Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τουρκική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τουρκική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Αυτός που έχει την ιδιότητα να μαυρίζει

Ο Emmanuel Poire (γνωστός με το ψευδώνυμο Caran d' Ache) γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Νοεμβρίου 1858. Χρειάστηκε η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία για να ξεμείνει στην ρωσική μεγαλούπολη ένας Γάλλος στρατιώτης της Grande Armee, ο παππούς του σκιτσογράφου.

Ο Emmanuel είχε Γάλλους γονείς και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Ρωσία. Πήγε στο Παρίσι στην ηλικία των 20 για να καταταγεί στο στρατό όπου υπηρέτησε για 5 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ασχολήθηκε με το σχέδιο. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις έγιναν στο Le Chronique Parisienne το 1880 ενώ διακοσμούσε με το έργο του το περιοδικό La Vie Militaire.Το πρώιμο έργο του ήταν αφιερωμένο στην εξύμνηση του γαλλικού στρατού στη συνέχεια όμως επιδόθηκε στο σατιρικό σκίτσο. H έμπνευσή του, ο συνδυασμός σκίτσων - συνήθως χωρίς λόγια - σε μικρές ιστορίες με χιουμοριστικό περιεχόμενο συνέβαλαν ώστε από πολλούς θεωρείται ο πατέρας του κόμικ.

Συνεργάστηκε με τα Le Figaro Illustre (όπου δημοσίευε σκίτσα από το 1895 στο φύλλο της Δευτέρας), La Caricature, Le Chat Noir, Le Rire. Παράλληλα με το έργο του σε εφημερίδες και περιοδικά δημοσίευσε άλμπουμ (Album de croquis militaires et d'histoire sans legendes, Histoire de Marlborough) ενώ διακόσμησε με σκίτσα του και διάφορες εκδόσεις βιβλίων. To 1892 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Carnet de Cheques με θέμα το σκάνδαλο της διώρυγας του Παναμά και το 1898 δημιούργησε μαζί με τον Forain το περιοδικό Pssst...! To περιοδικό είχε αποκλειστικά σκίτσα του Forain και του Caran d' Ache στα οποία υποστηριζόταν ο στρατός και γίνονταν επιθέσεις κατά του Dreyfuss και των υποστηρικτών του, αποκαλύπτοντας τις αντισημιτικές απόψεις των καλλιτεχνών.
Το 1898 ένα μέρος του έργου εκτέθηκε στην Fine Arts Society στο Λονδίνο. Στα σχέδια του σκιτσογράφου ήταν και η δημιουργία ενός μυθιστορήματος σε σκίτσα. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την έμπνευσή του γιατί πέθανε νωρίς, στις 26 Φεβρουαρίου 1909. Το ημιτελές μυθιστορηματικό του άλμπουμ με τον τίτλο Maestro έμενε στην αφάνεια για περίπου έναν αιώνα και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1999.

Η εταιρεία:
Το 1924 ο Ελβετός Arnold Schweizer ίδρυσε στη Γενεύη την γνωστή εταιρεία που κατασκευάζει γραφική ύλη και πολυτελή είδη γραφής. To όνομά της το πήρε από το ψευδώνυμο του σκιτσογράφου που ο ιδρυτής της εταιρείας θαύμαζε.

Η ετυμολογία:
Ο Caran D' Ache επέλεξε το ψευδώνυμό του από την ρωσική λέξη karandash που σημαίνει μολύβι. Η ευφυής μεταγραφή της ρωσικής λέξης στα γαλλικά ως Caran d' Ache δημιουργεί μία παρετυμολογία, προτείνοντας ως προέλευση του ψευδωνύμου του το εκγαλλισμένο λατινικό όνομα Caran (Caranus) και τον ψεύτικο τίτλο ευγενείας από κάποιο υποθετικό τόπο (d' Ache). Στο όνομα του Caran από την Ache ο Emmanuel Poire έκρυψε την ρωσική λέξη και το ρωσικό παρελθόν της οικογένειάς του. Η λέξη αυτή μας ταξιδεύει ακόμα πιο μακριά, σε μια τουρκική ρίζα. Πρώτες μαρτυρίες για τη λέξη karandash στα ρωσικά βρίσκονται στον 18ο αιώνα.
