευπαλίνος, μιαν
Επικράτεια μικρή πέραν του πόνου να εδραιώσει
Μικρή όσο κι η παλαιά Κομμαγηνή
Χαμένη όσο κι εκείνη
Και απλησίαστη  
 
Και ξανά εμφανίζεται η Κομμαγηνή στην ποίηση, δίνει τον τίτλο σε ένα ποίημα του Αλέξανδρου Ίσαρη (στην ποιητική συλλογή Όμιλος φίλων θαλάσσης - Ο ισορροπιστής, 1976), το οποίο τελειώνει με τους εξής στίχους:

Ν’ απλώνεις το μάγουλό σου στον Ιούδα που 
Έφτασε με το τραίνο απ’ την Κομμαγηνή 
Ψιθυρίζοντας είναι ώρα 
Είναι ώρα 
Μην καθυστερείς.

Η Κομμαγηνή με τον σύντομο βίο της και τη μικρή επικράτειά της έχει κάνει μεγάλη διαδρομή στην ελληνική ποίηση. Η ιστορία της τη βάρυνε και συνεχίζει να τη βαραίνει με τον ίδιο συμβολισμό: η πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, τα Σαμόσατα, πατρίδα του Λουκιανού, βυθίστηκε στα νερά του φράγματος Ατατούρκ.
Συνειρμικά σκέφτεται κανείς τι έχει μείνει από τα κράτη του παρελθόντος, εφήμερα ή μη, ασθενικά ή κραταία, μεγάλα ή μικρά. Έχουν γίνει λήμματα εγκυκλοπαιδειών, αντικείμενα ιστορικής και αρχαιολογικής μελέτης, ενώ τα ονόματά τους πού και πού έχουν μείνει ως κατάλοιπα στον καθημερινό λόγο: Η λέξη περγαμηνή, που μας θυμίζει το βασίλειο της Περγάμου. Ο βανδαλισμός, απόηχος της φήμης του γερμανικού φύλου των Βανδάλων, που για έναν αιώνα είχαν δημιουργήσει ένα βασίλειο στη βόρεια Αφρική. Η λέξη φρίζα, που προέρχεται από τους Φρύγες (< γαλλ. frise < μεσν. λατ. frisium, παράλλ. τ. του phrygium < λατ. Phryx < Φρυξ, -γός, επειδή η Φρυγία ήταν περιώνυμη στην αρχαιότητα για τις χρυσοποίκιλτες ταινίες και τις ζώνες της. ΛΝΕΓ, 2002, σελ. 1903). Οι ίδιοι συνειρμοί μάς οδηγούν στο να αναρωτηθούμε τι θα απομείνει από την Ελλάδα και τους Έλληνες και να ταυτιστούμε με την αγωνία του Σεφέρη εκείνες τις φθινοπωρινές μέρες του 1944 στο ιταλικό χωριό. Η αίσθηση επανέρχεται στη λογοτεχνία: ίδια είναι η απόγνωση που νιώθει ο Γιώργος Ιωάννου από ένα περιστατικό που αποτυπώνει στο διήγημα Τζέλντεν (περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Η μόνη κληρονομιά, 1974), καταγράφοντας τις αναμνήσεις του από την περίοδο που δούλεψε ως καθηγητής στο ελληνικό σχολείο της Λιβύης (1959-1961):

