Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Ποιο πλοίο είδε ο πιλότος Nagel;

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910. Τον Νοέμβριο του 1928 έβγαλε ναυτικό φυλλάδιο και τον επόμενο χρόνο μπάρκαρε στο φορτηγό Άγιος Νικόλαος. Ήταν μόλις δεκαεννιά. Τον Ιούνιο του 1933, μετά από τέσσερα χρόνια στη θάλασσα, εξέδωσε με δικά του έξοδα την ποιητική συλλογή Μαραμπού.
Στα είκοσι δύο ποιήματα της συλλογής διαβάζουμε συχνά αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο και φανταζόμαστε ότι ταξίδεψε Αίγυπτο - νότια Γαλλία σε ένα λαμπρό ποστάλ, ότι στο Αλγέρι αγόρασε ένα μικρό αφρικανικό ατσάλινο μαχαίρι και πως ένας Δανός τού χάρισε μια πίπα ολλανδική. Ότι σε ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού αγόρασε μια μαϊμού και πως η Μαρσίλια τον έκανε να ζαλιστεί πολύ. Αφηγείται την ιστορία του Γουίλι, ενός θερμαστή από το Τζιμπουτί, του γερμανού εμποροπλοίαρχου Φλέτσερ και ενός Εγγλέζου, επίσης θερμαστή, που αυτοκτόνησε εν πλω στον Βισκαϊκό κόλπο.
Αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από τις αναφορές που κάνει στα ποιήματά του. Ο Γιώργος Ιωάννου αποδίδει πολλά στη φαντασία του Καββαδία: «Ο Καββαδίας εμπνεόταν από την ίδια τη ζωή του. Δεν έγραψε για πράγματα που από το κρεβάτι του ονειρευόταν -γιατί αυτό είναι φυγή. Άλλο τώρα, αν η αγάπη του προς τη θάλασσα και τη λιμανίσια περιπέτεια τον έσπρωχνε με τη φαντασία του και σε άλλα μέρη, άγνωστα και πιο εξωτικά, όπου με το σώμα του δεν είχε φτάσει. Αλλά τουλάχιστο ήξερε τις αναλογίες τους.» (σελ. 13, Ν. Καββαδίας. Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Δημήτρης Καλοκύρης Ερμής, 1995)
Σε κάποια από τα ποιήματα το στοιχείο του ρεαλισμού ενισχύεται: ένα από αυτά έχει ως τίτλο το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου αφηγείται το τέλος (William George Allum), στο Ο πλοίαρχος Φλέτσερ δίνει όχι μόνο το όνομα του εμποροπλοιάρχου, αλλά και το όνομα του πλοίου, ενώ προτάσσει μιαν είδηση -σαν απόκομμα εφημερίδας- που επιτείνει την αίσθηση του πραγματικού. Τέλος, στο Ο πιλότος Nagel αναφέρει εκτός από τον Νάγκελ Χάρμπορ και το όνομα του πλοίου το οποίο αποχαιρετά: είναι το Steamer Tank «Fjord Folden». Αυτό το όνομα πλοίου είναι η αφετηρία για ένα διπλό ταξίδι: κατ' αρχάς για τη διερεύνηση της σχέσης του ποιήματος με την πραγματικότητα και έπειτα για το ταξίδι από το ποιητικό στο πραγματικό.
Το steamer tank είναι όρος που αναφέρεται σε ατμόπλοια τα οποία μετέφεραν πετρέλαιο, όμως το όνομα του πλοίου είναι αλλαγμένο, καθώς το πραγματικό πλοίο -ή τουλάχιστον το μόνο υπαρκτό πλοίο που είναι δυνατό να εισέπλευσε στους στίχους αυτού του ποιήματος- ονομαζόταν S/S Foldenfjord. Η αναστροφή των δύο συνθετικών του ονόματος ίσως εξυπηρετούσε καλύτερα την ποιητική πρόθεση του Καββαδία. 