1) kara σημαίνει μαύρος (karan-lik=σκοτάδι, karan-gi=αυτός που ζει στην άγνοια).
2) adash σημαίνει "που έχει την ιδιότητα/που έχει κάτι κοινό με κάποιον ή κάτι"
π.χ. yoldash = αυτός που έχει τον ίδιο δρόμο με κάποιον = ο συνταξιδιώτης.
arkadash = αυτός που έχει την ίδια πλάτη με κάποιον, που προστατεύει τα νώτα του άλλου = ο φίλος (πβ. νεοελλ. καρντάσι.
Έτσι karandash=αυτός που έχει την ιδιότητα να μαυρίζει, το μολύβι, ο γραφίτης.

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Η μητέρα γλώσσα

O Hρόδοτος αναφέρει μία ανεκδοτολογική αφήγηση για τον φαραώ Ψαμμήτιχο, ο οποίος θέλοντας να μάθει ποια ήταν η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου έδωσε σε έναν βοσκό δύο μωρά για να μεγαλώσουν απομονωμένα, ώστε να μάθουν ποια γλώσσα θα μιλούσαν από μόνα τους αυτά τα δύο παιδιά μεγαλώνοντας. Τελικά είπαν μία λέξη που ο βοσκός θεώρησε ότι ήταν φρυγική: βέκος, που σήμαινε ψωμί. Η ιστορία του Ψαμμήτιχου φανερώνει την πίστη στην ύπαρξη μίας αρχικής γλώσσας συνδεδεμένης με το ανθρώπινο γένος. Η πίστη στην πρωταρχική, σύμφυτη με τον άνθρωπο γλώσσα φανερώνει, πιστεύω, την πίστη στην ενότητα της ανθρωπότητας.
Η βιβλική αφήγηση της Βαβέλ φανερώνει πόσο βασική είναι η ιδέα μίας γλώσσας μητέρας όλων των γλωσσών. Εφόσον το ανθρώπινο γένος προέρχεται από το ζευγάρι των πρωτοπλάστων, είναι αυτονόητο πως μία γλώσσα υπήρξε στην αρχή και από αυτήν προέκυψαν οι υπόλοιπες. Στην προεπιστημονική περίοδο, η μελέτη της γλώσσας ήταν βασισμένη -και προσανατολισμένη- στην αρχή ότι μία γλώσσα υπήρξε η μητέρα όλων των υπολοίπων.
Ερμηνεύοντας τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της Βίβλου ορισμένοι Ευρωπαίοι λόγιοι ήταν βαθιά επηρεασμένοι από τον εβραϊκό μύθο της γλώσσας των πρωτόπλαστων και του Πύργου της Βαβέλ, ο οποίος έδινε την εβραϊκή μυθολογική εξήγηση για την ύπαρξη πολλών γλωσσών. Δεσμευμένοι από τη θεοπνευστία του βιβλικού κειμένου, τη δογματική a priori αποδοχή του ως αλήθειας, το ζητούμενο ήταν να αποδειχθεί μέσω της ετυμολογικής έρευνας η αλήθεια των Γραφών και η πίστη των Πατέρων της Εκκλησίας ότι η Εβραϊκή ήταν η αρχέγονη γλώσσα του Παραδείσου, από την οποία προήλθαν όλες οι άλλες. Ο γάλλος λόγιος Γουλιέλμος Ποστέλ στο έργο του De originibus seu de Hebraicae linguae et gentis antiquitate (1538) υποστηρίζει ότι ο Νώε μιλούσε την Εβραϊκή κι ότι από αυτήν κατάγονταν όλες οι υπόλοιπες γλώσσες. Λίγα χρόνια μετά ο Mithridates (1555) του Conrad Gesner επαναλαμβάνει την ίδια ιδέα, την οποία υποστηρίζουν επίσης o Estienne Guichard (L’ harmonie étymologique des langues, 1606), ο Claude Duret to 1613 (Thrésor de l’ histoire des langues de cet univers) και ο Αθανάσιος Κίρχερ στο Τurris Babel (1679), ωστόσο όλη η προσπάθεια απόδειξης της εβραϊκής καταγωγής των γλωσσών ήταν η έκφραση αντιλήψεων που ήδη τον 17 ο αι. είχαν υποχωρήσει (σελ. 117-131 Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας Ουμπέρτο Έκο, 1998).