Στο μεταξύ διάφοροι αγριάνθρωποι απ' το Τέξας περνούσαν με αλαζονεία από δίπλα μας. [...] Εκεί που με συγκίνηση συνάθροιζα άμμο κι απολιθώματα, ένας τεράστιος τεξανός με καπελαδούρα στάθηκε πάνω απ' το κεφάλι μου. "Από πού είσαι;" ρώτησε. "Από την Ελλάδα", είπα με λαχτάρα. "Και πού είναι αυτή η Ελλάδα;" έκανε και μου γύρισε τις πλάτες. Συνέχισα το μάζεμα, όμως τώρα μου φαινόταν πως μαζεύω τα ψίχουλα και τα κόκαλα από το τραπέζι των αμερικανών. Ακούς εκεί το γαϊδούρι! Τα ήπατά μου ήταν κομμένα, ο έλληνας δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθεί. "'Ισως να το 'κανε για πλάκα", μουρμούριζε μουδιασμένα. [...] Σηκώθηκα απότομα κι άρχισα να τα μαζεύω. Ο έλληνας ήταν απαρηγόρητος, το είχε δέσει κόμπο ο κακομοίρης πως θα μείνω τουλάχιστο εκείνο το βράδυ. Γιατί έφευγα; [...] "Να χέσω τα λεφτά τους και τις μηχανές τους", κραύγασα κι έτρεξα στ' αμάξι. "Μα γιατί;" φώναζε ο φίλος το κατόπι μου.  Και σ' όλο το γυρισμό έλεγα και ξανάλεγα: "Παναγίτσα μου, βάλε το χέρι σου να μη βρεθούν ποτέ πετρέλαια στην πατρίδα. Τότε είναι που δε θα ξανασηκώσουμε κεφάλι". 

Τι απομένει όμως από την Κομμαγηνή ύστερα από τόση συμβολική εξύψωση στην νεοελληνική ποίηση; Τι απομένει εκτός από τα μνημεία που μας κληροδότησε; Αν κάποιος επισκεφτεί την Τουρκία σήμερα, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει κάποιο κατάστημα της αλυσίδας εστιατορίων που σερβίρουν ανατολίτικες γεύσεις και φέρουν το όνομα Komagene. Η τουρκική ιστοσελίδα εξηγεί την επιλογή του ονόματος: η Κομμαγηνή ήταν ένα βασίλειο το οποίο επιβίωνε χωρίς να διεξάγει πολέμους, είναι σύμβολο της ειρήνης και της διπλωματίας. Επιπλέον, θεωρείται πως στα εδάφη της υπήρξε η γενέτειρα του Αβραάμ -μερικοί την ταυτίζουν με την πόλη Ούρφα- στον οποίο ο θρύλος αποδίδει τη συνταγή του çiğ köfte, που σερβίρεται ωμός στα εν λόγω μαγαζιά. Παρά το συμβολικό κατάντημα του βασιλείου που γίνεται επωνυμία εστιατορίων, ακόμα και έτσι το όνομά της βαραίνει από τους συμβολισμούς.  

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Στρατονίκεια, πατρίδα μιας λέξης