Το S/S Foldenfjord είναι ένα από τα τρία πλοία με το ίδιο όνομα τα οποία κατείχε η εταιρεία Norwegian American Line (NAL). Τα άλλα ήταν το M/V Foldenfjord, το οποίο καθελκύστηκε είκοσι χρόνια μετά την έκδοση του Μαραμπού, ενώ το επίσης ονομαζόμενο M/V Foldenfjord, το οποίο καθελκύστηκε το 1921, δεν ήταν steamer tank. Εξάλλου το όνομά του αρχικά ήταν Remus, και μετονομάστηκε σε M/V Foldenfjord το 1927, όταν το αγόρασε η NAL, και κράτησε το όνομα αυτό μόνο για δύο έτη, καθώς το 1929 πωλήθηκε στην Rederi-A/S Oddsø και μετονομάστηκε σε Tivy.
Η καταχώριση του Foldenfjord στον νηογνώμονα Lloyd's το 1942
Για τo S/S Foldenfjord διαβάζουμε στον τόμο 18 του Pacific Marine Review (σελ. 438), που εκδόθηκε το 1921: The Norwegian-American Line's new 10.000-ton tanker Foldenfjord was launched May 12 at the Sun Shipbuilding Company's yard, Chester, Pennsylvania. The Foldenfjord is the third Norwegian-American tank steamer to leave the ways in the past six months. After her trial trip, on which she averaged 11.84 knots, she was delivered May 31.
Και αυτό το πλοίο όμως -το πλοίο που πιθανότατα είδε ο πιλότος Νάγκελ, αν υπήρξε ποτέ πιλότος με αυτό το όνομα- πωλήθηκε το 1928 στη Richfield Oil Co. (με έδρα το Λος Άντζελες) και μετονομάστηκε σε Larry Doheny. Είναι μάλλον απίθανο να το είδε ο Καββαδίας, που μπάρκαρε πρώτη φορά το 1929, και ακόμα πιο απίθανο να το είδε με τη νορβηγική ονομασία, που ο ίδιος χρησιμοποίησε στο ποίημα. Από όποια πηγή και αν το βρήκε, προφανώς το αξιοποίησε για να δημιουργήσει το σκηνικό της νοσταλγίας που βαραίνει μέχρι θανάτου τον νορβηγό πιλότο Νάγκελ, ενώ περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Κολόμπο της Κεϋλάνης (της σημερινής Σρι Λάνκα). Ο Καββαδίας τοποθετεί στην εικόνα ένα πλοίο από την πατρίδα, τη νοσταλγική ανάμνηση των νησιών Λοφούτεν και έναν μοναχικό ξενιτεμένο πιλότο, μακριά από τη Νορβηγία, η οποία είναι περισσότερο σύμβολο παρά μία χώρα. Στο τέλος, μαζί με το νορβηγικό καράβι αποχαιρετά και την ίδια του τη ζωή.
Το S/S Foldenfjord
Ο άνθρωπος που πεθαίνει μόνος, μακριά από ό,τι αγαπούσε, μακριά από αυτό που θεωρούσε πατρίδα, επρόκειτο να γίνει μοίρα του Καββαδία. Στις 10 Φεβρουαρίου 1975 πέθανε σε κλινική της Αθήνας έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. «Φοβάμαι μην πεθάνω στη στεριά» έλεγε. Και οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Αυτό που φοβόμουνα έγινε». (σελ. 52, Ν. Καββαδίας. Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Δημήτρης Καλοκύρης Ερμής, 1995)
Ωστόσο το πλοίο που κάποτε λεγόταν Foldenfjord και έπειτα Larry Doheny είχε την κατάληξη που ευχόταν ο Καββαδίας για τον ίδιο: δεν κατέληξε στη στεριά να γίνει σκραπ, αλλά βυθίστηκε. Στις 5 Οκτωβρίου 1942, ενώ έπλεε κατευθυνόμενο στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, τριάντα έξι ναυτικά μίλια από τη στεριά, χτυπήθηκε από τορπίλη ιαπωνικού υποβρυχίου. Η αφήγηση που καταγράφεται σε υπηρεσιακή έκθεση της National Oceanic and Atmospheric Administration των ΗΠΑ μάς πληροφορεί ότι η δεξαμενή αρ. 3 εξερράγη, το πλοίο εγκαταλείφθηκε αμέσως από τους επιζώντες (γλίτωσαν τα σαράντα από τα σαρανταέξι μέλη του πληρώματος) και βυθίστηκε δεκατρείς ώρες μετά την επίθεση, το πρωί της 6ης Οκτωβρίου. 