Ο μονογενετισμός ως θεωρία συνεχίζει να έχει απήχηση και στο πλαίσιο των εθνικιστικών ιδεολογιών που αναδύονται στην Ευρώπη κατά τον 19ο αι. Η διαφορά είναι ότι στη θέση της Εβραϊκής οι συγγραφείς τοποθετούν άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες· πρώτος αξίζει να αναφερθεί ο Goropius Becanus, που με το έργο του Origines Antwerpianae (1569) αποδεχόταν την υπόθεση της φυσικής σχέσης ονόματος-πράγματος, καθώς και της ὐπαρξης μιας πρωτογλώσσας-μητέρας όλων των γλωσσών, υποστηρίζοντας πως αυτή η γλώσσα ήταν η Ολλανδική (και ειδικότερα η διάλεκτος της Αμβέρσας). Η επινόηση ακραίων ετυμολογικών προτάσεων έκανε το όνομά του συνώνυμο της ετυμολογικής ακρότητας και οι όροι γκοροπ(ιαν)ισμός ή μπεκανισμός χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις. Παρόμοιες απόψεις εμφανίστηκαν και για τις άλλες γλώσσες, τη Γερμανική, την Κελτική, την Ουγγρική, την Ετρουσκική κ.ά. Σύμφωνα με τον Έκο (σελ. 153, Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας, 1998) η διάδοση τέτοιων απόψεων συνδέεται με το γεγονός της συγκρότησης των ευρωπαϊκών κρατών και του ανταγωνισμού τους, ο οποίος έθετε επιτακτικά το ερώτημα της υπεροχής στην ήπειρο. Ακόμα και στον 20ο αιώνα αναπτύχθηκαν τέτοιες θεωρίες, που, αν και αντιεπιστημονικές, απέκτησαν ιδιαίτερο κύρος, όπως η θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου (Güneş-Dil Teorisi), η οποία επικράτησε στην Τουρκία τη δεκαετία του 1930 και υποστήριζε την προέλευση όλων των γλωσσών από την Τουρκική.
Παράλληλα με τον μονογενετισμό της Αναγέννησης όμως, εκδίδονται και μελέτες που δεν δέχονται την καταγωγή των γλωσσών από μία, αλλά τις ομαδοποιούν σε οικογένειες γλωσσών· ο Joseph Scaliger με το Diatriba de Europaeorum linguis (1610) προτείνει έντεκα οικογένειες για την Ευρώπη. Το 1671 ο Σουηδός λόγιος Georg Stiernhielm παρατήρησε ομοιότητες μεταξύ Ουγγρικής, Φινλανδικής, Λαπωνικής και Εσθονικής, ενώ την ίδια εποχή ο Γερμανός Martin Vogel προσπάθησε να αποδείξει τη σχέση ανάμεσα στη Φινλανδική, τη Λαπωνική και την Ουγγρική. Μέχρι το 1770 όλα τα μέλη της φιννοουγρικής ομάδας είχαν γίνει γνωστά κατορθώνοντας έτσι η πρώτη ολοκληρωμένη περιγραφή της φιννοουγρικής οικογένειας να προηγείται της ινδοευρωπαϊκής.