Το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης (στο εξής ΜΛΕΓ) καταγράφει στη σελίδα 3928 τη λέξη κλειδαγωγία με τη σημασία "πομπή κλειδούχων". Όμως σε ποιο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συναντάμε τη λέξη; Η κλειδαγωγία είναι μια λέξη που μαρτυρείται άπαξ στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα σε επιγραφή. Ο τόπος στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή είναι ένα ιερό της νοτιοδυτικής Μικρασίας, ο ναός της θεάς Εκάτης στη Λαγίνα της Καρίας. Σχετικές με τη λατρεία της Εκάτης είναι επίσης οι λέξεις κλειδοφορία, κλειδοφόρος και κλειδοφορώ, που καταγράφει το ΜΛΕΓ στη σελίδα 3929. Αυτές βέβαια σώζονται περισσότερες από μία φορές, κυρίως σε επιγραφές.
Η επιγραφή υπ. αρ. 100 της Λαγίνας
Στην επιγραφή στην οποία καταγράφεται η λέξη κλειδαγωγία αναφέρονται τα ονόματα του ιερέα Τιβέριου Φλάβιου Αινεία και της Ουλπίας Λέαινας, ισόβιας ιέρειας της Αρτέμιδος στα Κώραζα. Αυτό το τοπωνύμιο είναι καρικό, όπως και των γύρω οικισμών που γνωρίζουμε: Λαγίνα (στα ελληνικά: Ιερά Κώμη), Κολιοργά, Κώραζα και Λόβολδα. Την ίδια καρική καταγωγή μπορούμε να υποθέσουμε και για τους ιερείς -παρά τα ρωμαϊκά ονόματά τους. Άλλωστε, όπως και ο Εβραίος Σαούλ έφερε το ρωμαϊκό όνομα Παύλος -με το οποίο έγινε γνωστός ως Απόστολος των εθνών- έτσι και πολλοί άλλοι αλλοεθνείς υπήκοοι της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων υιοθετούσαν ρωμαϊκά ή ελληνικά ονόματα. 
Ιερό Εκάτης στη Λαγίνα
Οι δύο ιερείς πάνω στην επιγραφή απαριθμούν τα τεκμήρια της ευσέβειάς τους: αναφέρονται στις θρησκευτικές εορτές που τέλεσαν με τρόπο αντάξιο των ιδίων και των προγόνων (αξίως αυτών τε και των προγόνων), με ευσέβεια προς τη θεά (ευσεβώς μεν προς την θεόν) και τιμώντας την πατρίδα (φιλοτίμως δε προς την πατρίδα). Ανάμεσα στα καθήκοντα που αναφέρουν συμπεριλαμβάνεται η μέριμνα για τους γυμναστικούς αγώνες στα περίχωρα της πόλης προς τιμήν της θεάς καθώς και για την κλειδαγωγία. Η τελετή αυτή τελούνταν από μία πομπή που μετέφερε το ιερό κλειδί από τον ναό της Εκάτης στη Λαγίνα μέσω μίας ιερής οδού έντεκα χιλιομέτρων, η οποία κατέληγε στο βουλευτήριο της Στρατονίκειας, της σημαντικότερης πόλης και πολιτικού κέντρου της περιοχής.
Βουλευτήριο Στρατονίκειας
Η Στρατονίκεια αναφέρεται από τον Στράβωνα (ιδ' 2,25) ως μακεδονική πόλη. Ιδρύθηκε νοτίως του ποταμού Μαρσύα, πιθανότατα από τον Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Α' Σωτήρα και πήρε το όνομα της συζύγου του Στρατονίκης. Οι Σελευκίδες την έκαναν μεγαλοπρεπή (ἐκοσμήθη δὲ καὶ αὕτη κατασκευαῖς πολυτελέσιν ὑπὸ τῶν βασιλέων). Έγινε το επίκεντρο της Χρυσαορικής ένωσης, μιας χαλαρής ομοσπονδίας καρικών πόλεων υπό την σελευκιδική εξουσία. Οι καρικοί οικισμοί, όπως διαπιστώνουμε και από το σχετικό χωρίο του Στράβωνα, οργανώνονταν και συνδέονταν μέσω της λατρείας ενός ιερού. Με τον ίδιο τρόπο η Στρατονίκεια απέκτησε σημαντική θέση στην περιοχή. Ο Στράβωνας εξηγεί ότι οι Στρατονικείς συμμετέχουν στη Χρυσαορική ένωση όχι επειδή ανήκουν στο καρικό έθνος, αλλά επειδή κατέχουν κάποια καρικά χωριά τα οποία συμμετέχουν στην ένωση (Στρατονικεῖς δὲ τοῦ συστήματος μετέχουσιν οὐκ ὄντες τοῦ Καρικοῦ γένους͵ ἀλλ᾽ ὅτι κώμας ἔχουσι τοῦ Χρυσαορικοῦ συστήματος). Η κλειδαγωγία ή κλειδοφορία που συνέδεε τη Λαγίνα με τη Στρατονίκεια, αλλά και η λατρεία του Παναμάρου Διός στα Πανάμαρα αποδεικνύουν πως οι κοινές θρησκευτικές τελετές διαδραμάτιζαν συνεκτικό ρόλο ανάμεσα στην ελληνική πόλη και τις καρικές.
Από τους ανθρώπους που έζησαν στη Στρατονίκεια δεν σώζονται πολλές πληροφορίες. Γνωρίζουμε πως η πόλη πέρασε για μία περίοδο στην κυριαρχία των Ροδίων και έπειτα της Ρώμης. Λέγεται πως ο Μιθριδάτης κυρίευσε την πόλη και παντρεύτηκε τη Μονίμη, κόρη επιφανούς πολίτη. Σώζεται το όνομα του Δράκοντος του Στρατονικέως, γραμματικού, του ρήτορα Μενίππου, καρικής καταγωγής, τον οποίο τον αναφέρουν ο Στράβωνας και ο Κικέρωνας, καθώς και του μαθηματικού Μητρόδωρου. 
Τα λοιπά ονόματα -ονόματα κοινών ανθρώπων- σώζονται από επιγραφές. Στο άρθρο των Diehl Charles και Cousin Georges με τίτλο Inscriptions de Lagina, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1887 στον 11ο τόμο του Bulletin de correspondance hellénique, διαβάζει κανείς ονόματα ανθρώπων που συμμετείχαν στη θρησκευτική λατρεία: 
Ιερεύς
Εκαταίος Σωσάν-
δ]ρου Κο(λιοργεύς) ιέρεια Αφ
φι]ον Ιεροκλέους
δ]ις Διογένους Κω(ραζίς)
ο υ]ός αυτών Σώ
σανδρος 
Ο Εκαταίος του Σωσάνδρου από τα Κολιοργά, η Αφφιον από τα Κώραζα και ο υιός τους Σώσανδρος σώζονται μόνο ως ονόματα, γίνονται σύμβολα της λήθης που σκεπάζει τον άνθρωπο. Και μαζί με αυτά τα ονόματα της ελληνιστικής εποχής βρίσκουμε κι άλλα ονόματα, ανθρώπων από καιρό ξεχασμένων, τουρκικά ονόματα του 19ου αιώνα. Οι αρχαιολόγοι καταγράφουν τα μέρη στα οποία εντόπισαν τις επιγραφές: το σπίτι του Ντερβίς Μεχμέτ, το σπίτι του Κερίμογλου Χατζηοσμάν (είναι άλλωστε συνήθης πρακτική η χρήση των αρχαίων κτηρίων ως οικοδομικού υλικού).
Μόνο ονόματα πια, όλοι τους ονόματα χωρίς καμία άλλη προσωπική μαρτυρία ή ανάμνηση που να τους σώζει από τη λήθη.
Ανασκαφές Οσμάν Χαμντί Μπέη: προπύλαια, ναός Εκάτης