Ο Ανδρέας Κάλβος στην τελευταία στροφή της ωδής Ο Φιλόπατρις ευχήθηκε: «Ας μη μου δώση η μοίρα μου / εις ξένην γην τον τάφον· / είναι γλυκύς ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα / εις την πατρίδα». Το ελληνικό κράτος φρόντισε για τη μεταφορά των οστών του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ζάκυνθο. Υποθέτω πως για τον Καββαδία η μόνη πατρίδα στην οποία θα ήθελε να επιστρέψει είναι η θάλασσα, όπως το περιγράφει στην τελευταία στροφή του ποιήματος Πικρία, τρεις μέρες πριν πεθάνει: Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, / δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερό τιμόνι. / Mια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει / κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.
To πλοίο όταν ονομαζόταν Larry Doheny

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου

Για εμένα η ανάγνωση της ποίησης του Νίκου Καββαδία συνοδευόταν εξαρχής από την αναγκαστική παραδοχή ότι το πλήθος των άγνωστων λέξεων ήταν εξωτικοί ήχοι με θολή σημασία, οι οποίοι αποτελούσαν το θαλασσινό σκηνικό στο θέατρο της απελπισίας του. Δεν έφεραν κάποια ειδική σημασία, αλλά επέτειναν την αίσθηση που μου δημιουργούσε το ποίημα. Η άλλη λύση θα ήταν να έχω μονίμως το λεξικό ανοιγμένο και σκοντάφτοντας πάνω σε άγνωστες λέξεις, σχεδόν σε κάθε στίχο, να σταματάω την ανάγνωση για μία αναζήτηση που πολλές φορές θα ήταν άκαρπη: το καραντί, τα παταράτσα, η μπαρκέτα, το πινέλο -με τη ναυτική του σημασία- δεν υπάρχουν στα λεξικά. Χρειάζεται απαραίτητα η συντροφιά ενός ειδικού λεξικού (εν προκειμένω αυτού που έγραψε ο Γιώργος Τράπαλης με τίτλο Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία).
Τις λέξεις της ποίησης του Καββαδία ακόμα δεν έχω νοιαστεί να τις μάθω όλες τι σημαίνουν. Από τον πρώτο καιρό όμως ξεχώρισα μία και τη γνώρισα καλά, επειδή είναι τοποθετημένη με τρόπο που μου προκάλεσε συγκίνηση και επειδή αργότερα θα τη συναντούσα ξανά και ξανά σε άλλα κείμενα.
Στο τελευταίο ποίημα που γράφει λίγες μέρες πριν πεθάνει, την Πικρία, αναφέρεται σε ένα χρώμα που λέει ότι ξέχασε και μάλλον εννοεί πως απαρνήθηκε για χάρη κάποιας αγαπημένης: το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου. Και συνεχίζει: και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα / με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα, / για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.