Από τότε μέχρι σήμερα πολλές αλλαγές έχουν συμβεί: η γλωσσολογία και η μελέτη της ετυμολογίας έχουν περάσει στο επιστημονικό στάδιο και όλες οι παλαιές θεωρίες που υποστήριζαν την προέλευση όλων των γλωσσών από μία μητέρα-γλώσσα απορρίπτονται. Το μόνο που μελετάται ως υπόθεση, και δεν αποτελεί ακόμα βεβαιότητα, είναι η πιθανή προέλευση των γλωσσών από μία αρχική, η οποία μιλήθηκε περίπου δεκαπέντε με δώδεκα χιλιάδες χρόνια πριν. Το όνομά της είναι Νοστρατική. Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την ιδέα ήταν ο Δανός γλωσσολόγος Χόλγκερ Πέντερσεν στις αρχές του 20ου αι. Δεν είναι καθολικά αποδεκτή από τους σύγχρονους γλωσσολόγους, όμως η διαφορά στην περίπτωσή της είναι πως έχει επιστημονική βάση, σε αντίθεση με τις παλαιότερες μονογενετικές θεωρίες.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Το τανκς του Πολυτεχνείου

Θυμάμαι αμυδρά τις σχολικές γιορτές τού Πολυτεχνείου στις οποίες μάς αφηγούνταν πώς μπήκε το τανκς στο Πολυτεχνείο την 17η Νοεμβρίου 1973. Είμαι βέβαιος πως άκουγα τη λέξη τανκς, ακριβώς έτσι, tanks, δανεισμένη από τον πληθυντικό της αντίστοιχης αγγλικής λέξης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν επικράτησαν στη χρήση ο ενικός το τανκ και ο πληθυντικός τα τανκς. Η ηγεμονική θέση τής αγγλικής γλώσσας και η διεύρυνση της γνώσης της στους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής εισάγουν -εκτός από γλωσσικά δάνεια- και στοιχεία της μορφολογίας της.   
Διαφορετικά λεξικά χειρίζονται αυτή τη γλωσσική πραγματικότητα με διαφορετικούς τρόπους. Αν κάποιος αναζητήσει τη λέξη τανκς στο ΛΚΝ, θα διαπιστώσει πως χαρακτηρίζεται άκλιτο (το τανκς, του τανκς, τα τανκς, των τανκς) και πως δεν υπάρχει τύπος τανκ για τον ενικό. Το ΛΝΕΓ (β' έκδοση, σελ. 1738), προσπαθώντας να περιγράψει με περισσότερη ακρίβεια τη χρήση της λέξης, έχει τον τύπο τανκ(ς) στην κεφαλή του λήμματος. Το ΝΕΛ (σελ. 1332) ακολουθεί την κλίση της λέξης με βάση την αγγλική γλώσσα και καταγράφει ενικό τανκ και πληθυντικό τανξ και τανκς. Το ίδιο κάνει και με το ακριβώς προηγούμενο λήμμα: τάνκερ, πληθ. τάνκερς. Το ΜΕΛ δίνει και αυτό διαφορετικό πληθυντικό (τανκς). Το επίτομο λεξικό Δημητράκου (ΕΛΕΓ) ήδη από το 1957 δίνει διαφορετικούς τύπους για τον ενικό και τον πληθυντικό του λήμματος τανκ, αν και χαρακτηρίζει άκλιτο το λήμμα τάνκερ (σελ. 1313), όπως και τα κλομπ (σελ. 795), τσιπ (σελ. 1352). Ωστόσο, στο λήμμα σεντ δίνει πληθυντικό σεντς (σελ. 1219).
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αν οι ξένες λέξεις κουβαλάνε μαζί τους τη μορφολογία της γλώσσας προέλευσης, σε τι βαθμό συμβαίνει αυτό και αν μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιον κανόνα που να καθορίζει τον δανεισμό μορφολογικών στοιχείων μαζί με το λεξιλόγιο που έχουμε δανειστεί και συνεχίζουμε να δανειζόμαστε.
Στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα ρεπόρτερ (σελ. 1536), ο συντάκτης του λεξικού Μπαμπινιώτη δίνει την οδηγία ότι πρέπει να αποφεύγεται η μεταφορά της μορφολογίας της αγγλικής στην ελληνική:  
Παρατηρείται και εδώ ότι θα πρέπει να αποφεύγονται σχηματισμοί αγγλικού πληθυντικού ρεπόρτερς (!), γιατί τέτοιες δάνειες λέξεις που λήγουν σε σύμφωνα τα οποία δεν υπάρχουν στο σύστημα της Ελληνικής, δεν σχηματίζουν πληθυντικό. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις όπως κομπιούτερ, πληθ. οι κομπιούτερ, όχι κομπιούτερς, γκάνγκστερ, όχι οι γκάνγκστερς. Ομοίως, πρέπει να αποφεύγονται πληθ. τσάρτερς, τάνκερς, κ.τ.ό.
Τις ίδιες ιδέες διατυπώνει και στο Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής (2014, σελ. 740) και προχωρά στο να χαρακτηρίσει «επίδειξη αγγλομάθειας» τη χρήση του κλιτικού συστήματος της αγγλικής γλώσσας
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σχεδόν αποκλειστικά σε λέξεις της Αγγλικής και σπανιότερα σε λέξεις από άλλες γλώσσες (πβ. κοντσέρτι, μπράβι, κ.ά.). Αυτό πιθανώς εξηγείται από την ευρεία διάδοση της Αγγλικής στην ελληνική κοινωνία ως πρωτεύουσας ξένης γλώσσας και από τη διαπιστωμένη τάση επίδειξης αγγλομάθειας πολλών Ελλήνων ομιλητών.
Το φαινόμενο της χρήσης του πληθυντικού της αγγλικής γλώσσας (-s) είναι το κυριότερο περιστατικό δανεισμού της μορφολογικών στοιχείων ξένης γλώσσας (ωστόσο υπάρχει και ο πληθυντικός του μπάρμαν: Ένωση Μπάρμεν Ελλάδος). Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν λέξεις δάνειες από τη λατινική: συχνά διαβάζουμε για κόρπορα κειμένων (πληθυντικός του κόρπους), για διεθνή φόρα (πληθυντικός του φόρουμ), που ακολουθούν πιστά την αντίστοιχη πρακτική της αγγλικής γλώσσας, ενώ ο Καρυωτάκης έγραψε τον πληθυντικό του κονσόρτσιουμ στο ποίημα Στο Άγαλμα της Eλευθερίας που φωτίζει τον κόσμο: «Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι». Ωστόσο αυτή η πρακτική δεν είναι γενικευμένη, καθώς δεν έχουμε αντίστοιχους πληθυντικούς για άλλες λατινικές λέξεις, όπως πόντιουμ, μεμοράντουμ, άλμπουμ, μέντιουμ. Παρόμοια συμμόρφωση με τον κλιτικό σύστημα άλλων γλωσσών εντοπίζουμε σε ορισμένες έθνικ συνταγές (π.χ. τορτίγιας) και επίσης μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα ΜΜΕ, ειδικά σε άρθρα σχετικά με την οικονομία, όπου επικρατεί η τάση να κλίνονται τα νομίσματα των ξένων κρατών, όπως το βραζιλιανικό ρεάλ, το οποίο στον πληθυντικό λέγεται ρεάις, το βουλγαρικό λεβ (πληθ.: λέβα) και το ρουμανικό και μολδαβικό λέου (πληθ. λέι). Για παράδειγμα, στο λήμμα για το βραζιλιανικό ρεάλ η ελληνική βικιπαίδεια κλίνει τόσο το ρεάλ, όσο και την υποδιαίρεσή του, το σεντάβος: «Ακολούθησε η κυκλοφορία δεύτερης σειράς κερμάτων, το 1998, των 1 και 5 σεντάβος [...] το Δεκέμβριο του 2005, σταμάτησε η παραγωγή των κερμάτων του 1 σεντάβο».
