Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλούταρχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλούταρχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Οι άντρες δεν κλαίνε

Στον πατέρα μου. 
 ὡς ἡδὺ δάκρυα τοῖς κακῶς πεπραγόσι θρήνων τ᾽ ὀδυρμοὶ μοῦσά θ᾽ ἣ λύπας ἔχει
Ευριπίδη Τρωάδες, 608-609

Η δήλωση "οι άντρες δεν κλαίνε" είναι πιο σκληρή από την προσταγή "μην κλαις". Η πρόταση αυτή, αν και δεν περιέχει προσταγή, ωστόσο περιγράφει κάτι που μοιάζει με αντικειμενική πραγματικότητα, όπως η γέννηση και ο θάνατος. Υπονοεί πως δεν είναι στο χέρι σου να επιλέξεις αν θα κλάψεις ή όχι. Αν είσαι άντρας, δεν έχεις επιλογή.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Έχω όμως για οδηγό αυτό που έγραψε ο Μπόρχες στις Διερευνήσεις: «Γεγονός είναι ότι κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του. Ο μόχθος του μεταβάλλει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το παρόν –αλλά και το μέλλον» (σελ. 93, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Επιστρέφω στα αρχαία κείμενα, γιατί είναι η αφετηρία μου. Διαβάζοντάς τα αναζητώ ένα μονοπάτι που θα με καθοδηγήσει.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Όταν ο Πάτροκλος δακρύζει για την καταστροφή των Αχαιών, ο Αχιλλέας τον χαρακτηρίζει μωρό κορίτσι (‘τίπτε δεδάκρυσαι Πατρόκλεες, ἠΰτε κούρη νηπίη, Π 7-8). Ο Οδυσσέας, ενώ βρίσκεται φιλοξενούμενος στο παλάτι του βασιλιά Αλκίνοου, ακούει τον Δημόδοκο να τραγουδά τα κατορθώματα των Αχαιών και τη διαμάχη του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα, και δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Επειδή ντρέπεται τους Φαίακες, σκεπάζει το πρόσωπό του και κλαίει (κάλυψε δὲ καλὰ πρόσωπα: αἴδετο γὰρ Φαίηκας ὑπ᾽ ὀφρύσι δάκρυα λείβων, θ 85-86).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Ξενοφώντας αφηγείται την πορεία των Μυρίων στα εδάφη του βασιλείου των Περσών και την προσπάθεια να γυρίσουν στην πατρίδα. Φτάνουν κάποτε σε ένα βουνό που λεγόταν Θήχης, γράφει ο Ξενοφώντας. Όταν ανέβηκαν οι πρώτοι σε αυτό, ακούστηκε βοή. Ο Ξενοφώντας και οι οπισθοφύλακες νόμισαν ότι δέχονταν επίθεση. Επειδή η φασαρία ήταν ολοένα και πιο δυνατή και πιο κοντινή, ανέβηκε σε ένα άλογο, πήρε τον Λύκιο και τους ιππείς και κάλπασαν προς την κορυφή. Εκεί άκουσαν τους άντρες να φωνάζουν θάλασσα, θάλασσα, και να μεταβιβάζουν ο ένας στον άλλο τη λέξη. Όταν όλοι έφτασαν στην κορυφή, η ιεραρχία είχε χαθεί: οι στρατιώτες αγκάλιαζαν τους στρατηγούς και έκλαιγαν (ἐπεὶ δὲ ἀφίκοντο πάντες ἐπὶ τὸ ἄκρον, ἐνταῦθα δὴ περιέβαλλον ἀλλήλους καὶ στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς δακρύοντες. Κύρου Ανάβασις, 4.7.25).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Στον βίο του Πύρρου (34,7-9) ο Πλούταρχος αφηγείται πως, όταν έφεραν στον Αντίγονο Β' Γονατά το κεφάλι του αντιπάλου του Πύρρου, εκείνος θυμήθηκε την κατάληξη του παππού και του πατέρα του, και σκέπασε το πρόσωπο για να κρύψει το κλάμα του (τὴν χλαμύδα προθέμενος τοῖς ὄμμασιν ἐδάκρυσεν). Σεβάστηκε τη σορό του εχθρού του, τη στόλισε και την έκαψε.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό ξεχνώντας την υπόσχεσή του ότι δεν θα τον απαρνηθεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνει. Όταν επιβεβαιώθηκε η προφητεία του Χριστού ότι ο Πέτρος θα τον απαρνηθεί, εκείνος βγήκε έξω και έκλαψε πικρά (καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς. Κατά Ματθαίον, κστ' 75).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει στις Εξομολογήσεις για τον πόνο που του έφερε ο θάνατος ενός αγαπημένου παιδικού φίλου. Λέει πως η καρδιά του σκοτείνιασε και πως ό,τι αντίκρυζε ήταν θάνατος (Quo dolore contenebratum est cor meum, et quidquid aspiciebam mors erat). Η πατρίδα του ήταν ένα βασανιστήριο και το πατρικό σπίτι ήταν δυστυχία (et erat mihi patria supplicium, et paterna domus mira infelicitas). Μόνο ο θρήνος ήταν γλυκός και αντικαθιστούσε τον αγαπημένο φίλο στις απολαύσεις της ψυχής του (Solus fletus erat dulcis mihi et successerat amico meo in deliciis animi mei).
Οι άντρες δεν κλαίνε. Μπορώ να ταυτιστώ με όσους έκλαψαν: τον Οδυσσέα που έκλαψε για τα περασμένα, τους Έλληνες που έκλαψαν επειδή ξαναείδανε τη θάλασσα έπειτα από πολύ καιρό, τον Αντίγονο που λυπήθηκε για την κατάληξη του εχθρού του, τον Πέτρο που θρήνησε για την αδυναμία να κρατήσει τον λόγο του, τον Αυγουστίνο που βρήκε παρηγοριά στο κλάμα για την απώλεια του αγαπημένου φίλου.
Οι άντρες δεν κλαίνε. Επιστρέφω στα αρχαία κείμενα, γιατί είναι η αφετηρία μου. Διαβάζοντάς τα δημιουργώ ένα μονοπάτι που θα με καθοδηγήσει στον λαβύρινθο της ζωής.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Ποιος είναι ο βάρβαρος;