Από τη Στρατονίκεια, τις καρικές πόλεις και τα ιερά τους έχουν σήμερα μείνει αρκετά μνημεία, στα οποία γίνονται ακόμα και τώρα ανασκαφές. Στον 19ο αι. έκανε ανασκαφές στη Λαγίνα ο οθωμανός αρχαιολόγος Οσμάν Χαμντί Μπέης (απόγονος εξισλαμισμένου Ελληνόπουλου της Χίου). Ο ίδιος ίδρυσε το αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης και μετέφερε σε αυτό τη ζωοφόρο του ναού της Εκάτης που βρισκόταν στη Λαγίνα. Στη Στρατονίκεια σώζονται ακόμα και σήμερα το Γυμνάσιο, το Βουλευτήριο, θέατρο δώδεκα χιλιάδων θέσεων, ρωμαϊκά λουτρά, ναός προς τιμήν του αυτοκράτορα Αυγούστου. 
Τα προπύλαια σήμερα
Πρόσφατα στον ναό της Εκάτης έγινε προσπάθεια αναβίωσης των εορτών προς τιμήν της θεάς. Μέρος αυτών των εορτασμών ήταν και η πομπή της κλειδαγωγίας, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από τις φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο. Είτε ως ένα τρικ προσέλκυσης τουριστών είτε ως μέρος της νεοπαγανιστικής αναβίωσης αρχαίων θρησκειών και τελετών, ο ναός φιλοξένησε ξανά θρησκευτικές τελετές με κλειδοφόρους που μιμήθηκαν τους αρχαίους πιστούς.