Μολονότι ήδη έχει φανεί πως η χρήση του πληθυντικού ξένων γλωσσών στις δάνειες λέξεις δεν είναι ούτε καθιερωμένη ούτε καθολική, χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να γενικευτεί η χρήση του πληθυντικού της αγγλικής στα δάνεια από αυτή τη γλώσσα; Η απάντηση είναι κατηγορηματική: όχι. Ο κύριος λόγος είναι πως ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει το κλιτικό σύστημα της αγγλικής (της ισπανικής, της πορτογαλικής κλπ.) προκειμένου να χρησιμοποιεί τις δάνειες λέξεις. Επιπλέον, είναι πρακτικά αδύνατο να χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό για όλες τις αγγλικές λέξεις που έχουμε δανειστεί. Δεν είναι δυνατό να εισαχθεί ο πληθυντικός της αγγλικής για να χρησιμοποιηθεί σε λέξεις όπως σάντουιτς, φαξ, τοστ, τεστ, φλας, πάρκινγκ, πάρτι, ματς, άουτ, κλόουν, σκετς, σαφάρι, σοκ, κόουτς, στάτους. Σε μία περίπτωση μάλιστα, στη λέξη chip, ο ενικός και ο πληθυντικός συνεπάγονται σημασιολογική διαφοροποίηση: το τσιπ είναι στον υπολογιστή, ενώ τα τσιπς τα τρώμε.
Είναι ξεκάθαρο πως, έστω και σε περιορισμένο λεξιλόγιο, η γνώση της αγγλικής επηρεάζει τη χρήση των δανείων λέξεων. Ο φυσικός ομιλητής της ελληνικής συνειδητοποιεί πως είναι ξένες λέξεις και χρησιμοποιεί το κλιτικό σύστημα της γλώσσας προέλευσης. Αντιθέτως, κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις που τις έχουμε δανειστεί όπως είναι στον τύπο του πληθυντικού, αλλά στην ελληνική αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε και στον ενικό: Ρομά (πληθυντικός του Ρομ), σεραφείμ, χερουβείμ, ρουμπαγιάτ, ταλιμπάν, μουτζαχεντίν, φενταγίν, παπαράτσι, πιράνχας, μακαρόνι, κανελόνι, παντελόνι, σπαγγέτι, φαλάφελ, ατζέντα, όπερα, ουλεμάς, άρμα, είναι πληθυντικοί και κανείς δεν επιχειρεί να πει ή να γράψει στον ενικό  ο μουτζαχίντ, το σπαγγέτο.
Το φαινόμενο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες: στη σύγχρονη τουρκική υπάρχουν λέξεις που έχουν εισέλθει ως δάνεια μέσω της ελληνικής, αλλά στον τύπο του πληθυντικού: karides σημαίνει καρύδα, patates σημαίνει πατάτα, domates σημαίνει ντομάτα και muşmula σημαίνει μούσμουλο. Ίσως οι Έλληνες μανάβηδες, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους στα ελληνικά, συνέβαλαν ώστε οι λέξεις να εισαχθούν στην τουρκική με τον τύπο του πληθυντικού. Στην τουρκική, βέβαια, ο πληθυντικός σχηματίζεται κανονικά, με βάση το κλιτικό σύστημα της γλώσσας: karidesler, patatesler, domatesler, muşmulalar.
Αν και η γλωσσολογία επιχειρεί να περιγράψει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίσει, η ιδέα του κανόνα υπάρχει στη συνείδηση του ομιλητή. Το λεξικό μπορεί να συντάσσεται ως μία περιγραφή της γλώσσας, αλλά φτάνει στα χέρια ενός αναγνώστη που το διαβάζει ως εγχειρίδιο που ρυθμίζει τη γλώσσα. Από αυτή την άποψη, του αναγνώστη που αναζητά τη σωστή χρήση σε ένα λεξικό, προκαλεί αμηχανία η οδηγία ότι το τανκ έχει πληθυντικό τανκς, αλλά το σάντουιτς δεν έχει.