            Κι αυτός με το φυσικότερο ύφος μάς είπε: «είναι τα κεφάλια δύο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα 'δειχνα, μα είναι τυλιγμένα με εφημερίδες.
(σελίδα 60, «Τα κεφάλια» Η σαρκοφάγος. Γιώργος Ιωάννου
Εκδόσεις Κέδρος 1981, δ' έκδοση)

Γνωρίζουμε πως η λέξη βάρβαρος δεν είχε αρχικά μειωτική σημασία. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει τους Κάρες με το επίθετο βαρβαρόφωνοι (Ιλιάδα Β 867): είναι απλώς αυτοί που μιλούν κάποια ξένη γλώσσα, μη ελληνική. Περίπου είκοσι εφτά αιώνες χωρίζουν τον Όμηρο από τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος σε ομιλία του χρησιμοποίησε τη λέξη barbaric (αναφερόμενος στο Ισλαμικό Κράτος) με τη σημασία που όλοι γνωρίζουμε σήμερα: "we will destroy this barbaric terrorist organization and continue to stand with people across the region who seek a better and a safer future". 
Από την αρχαία μέχρι τη σύγχρονη χρήση της η λέξη βάρβαρος έχει μία αξιοπρόσεκτη διαδρομή και η πιο διάσημη ίσως χρήση της προέρχεται από τον απόστολο Παύλο (Ρωμ. 1,14), ο οποίος δεν τη χρησιμοποιεί με μειωτική σημασία: Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί. Από αυτή τη διαδρομή αξίζει να δοθεί προσοχή σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός σε σχέση με άλλα συναφή.
Στην Επιτομή Ιστοριών (9,3) του Ιωάννη Ζωναρά καταγράφεται ένα γεγονός γνωστό από τον Λίβιο (Ab urbe condita 23.24): οι Βόιοι, ένα γαλατικό φύλο, στήνουν μέσα σε ένα δάσος ενέδρα στον ρωμαϊκό στρατό και τον εξολοθρεύουν. Κόβουν το κεφάλι του υπάτου, του Ποστούμιου Αλβίνου, και χρησιμοποιούν το κρανίο του ως αγγείο για τις θυσίες τους. Παρόμοιο περιστατικό αναφέρει ο Ζωναράς και παρακάτω, σε μία πιο γνωστή
περίπτωση, όταν ο βασιλιάς των Βουλγάρων, ο Κρούμος, κάνει το ίδιο με το κεφάλι του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου A' (15,15) και το μετατρέπει σε κύπελλο κρασιού από το οποίο έπιναν οι ηγεμόνες που βρίσκονταν υπό την εξουσία του. Στο πρώτο απόσπασμα του Ζωναρά, αυτό που αφορά την ενέδρα του γαλατικού φύλου, παρατηρεί κανείς πως γίνεται αντιδιαστολή ανάμεσα σε Ρωμαίους και βαρβάρους (κάτι το οποίο δεν κάνει ο Λίβιος, ο οποίος τους αναφέρει με το εθνικό τους όνομα: Galli). Είναι μάλλον σαφές ότι εδώ υπάρχει η αντιδιαστολή του πολιτισμένου και του μη πολιτισμένου. Το ίδιο κάνει και στην περίπτωση της βυζαντινοβουλγαρικής σύγκρουσης: διαρπάζεται δε ξύμπασα η του βασιλέως αποσκευή και άπαν το των Ρωμαίων χαράκωμα, και περιγίγνεται τοις βαρβάροις και πλούτος συχνός και όπλα πολλά και ίππος μύρια.
Ο Κρούμος προσφέρει κρασί από το κρανίο του Νικηφόρου

Μετά τη σημασιολογική της δείνωση η λέξη βάρβαρος χρησιμοποιήθηκε συχνά για να δηλώσει τον άλλο, ο οποίος συνδέεται με τον απολίτιστο: οι Ρωμαίοι και οι βάρβαροι, οι Έλληνες και οι βάρβαροι. Το γεγονός όμως είναι ότι συχνά Έλληνες και Ρωμαίοι προχώρησαν σε ωμότητες όμοιες με των βαρβάρων. Στην αρχαία γραμματεία υπάρχουν χρήσεις όπου η λέξη βάρβαρος δε χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την υπεροχή ενός έθνους έναντι των άλλων. Στον βίο του Πύρρου (34,7-9) ο Πλούταρχος μας περιγράφει την ακόλουθη σκηνή: Ο Αντίγονος Β' Γονατάς συγκρουόταν με τον βασιλιά της Ηπείρου στο Άργος. Ο Πύρρος σκοτώθηκε και αποκεφαλίστηκε από κάποιον στρατιώτη με το όνομα Ζώπυρος, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για αυτή την πράξη. Το κεφάλι το παρέλαβε ο γιος του Αντίγονου Β', ο Αλκυονέας, και το πήγε στον πατέρα του, ο οποίος τον χτύπησε και τον αποκάλεσε βάρβαρο. Έπειτα σκέπασε το πρόσωπό του και δάκρυσε. Η γνήσια οργή του Αντίγονου και έπειτα η συγκίνησή του δίνουν την πιο ανθρώπινη σημασία της λέξης βάρβαρος, η οποία δεν συνδέεται με έθνη, αλλά με αξίες.