Για κάποιον που δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη, το μόνο που μαθαίνει από το ποίημα είναι το χρώμα του περμαγγανάτου, και επιπλέον αποκτά κάποια ιδέα σχετικά με τη χρήση του, αφού οι εικόνες παραπέμπουν σε σκηνή πορνείου: κρεβάτια σαραβαλιασμένα, λερά σεντόνια, πολυκαιρισμένα. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας τη Βάρδια του Καββαδία, θα ξανασυναντούσα το περμαγγανάτο και τον Τισιανό:

Παίξε στον αγέρα τη γλώσσα σου όσο θέλεις. Δε θα ‘ρθω μαζί σου. Δε θέλω ν᾽ ανέβω τη γυριστή σκάλα. Ξέρω απ᾽ όλες τις σκάλες ποιο σκαλί λείπει. Ξέρω ποιος τοίχος είναι να πέσει. Το κρεβάτι με το σπασμένο ποδάρι, τη βρεγμένη πετσέτα στο καρφί, την ξεχειλισμένη λεκάνη με το περμαγκανάτο, που μου θυμίζει το βυσσινί του Tiziano, τό στραβοβαλμένο κάδρο στον τοίχο: «Η θαρραλέα Τιμόκλεια προ του Μακεδόνος».”
σελ. 114-115, Βάρδια. Εκδόσεις Άγρα, 1989.
Στο βιβλίο του Γ. Τράπαλη υπάρχει το λήμμα περμαγκανάτο, και εξηγεί με απλά λόγια τη σημασία του:
«Πολύ αραιό διάλυμα υπερμαγκανικού καλίου που χρησιμοποιείται για την απολύμανση του νερού (μέθοδος αντισηπτική σε οίκους ανοχής) και για αντισηπτικές πλύσεις στη δερματολογία και τη γυναικολογία.»
σελ. 59, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία. Γιώργος Τράπαλης Εκδόσεις Άγρα, 2010 (β' έκδοση).
Δεν είναι όμως μόνο το έργο του Καββαδία το οποίο διασώζει αυτή τη λέξη. Αργότερα την εντόπισα και στο Μπουρδέλο του Ηλία Πετρόπουλου:
«Θυμάμαι πολύ καλά ότι, η πόρνη Λέλα [...] είχε στην κάμαρή της ένα γραμμόφωνο. Καλοριφέρ δεν είχε. Κάθε δωμάτιο είχε τη σόμπα του. Πάνω στο κομό η κλασική λεκάνη, η κλασική κανάτα και το κλασικό μπουκάλι με το υπερμαγκανάτ.»
Άλλες χρήσεις της συνάντησα σε διήγημα του Μ. Καραγάτση, στην αυτοβιογραφία της Γαβριέλλας Ουσάκοβα:
 «...έκανα κλύσμα με περμαγκανάντ και το έκρυψα να μην το δει.» 
σελ. 115, Η ζωή μου. Γαβριέλλα Ουσάκοβα Εκδόσεις Κάκτος.

«Τώρα, ανάμεσα στα σπίτια, είναι και καναδυό μαγαζάκια -ψιλικατζίδικα- που πουλούν ό,τι χρειάζεται για τους ανθρώπους του δρομάκου. [...] Καθρεφτάκια, τσατσάρες, μοσκοσάπουνα, βαζελίνη, τραπουλόχαρτα, περμαγκανά, περλαντίνα, μυρουδιές σε κακόγουστα μπουκαλάκια, "μπεμπέκες" κι ό,τι άλλο χρειάζεται για τη δουλειά και τη χαρά.»
σελ. 160, "Ο άνθρωπος με το φλεμόνι." Το μεγάλο συναξάρι. Μ. Καραγάτσης Εστία, 2001.

Όσο κι αν έψαχνα στα λεξικά -στο Υ και στο Π- δεν έβρισκα πουθενά το (υ)περμαγκανάτ(ο) -σε οποιαδήποτε από τις παραλλαγές του. Το ΜΛΕΓ, το ΛΝΕΓ (Σταματάκου) όφειλαν να το έχουν, μιας και, όπως διαπιστώνουμε, η λέξη ήταν σε ευρεία χρήση παλαιότερα στους οίκους ανοχής. Ανακάλυψα όμως ότι λείπει και από τα μεταγενέστερα λεξικά (ΛΝΕΓ, ΛΚΝ, ΜΕΛ, ΝΕΛ, ΧΛΝΓ), αλλά λείπει και από τις εγκυκλοπαίδειες, τουλάχιστον την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα (και το Παπυράκι), και την εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, η οποία κυκλοφόρησε στον Μεσοπόλεμο.