Ωστόσο οι οδηγίες των λεξικών και των γλωσσικών εγχειριδίων δεν έχουν απόλυτη ισχύ: η ίδια η γνώση μιας ξένης γλώσσας, όπως είδαμε, μπορεί να λειτουργεί ρυθμιστικά για τον ομιλητή ώστε εκείνος να αγνοεί τις υποδείξεις του λεξικού Μπαμπινιώτη και να γράφει τραγούδια με στίχους όπως «συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί». Από τη μια οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να εμποδίσουν τη χρήση του αγγλικού πληθυντικού (-s) δεν μπορούν να αλλάξουν τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά  από την άλλη ούτε η συμμόρφωση των Ελλήνων προς τη νόρμα της αγγλικής δεν μπορεί να επιβάλει καθολικά τη χρήση του. Οι σποραδικές περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται ο αγγλικός πληθυντικός παραμένουν ως τεκμήρια της ισχύος της αγγλικής γλώσσας και ίσως ως ένα στάδιο πριν την πλήρη ελληνοποίηση των δανείων, αλλά αυτό θα το δείξει ο χρόνος.
Ένα παρόμοιο φαινόμενο -σε πολύ μεγαλύτερη έκταση- επηρέασε την εξέλιξη της τουρκικής γλώσσας και είναι πολύ χρήσιμο για να συνειδητοποιήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν τον δανεισμό. Κατά τη μετακίνηση των τουρκικών φύλων προς τη δυτική Ασία ο εξισλαμισμός τους, η υιοθέτηση του περσικού αλφαβήτου και η κατάκτηση της Περσίας οδήγησαν στην πολιτιστική κυριαρχία της περσικής γλώσσας και ακολούθως της αραβικής. Οι Σελτζούκοι χρησιμοποίησαν την περσική ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, ενώ οι Οθωμανοί δανείστηκαν όχι μόνο το λεξιλόγιο της αραβικής και της περσικής, αλλά και πολλά μορφολογικά στοιχεία. Η επίσημη οθωμανική τουρκική θεωρείτο πιο εκλεπτυσμένη όσο περισσότερα αραβικά και περσικά στοιχεία υιοθετούσε. Ο G. L. Lewis στο βιβλίο του Turkish Grammar προσπαθώντας να δώσει ένα ανάλογο παράδειγμα στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιεί τη λατινική και γράφει: «είναι σαν να λέγαμε όχι "for obvious reasons", αλλά "for rationes obviae", ή "what is the conditio of your progenitor reverendus?" αντί για "how's your father?" (σελ. XX, 1967).
Το παράδειγμα της οθωμανικής τουρκικής είναι χρήσιμο, επειδή δείχνει πώς η στάση των ομιλητών και το πολιτισμικό κύρος επέβαλαν την πληθώρα των αραβοπερσικών λεξιλογικών και μορφολογικών δανείων. Ωστόσο, αυτό που θεωρείτο στην οθωμανική εποχή δείκτης υψηλού μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου, καταδιώχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα και τα τουρκικά των αγροίκων, τα kaba Türkçe, πήραν τη θέση της «καλής τουρκικής».
Η στάση των φυσικών ομιλητών της ελληνικής είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε και χρησιμοποιούμε τα δάνεια. Η εφαρμογή της αγγλικής μορφολογίας (το τανκ, τα τανκς), η απόρριψή της (το τανκς) και η απόρριψη των δανείων λέξεων (το τεθωρακισμένο / το άρμα μάχης) φανερώνουν γλωσσικές ιδεολογίες και στάσεις και επηρεάζουν τη γλώσσα μας. Η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να διατυπωθεί κάποιος κανόνας είναι πως αντί για έναν κανόνα έχουμε στη διάθεσή μας ένα φάσμα επιλογών (ή κανόνων) που μπορούμε να επιλέξουμε ανάλογα με τη δική μας άποψη για τη γλώσσα και να εφαρμόσουμε ανάλογα με την περίσταση.