Ίσως δεν είναι παράλογη η υπόθεση της σεμνοτυφίας των λεξικογράφων. Η λημματογράφηση μιας τέτοιας λέξης συνδεόταν με την ενοχή του λεξικογράφου. Η παράλειψη ήταν πιο ασφαλής επιλογή, ακόμα κι αν έμενε έξω από τα λεξικά μια γνωστή λέξη, πιο γνωστή από πολλές που βρίσκουμε στις σελίδες των λεξικών. Το πόσο γνωστό ήτανε το περμαγκανάτο το επιβεβαιώνει έμμεσα και η ετυμολογική υπόθεση ότι ακόμα και σήμερα χρησιμοποιούμε κάποια έκφραση συνδεδεμένη με το εν λόγω προϊόν: έχει υποστηριχθεί πως η έκφραση την έβαψα / την έχω βάψει / την έχω βαμμένη προέρχεται από την αργκό του αγοραίου έρωτα, επειδή το χρώμα του περμαγκανάτου, που δεν έφευγε εύκολα, μαρτυρούσε τον πορνοπελάτη. Από αυτή τη στενή σημασία της πέρασε στην καθημερινότητα και διευρύνθηκε σημασιολογικά. Ακόμα κι αν η προέλευση της φράσης δεν βρίσκεται στις ιδιότητες του περμαγκανάτου, ωστόσο αυτό ακόμα και σήμερα είναι γνωστό και χρησιμοποιείται στη μαγειρική κατά την απολύμανση των λαχανικών. (Σε συνέντευξή του στα ΝΕΑ το 2010 ο σεφ Νίκος Σαράντος δήλωνε: «Στις επαγγελµατικές κουζίνες χρησιµοποιούµε το περµαγκανάτ. Την ίδια δουλειά κάνει και το ξίδι».)



Στα λεξικά η μόνη παραχώρηση που γίνεται είναι στην επιστημονική ονομασία, η οποία σώζει τα προσχήματα. Βρίσκουμε μόνο το επίθετο υπερμαγκανικός και μέσα σε αυτό τη χημική ονομασία: υπερμαγκανικό κάλιο. Μόνο ο συντάκτης της εγκυκλοπαίδειας Δρανδάκη, στον Μεσοπόλεμο, κάνει κάποια νύξη σχετικά με τη βλενόρροια και τη λευκόρροια όταν συντάσσει το υπολήμμα υπερμαγκανικό κάλιο στο λήμμα κάλιο. Αναφέρεται και στο "αγοραίο" προϊόν, χωρίς να το κατονομάζει, αλλά είναι σίγουρο πως το γνωρίζει. Άλλωστε στο τέλος δίνει και μία χρηστική πληροφορία, καθώς ενημερώνει τον αναγνώστη ότι οι λεκέδες υποχωρούν «διά κιτρικού, οξεικού ή άλλου τινός οξέος» (σελ. 554, τόμος ΙΓ' ΙΛΙΤΖΑ-ΚΑΣΤΕΛΙΟΝ).
Επιστρέφοντας στο βυσσινί του Τισιανού και του περμαγκανάτου, στον στίχο του ποιήματος που έγραψε 7 Φεβρουαρίου του 1975, τρεις μέρες πριν από τον θάνατό του, τολμώ να υποθέσω πως ο ποιητής συνοψίζει τη ζωή του, σαν να γράφει επίγραμμα: λάτρης της τέχνης, θαμώνας των πορνείων. Εδώ η λέξη βρίσκει την πιο ποιητική της χρήση και για αυτόν τον λόγο, ακόμα κι αν δεν είχε καταγραφεί σε τόσα άλλα βιβλία, ακόμα κι αν δεν ήταν πια σε χρήση, θα άξιζε να πάρει τη θέση της ως λήμμα στα λεξικά.